Του Strange Attractor
Σε μια φανταστική, ευνομούμενη χώρα, από εκείνες που δεν χρειάζεται να διαφημίζουν καθημερινά την «κανονικότητά» και τη «σταθερότητά» τους, συνέβη πριν από 3 χρόνια ένα τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα.
Πολλοί νεκροί, κυρίως νεαρά παιδιά, δεκάδες οικογένειες διαλυμένες, μια κοινωνία σε σοκ.
Τα πρώτα 24ωρα κυριάρχησε το γνώριμο μούδιασμα: θρήνος, ερωτήματα, θυμός. Όμως εκεί τελειώνει η ομοιότητα με άλλες ιστορίες που έχουμε συνηθίσει.
Γιατί αμέσως μετά ξεκίνησε κάτι σχεδόν εξωτικό για ορισμένα μέρη του κόσμου: μια σοβαρή, συστηματική, ανεξάρτητη έρευνα. Τα μέσα ενημέρωσης δεν αναλώθηκαν σε φθηνό μελόδραμα ούτε σε αναπαραγωγή «ανώνυμων πηγών» που βολεύουν την εκάστοτε εξουσία. Αντίθετα, έσκαψαν. Ζήτησαν έγγραφα, εντόπισαν ευθύνες, πίεσαν για απαντήσεις. Και το κυριότερο: δεν φοβήθηκαν.
Σύντομα αποκαλύφθηκε ότι το δυστύχημα δεν ήταν «ανθρώπινο λάθος», εκείνη η βολική φράση που λειτουργεί σαν συλλογικό άλλοθι. Ήταν το αποτέλεσμα μιας αλυσίδας παραλείψεων, καθυστερήσεων, και σαθρών πολιτικών αποφάσεων.
Υπουργοί (φίρμες) που αγνόησαν επανειλημμένες προειδοποιήσεις.
Αξιωματούχοι (οσφυοκάμπτες) του υπουργείου που υπέγραψαν χωρίς να ελέγξουν.
Υπεύθυνοι «ανεξάρτητης» αρχής, που αποδείχθηκε ότι ήταν ανεξάρτητη μόνο στα χαρτιά.
Και στο ενδιάμεσο, μίζες, που λειτουργούσαν σαν συγκολλητική ουσία των σάπιων θεσμών…
Και τότε συνέβη κάτι ακόμα πιο παράξενο. Η Δικαιοσύνη κινήθηκε γρήγορα. Χωρίς διαρροές για εντυπωσιασμό, χωρίς επιλεκτικές ευαισθησίες. Ασκήθηκαν διώξεις, και έγιναν προφυλακίσεις!!!!!.
Οι εμπλεκόμενοι συνελήφθησαν, όχι για τα μάτια του κόσμου, αλλά με πραγματικές κατηγορίες. Δεν υπήρξαν «πολιτικές ευθύνες» που αιωρούνται στο κενό, ούτε παραιτήσεις-πυροτεχνήματα μεγαλόσχημων υπουργών, συνοδευόμενες από κροκοδείλια δάκρυα, που ξεχνιούνται σε τρεις μέρες.
Η δίκη έγινε δημόσια, σύντομα, και με πλήρη διαφάνεια.
Οι κατηγορούμενοι είχαν όλα τα δικαιώματα που προβλέπει ένα κράτος δικαίου, αλλά και καμία ειδική μεταχείριση. Τα στοιχεία παρουσιάστηκαν, οι μάρτυρες εξετάστηκαν, και οι ευθύνες αποδόθηκαν.
Στο τέλος, οι ένοχοι καταδικάστηκαν σε βαριές ποινές κάθειρξης, που θα εξέτιαν κανονικά, χωρίς αναστολές, κλπ. Ακόμη και οι υπουργοί…
Κάποιοι μίλησαν για «σκληρότητα». Άλλοι για «παραδειγματισμό». Όμως για την κοινωνία ήταν κάτι πιο απλό: δικαιοσύνη. Όχι τέλεια, όχι παρηγορητική για τους συγγενείς των θυμάτων, αλλά πραγματική. Ένα μήνυμα ότι η εξουσία δεν είναι ασπίδα ατιμωρησίας.
Τώρα, ας μεταφερθούμε, υποθετικά πάντα, σε μια άλλη, πιο γνώριμή μας χώρα.
