Του Απόστολου Αποστόλου*
Η ερώτηση «γιατί η Κίνα δεν βοήθησε το Ιράν;» μοιάζει απλή, αλλά αποκαλύπτει μια βαθύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα. Η Κίνα δεν λειτουργεί με βάση συναισθηματικές συμμαχίες, αλλά με ψυχρό υπολογισμό ισχύος και στη σημερινή συγκυρία, το Ιράν δεν αποτελεί προτεραιότητα που να δικαιολογεί ρίσκο άμεσης εμπλοκής.
Η σχέση Πεκίνου–Τεχεράνης είναι υπαρκτή και σημαντική. Η Κίνα αποτελεί βασικό αγοραστή ιρανικού πετρελαίου, ενώ οι δύο χώρες έχουν υπογράψει μακροπρόθεσμες συμφωνίες στρατηγικής συνεργασίας. Επιπλέον, και οι δύο αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως αντίβαρο στην αμερικανική επιρροή, όμως η στρατηγική συνεργασία δεν σημαίνει και στρατιωτική συμμαχία. Η Κίνα δεν έχει δεσμευτεί να υπερασπιστεί το Ιράν σε περίπτωση σύγκρουσης, ούτε πρόκειται να θυσιάσει τη δική της σταθερότητα για μια περιφερειακή ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή.
Η βασική προτεραιότητα του Πεκίνου βρίσκεται αλλού. Και αυτό γιατί το ζήτημα της Ταϊβάν αποτελεί τον πυρήνα της κινεζικής στρατηγικής. Για την κινεζική ηγεσία, η Ταϊβάν δεν είναι ένα απλό γεωπολιτικό χαρτί, αλλά θέμα εθνικής κυριαρχίας και ιστορικής αποκατάστασης. Οποιαδήποτε κρίση που θα απορροφούσε στρατιωτικούς, οικονομικούς ή διπλωματικούς πόρους μακριά από αυτόν τον στόχο θεωρείται αντιπαραγωγική. Η Κίνα προετοιμάζεται μακροπρόθεσμα για κάθε ενδεχόμενο γύρω από την Ταϊβάν, διπλωματικά, στρατιωτικά και τεχνολογικά, έτσι λοιπόν δεν έχει λόγο να ανοίξει δεύτερο μέτωπο.
Παράλληλα, η Νότια Σινική Θάλασσα αποτελεί ζωτικό χώρο για τα κινεζικά συμφέροντα. Πρόκειται για θαλάσσιο διάδρομο κρίσιμο για το παγκόσμιο εμπόριο και για τις ενεργειακές ροές. Εκεί η Κίνα βρίσκεται ήδη σε διαρκή ένταση με γειτονικά κράτη και έμμεσα με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η στρατιωτική της παρουσία ενισχύεται, οι ναυτικές της δυνατότητες αυξάνονται και η στρατηγική της είναι ξεκάθαρη, όπως εδραίωση ελέγχου στην άμεση περιφέρειά της.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η άμεση υποστήριξη προς το Ιράν σε μια στρατιωτική σύγκρουση θα είχε τεράστιο κόστος, θα μπορούσε για παράδειγμα να προκαλέσει κυρώσεις, εμπορικές πιέσεις ή ακόμη και στρατιωτική κλιμάκωση με τη Δύση. Η κινεζική οικονομία, παρά το μέγεθός της, παραμένει βαθιά διασυνδεδεμένη με τις αγορές της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών. Το Πεκίνο δεν επιθυμεί να ρισκάρει την πρόσβαση σε κρίσιμες τεχνολογίες, κεφάλαια και εξαγωγικές αγορές για χάρη μιας σύγκρουσης που δεν αγγίζει άμεσα την εδαφική του ακεραιότητα.
Επιπλέον, η κινεζική εξωτερική πολιτική βασίζεται παραδοσιακά στην αρχή της μη επέμβασης. Αν και η αρχή αυτή συχνά ερμηνεύεται ευέλικτα, παραμένει θεμελιώδης ρητορικά και θεσμικά. Η Κίνα επιδιώκει να εμφανίζεται ως δύναμη σταθερότητας και οικονομικής συνεργασίας, όχι ως στρατιωτικός παρεμβατικός παίκτης τύπου Ηνωμένων Πολιτειών. Η εικόνα αυτή είναι κρίσιμη για την επιτυχία πρωτοβουλιών όπως ο Νέος Δρόμος του Μεταξιού, που βασίζεται στην εμπιστοσύνη και στη μακροπρόθεσμη οικονομική διείσδυση.
Υπάρχει και μια βαθύτερη στρατηγική διάσταση, η Κίνα επωφελείται από την αμερικανική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή και αυτό γιατί κάθε πόρος που δαπανά η Ουάσιγκτον εκεί, είναι πόρος που δεν αφιερώνεται στον Ινδο-Ειρηνικό. Από αυτή την άποψη, η κινεζική ουδετερότητα δεν είναι αδυναμία, είναι επιλογή. Το Πεκίνο μπορεί να απολαμβάνει φθηνή ενέργεια από το Ιράν, να διατηρεί σχέσεις με τις αραβικές μοναρχίες και ταυτόχρονα να αποφεύγει την άμεση αντιπαράθεση.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι γιατί η Κίνα «δεν βοήθησε» το Ιράν. Το ερώτημα είναι γιατί θα έπρεπε να το κάνει. Οι μεγάλες δυνάμεις δεν κινούνται από ιδεολογικές συγγένειες αλλά από ιεράρχηση συμφερόντων. Και στην ιεραρχία του Πεκίνου, η εθνική κυριαρχία, η εσωτερική σταθερότητα και η περιφερειακή υπεροχή προηγούνται σαφώς μιας μακρινής σύγκρουσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Κίνα θα εγκαταλείψει το Ιράν, θα συνεχίσει να το στηρίζει οικονομικά, να το καλύπτει διπλωματικά όπου τη συμφέρει και να αξιοποιεί τη συνεργασία ως διαπραγματευτικό χαρτί απέναντι στη Δύση. Όμως η εποχή των ιδεολογικών μπλοκ έχει περάσει, το σημερινό διεθνές σύστημα είναι πολυπολικό, ρευστό και βαθιά πραγματιστικό.
Η Κίνα δεν βλέπει τον κόσμο μέσα από το πρίσμα συμμαχιών τύπου ΝΑΤΟ. Βλέπει ζώνες επιρροής, γραμμές ανεφοδιασμού, τεχνολογική αυτάρκεια και στρατηγικό βάθος. Και αυτή τη στιγμή, το στρατηγικό της βάθος εκτείνεται από τα στενά της Ταϊβάν έως τα τεχνητά νησιά της Νότιας Σινικής Θάλασσας και όχι μέχρι τον Περσικό Κόλπο.
Σε τελική ανάλυση, η επιλογή της αποστασιοποίησης είναι απόδειξη αυτοπεποίθησης. Η Κίνα θεωρεί ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της, όσο ενισχύει την οικονομική και στρατιωτική της ισχύ στον άμεσο περίγυρό της, τόσο λιγότερο έχει ανάγκη να εμπλακεί σε περιφερειακές συγκρούσεις τρίτων. Το Πεκίνο παίζει μακρύ παιχνίδι και σε αυτό το παιχνίδι, η προάσπιση της κυριαρχίας του στην Ταϊβάν, καθώς και η κυριαρχία του στις γειτονικές θάλασσες είναι αδιαπραγμάτευτες προτεραιότητες πολύ πιο πάνω από την τύχη οποιουδήποτε εταίρου στη Μέση Ανατολή.
*Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας