Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Ενεργειακό lockdown για να μειωθεί η ζήτηση πετρελαίου

Για να προστατευθούν οι καταναλωτές από τις τσουχτερές ανατιμήσεις και τον ανεξέλεγκτο πληθωρισμό, ο ΔΟΕ προτείνει δραστικά περιοριστικά μέτρα στις κυβερνήσεις

Της Μαρίας Δεναξά

Με γοργό ρυθμό καταφθάνει το ενεργειακό lockdown, μετά τα μέτρα-σοκ που προανήγγειλε ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας για τη μείωση της ζήτησης πετρελαίου, εξαιτίας της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ, που έχει προκαλέσει ίσως τη μεγαλύτερη διακοπή εφοδιασμού στην παγκόσμια ιστορία.

Παρά την αποδέσμευση 400 εκατομμυρίων βαρελιών μαύρου χρυσού από στρατηγικά αποθέματα στις 11 Μαρτίου, οι τιμές του Brent έχουν εκτοξευθεί πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και η ανοδική τάση συνεχίζεται, καθώς τα μέτρα που έχουν ληφθεί δεν επαρκούν. Κατά συνέπεια, για να προστατευθούν οι καταναλωτές από τις τσουχτερές ανατιμήσεις και τον ανεξέλεγκτο πληθωρισμό, ο ΔΟΕ θεωρεί πως ένα κρίσιμο και άμεσο εργαλείο είναι η μείωση της ζήτησης και προτείνει δραστικά μέτρα στις κυβερνήσεις, τα οποία θυμίζουν το lockdown της πανδημίας:

1. Τηλεργασία από το σπίτι, όπου είναι δυνατόν, καθώς μειώνει δραστικά τις μετακινήσεις και την κατανάλωση καυσίμων.

2. Μείωση ορίων ταχύτητας στους αυτοκινητόδρομους κατά τουλάχιστον 10 χλμ./ώρα. Εξοικονόμηση 5%-10% καυσίμου ανά όχημα.

3. Προώθηση των δημόσιων μεταφορών, καθώς τα ΜΜΜ θα μπορούσαν να μειώσουν γρήγορα τη ζήτηση πετρελαίου.

4. Εναλλαγή της πρόσβασης ιδιωτικών αυτοκινήτων σε πόλεις (μονά-ζυγά), ένα μέτρο που μειώνει την κατανάλωση καυσίμων.

5. Αύξηση της κοινής χρήσης αυτοκινήτων και υιοθέτηση αποδοτικής οδήγησης.

6. Αποδοτική οδήγηση για φορτηγά και διανομές, με βελτιστοποίηση φορτίου.

7. Μετατροπή των οχημάτων διπλού καυσίμου από υγραέριο σε βενζίνη, για την εξοικονόμηση υγραερίου για μαγείρεμα και άλλες βασικές ανάγκες.

8. Αποφυγή αεροπορικών μετακινήσεων όπου υπάρχουν εναλλακτικές επιλογές (π.χ. τρένα, λεωφορεία κ.λπ.).

9. Στροφή σε σύγχρονες λύσεις μαγειρέματος αντί υγραερίου.

10. Βραχυπρόθεσμες βελτιώσεις αποδοτικότητας και συντήρησης στην πετροχημική βιομηχανία, που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην απελευθέρωση υγραερίου για βασικές χρήσεις.

Οι επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή πλήττουν πλέον άμεσα πολλούς επαγγελματικούς κλάδους, όπως είναι οι μεταφορές και ο αγροτικός τομέας. Οι Ευρωπαίοι παραγωγοί βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξήσεις σε πολλαπλά επίπεδα, εκφράζοντας φόβους ότι ορισμένοι προμηθευτές ενδέχεται να εκμεταλλευτούν την κρίση εις βάρος τους.

Η άνοδος στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου έχει ήδη μεταφραστεί σε σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής. Το αγροτικό ντίζελ (GNR), απαραίτητο για τη λειτουργία των αγροτικών μηχανημάτων, έχει αυξηθεί κατά περίπου 50 λεπτά το λίτρο, ενώ σημαντική είναι και η άνοδος στις τιμές των λιπασμάτων. Παράλληλα, καταγράφονται αυξήσεις και σε άλλους κρίσιμους τομείς, όπως τα ελαστικά των τρακτέρ.

Αγρότες στη βόρεια Γαλλία δηλώνουν ότι η αβεβαιότητα τους έχει οδηγήσει σε προληπτικές κινήσεις, όπως η αποθήκευση καυσίμων και η έγκαιρη προμήθεια εξοπλισμού, προκειμένου να περιορίσουν τις μελλοντικές επιβαρύνσεις. Ωστόσο, ακόμη και αυτές οι πρωτοβουλίες δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν τις συνεχιζόμενες αυξήσεις.