Εκεί, το ίδιο δυστύχημα θα είχε την ίδια τραγική κατάληξη. Νεκρούς, δάκρυα, πένθος, οργή.
Θα υπήρχαν δηλώσεις συμπαράστασης, κυβερνητικές υποσχέσεις για «πλήρη διερεύνηση», και βαρύγδουπες εξαγγελίες μεταρρυθμίσεων… λίγο πριν αρχίσει το «μπάζωμα» του τόπου του δυστυχήματος για να καλυφτούν τα στοιχεία ενοχής των «αρμοδίων».
Τα «αδέκαστα», πλην όμως μίσθαρνα (τα περισσότερα) μέσα ενημέρωσης θα χωρίζονταν γρήγορα σε δύο στρατόπεδα: εκείνα που θα προσπαθούσαν να αναδείξουν ευθύνες, και εκείνα που θα έσπευδαν να τις θολώσουν.
Θα εμφανίζονταν «ειδικοί» για να εξηγήσουν ότι τέτοια πράγματα «συμβαίνουν παντού».
Θα αναζητούνταν ένας βολικός αποδιοπομπαίος τράγος, κατά προτίμηση κάποιος χαμηλόβαθμος υπάλληλος, χωρίς ασυλία, του οποίου η πολιτική προστασία από τον υπουργό, που τον διόρισε παράτυπα, τώρα θα ένιπτε τα χείρας της..
Οι πραγματικοί υπεύθυνοι θα παρέμεναν στο απυρόβλητο. Ελεύθεροι να ξανακατέβουν υποψήφιοι στις εκλογές, και να επανεκλεγούν πανηγυρικά. Οι υπουργοί θα δήλωναν ότι «δεν γνώριζαν», όπως το ίδιο θα δήλωνε και ο πρωθυπουργός.
Οι δε κρατικοί αξιωματούχοι, διευθυντές, και λοιποί κολαούζοι του συστήματος, ότι «έκαναν ό,τι μπορούσαν».
Όσο για τις δήθεν ανεξάρτητες αρχές, αυτές θα επικαλούνταν την… ανεξαρτησία τους(!) ως λόγο μη ευθύνης.
Η Δικαιοσύνη θα κινούνταν αργά, βασανιστικά. Οι δικογραφίες θα φούσκωναν, οι προθεσμίες θα παρατείνονταν, και η υπόθεση θα χανόταν μέσα σε έναν λαβύρινθο διαδικασιών και ενστάσεων. Χρόνια μετά, αν έφτανε ποτέ σε δίκη, θα ήταν ήδη ξεθωριασμένη στη συλλογική μνήμη.
Και στο τέλος; Ίσως κάποιες καταδίκες-χάδι. Ίσως αθωώσεις λόγω αμφιβολιών. Ίσως παραγραφές. Ίσως τίποτα…
Το πιθανότερο; Κανείς ουσιαστικά υπεύθυνος δεν θα πλήρωνε πραγματικά.
Οι δύο αυτές ιστορίες δεν διαφέρουν στο τι συνέβη. Διαφέρουν στο τι ακολούθησε.
Στην πρώτη, το κράτος λειτούργησε όπως οφείλει, δηλαδή με θεσμούς που δεν υποτάσσονται στην εξουσία. Στη δεύτερη, οι θεσμοί λειτούργησαν όπως βολεύει, δηλαδή ως προέκταση της εξουσίας.
Και τελικά, αυτό είναι το πραγματικό μέτρο μιας δημοκρατίας. Όχι το πόσο συχνά επικαλείται τις αξίες της, αλλά το αν μπορεί να τις εφαρμόσει όταν το κόστος είναι πολιτικό.
Γιατί η δικαιοσύνη δεν δοκιμάζεται στις εύκολες υποθέσεις, αλλά σε εκείνες όπου οι υπεύθυνοι έχουν όνομα, αξίωμα, και πολιτική (οικονομική) ισχύ.
ΥΓ- Πείτε με περίεργο, αλλά ένα από τα πιο σοφά που άκουσα ποτέ ήταν αυτό που είχε πει ο Σάββας Ξηρός. Ότι, δηλαδή, αν λειτουργούσαν οι θεσμοί, δεν θα υπήρχε λόγος ύπαρξης της Ε.Ο. 17 Νοέμβρη… τόσο απλά.