Σύμφωνα με επαγγελματίες του κλάδου, οι τιμές των αγροτικών ελαστικών έχουν ήδη αρχίσει να αυξάνονται, με ορισμένους προμηθευτές να προαναγγέλλουν ανατιμήσεις της τάξης του 6% έως 8%, ενώ εκτιμάται ότι το επιπλέον κόστος μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 1.000 με 1.500 ευρώ ανά εξοπλισμό. Οι ανατιμήσεις αποδίδονται κυρίως στο αυξημένο κόστος μεταφοράς και πρώτων υλών.

Την ίδια στιγμή, παραγωγοί εκφράζουν έντονη δυσαρέσκεια, υποστηρίζοντας ότι μέρος της αγοράς επιχειρεί να αποκομίσει υπεραξία από την κρίση, αξιοποιώντας υπάρχοντα αποθέματα.

Η κατάσταση επιβαρύνεται περαιτέρω από την άνοδο των τιμών σε υλικά, όπως τα πλαστικά που χρησιμοποιούνται στον αγροτικό τομέα, γεγονός που προμηνύει νέες αυξήσεις στο κόστος παραγωγής το επόμενο διάστημα. Οι εξελίξεις αυτές εντείνουν την ανησυχία για αλυσιδωτές επιπτώσεις στην αγροτική παραγωγή και, κατ’ επέκταση, στις τιμές των τροφίμων.

Πάντως, παρά τη νέα άνοδο των τιμών της ενέργειας, η γαλλική κυβέρνηση δεν εξετάζει, προς το παρόν, μείωση των ειδικών φόρων. Όπως δήλωσε η κυβερνητική εκπρόσωπος Μοντ Μπρεζόν, «όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν στο τραπέζι», ωστόσο υπογράμμισε ότι δεν υπάρχουν πλέον τα δημοσιονομικά περιθώρια για μέτρα στήριξης, όπως στην περίοδο της πανδημίας.

Η γαλλική κυβέρνηση, ανάλογα με τη διάρκεια της κρίσης και τις επιπτώσεις στην οικονομία, αναμένεται να επανεξετάσει την κατάσταση για τυχόν παρεμβάσεις.

Αγορές πανικού

Προληπτικού χαρακτήρα αγορές δεν κάνουν μόνο οι αγρότες και οι παραγωγοί στη Γαλλία. Τις τελευταίες ημέρες υπάρχει μεγάλη ζήτηση σε βασικά είδη διατροφής, όπως είναι τα ζυμαρικά, το ρύζι και τα κονσερβοποιημένα προϊόντα. Όπως παρατηρείται από τα τέλη Φεβρουαρίου, με την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, οι καταναλωτικές συνήθειες έχουν αλλάξει αισθητά, σε ένα ήδη επιβαρυμένο περιβάλλον λόγω πληθωρισμού.

Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρίας ερευνών Circana, καταγράφεται σημαντική αύξηση στις πωλήσεις μη ευπαθών τροφίμων. Ειδικότερα, την προηγούμενη εβδομάδα, από 9-15 Μαρτίου, οι κονσέρβες σκουμπριού σημείωσαν άνοδο 15,9%, τα έτοιμα γεύματα μακράς διάρκειας 15,6%, οι σαρδέλες 12,1% και το ρύζι 10,2%. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι πρωτόγνωρο, καθώς είχε παρατηρηθεί και κατά την πανδημία ή στην έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, ωστόσο σήμερα εμφανίζεται πιο έντονο.

Οι ανησυχίες επικεντρώνονται τόσο σε ενδεχόμενες διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας όσο και στη συνεχιζόμενη άνοδο του ενεργειακού κόστους, που επηρεάζει τις τιμές των τροφίμων. Σε αυτό το πλαίσιο, τα νοικοκυριά υιοθετούν προληπτικές αγορές, επιχειρώντας να προλάβουν μελλοντικές αυξήσεις.

Παράλληλα, η άνοδος των τιμών ενέργειας ενισχύει το κλίμα αβεβαιότητας. Το φυσικό αέριο αυξήθηκε κατά 5,3% από την 1η Μαρτίου, ενώ τα καύσιμα κατέγραψαν άνοδο περίπου 10 λεπτών ανά λίτρο μέσα σε λίγες ημέρες, με τη βενζίνη SP95-E10 να φτάνει κατά μέσο όρο τα 1,77 ευρώ.

Οι Αρχές επιχειρούν να καθησυχάσουν την κοινή γνώμη, διαβεβαιώνοντας ότι δεν υφίσταται κίνδυνος γενικευμένων ελλείψεων. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι η συμπεριφορά των καταναλωτών μπορεί να ασκήσει τοπικές πιέσεις στην αγορά. Η μαζική στροφή σε προληπτικές αγορές, αν γενικευτεί, ενδέχεται να διαταράξει την ισορροπία προσφοράς και ζήτησης, προκαλώντας ακριβώς τα φαινόμενα ελλείψεων και ανατιμήσεων που οι καταναλωτές επιδιώκουν να αποφύγουν.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο