Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Ο πρόεδρος Τραμπ μαζεύει δισεκατομμύρια δολάρια παρακάμπτοντας το Κογκρέσο και τους νόμους

Οι άνθρωποι τείνουν να συνδέουν την υπονόμευση των δημοκρατικών αξιών με ξεκάθαρες παρεμβάσεις σε εκλογικές διαδικασίες και βίαιες αστυνομικές καταστολές. Υπάρχει όμως και άλλο ένα σήμα κινδύνου που συχνά περνά απαρατήρητο: η διάλυση των νόμων που προστατεύουν το δημόσιο χρήμα.

Στην Τουρκία, ένα κρατικό ταμείο διαχειρίζεται πλέον μία από τις μεγαλύτερες εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων της χώρας. Στην Ουγγαρία, η κυβέρνηση έχει χρησιμοποιήσει τις φορολογικές της εξουσίες για να παρενοχλεί τους αντιφρονούντες. Στην Ινδία, οι εταιρείες μπορούν διακριτικά να κάνουν προεκλογικές δωρεές στα ταμεία του κυβερνώντος κόμματος με αντάλλαγμα μια ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση. Τα καθεστώτα αυτά άρπαξαν τη δημοσιονομική πολιτική από τα νομοθετικά τους σώματα, αποκτώντας έτσι μια λευκή επιταγή για να ανταμείβουν τους φίλους τους, να τιμωρούν τους διαφωνούντες και να υπονομεύουν τους πολιτικούς τους εχθρούς.

Είναι πολύ αργά για να αναρωτηθούμε αν το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί και στις ΗΠΑ: Συμβαίνει ήδη. Το Άρθρο Ι του Συντάγματος ορίζει ξεκάθαρα ότι το Κογκρέσο οφείλει να ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο συγκεντρώνεται και δαπανάται το δημόσιο χρήμα. Με εκπληκτική ταχύτητα, αυτό το ουσιαστικό στοιχείο καταρρέει.

Είναι δύσκολο να εκτιμηθούν τα μη καταχωρημένα έσοδα του Λευκού Οίκου. Δεν υπάρχει μια δημόσια καταγραφή αυτών των χρημάτων, μόνο αμφίβολοι ισχυρισμοί από κυβερνητικούς αξιωματούχους και αναρτήσεις του προέδρου Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αλλά σε κάθε περίπτωση, ο πρόεδρος συγκεντρώνει δισεκατομμύρια δολάρια, παρακάμπτοντας το Κογκρέσο και το νόμο.

Σκεφτείτε την παράνομη επίθεση στη Βενεζουέλα. Περίπου 500 εκατ. δολ. από τα πετρελαϊκά έσοδα της χώρας έχουν ήδη συγκεντρωθεί, τα οποία κυβερνητικοί αξιωματούχοι αρχικά κατέθεσαν σε μια τράπεζα του Κατάρ. Αν και αυτά τα κεφάλαια ανήκουν στη Βενεζουέλα, ο Τραμπ έχει ασκήσει ένα αόριστο δικαίωμα να τα ελέγχει. Έχει επίσης ισχυριστεί ότι έχει έκτακτες εξουσίες για να επιβάλλει δασμούς κατά βούληση, συγκεντρώνοντας περίπου 132 δισ. δολ. Η χρήση αυτών των κεφαλαίων υποτίθεται ότι διέπεται από τη νομοθεσία, αλλά ο Τραμπ ισχυρίζεται  ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει τα χρήματα αυτά κατά βούληση, χωρίς να συμβουλευτεί το Κογκρέσο.

Έπειτα, υπάρχουν οι ιδιωτικές συμφωνίες του προέδρου Τραμπ. Οι συμφωνίες με την Nvidia και την Intel θα αποφέρουν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Αυτά τα κεφάλαια δεν θα γνωρίζουν νομοθετικούς ελέγχους ή εποπτεία, ενώ οι συμφωνίες που έχει συνάψει ο Λευκός Οίκος με τουλάχιστον άλλες εννέα εταιρείες ενδεχομένως να αποφέρουν επιπλέον δισεκατομμύρια. Σε μια συμφωνία με την Nvidia, η κυβέρνηση θα αποκομίσει χρήματα παραιτούμενη από τους ελέγχους εξαγωγών στις πωλήσεις ισχυρών τσιπ τεχνητής νοημοσύνης στην Κίνα με αντάλλαγμα το 15% των εσόδων. Ο ομοσπονδιακός νόμος περί εξαγωγών απαγορεύει οποιοδήποτε τέτοιο τέλος άδειας, αλλά παραδόξως, αυτό λειτουργεί υπέρ του Τραμπ: Από τη στιγμή που το Κογκρέσο απαγορεύει την είσπραξη αυτών των χρημάτων, δεν υπάρχει κάποιος νόμος που να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να δαπανηθούν.

Ο πρόεδρος όχι μόνο δημιουργεί λογαριασμούς εκτός βιβλίων που παραγκωνίζουν το Κογκρέσο. Υπονομεύει επίσης τα θεσμικά εργαλεία που χρησιμοποιεί η κυβέρνησή μας για την άντληση δημόσιων εσόδων. Τον τελευταίο χρόνο, περίπου το ένα τέταρτο του εργατικού δυναμικού της Εσωτερικής Υπηρεσίας Εσόδων (IRS) έχει απολυθεί. Το μεγαλύτερο μέρος της ηγεσίας της έχει αποχωρήσει ή απολυθεί. Λόγω των περικοπών στις υπηρεσίες επιβολής του νόμου, εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε φορολογικά έσοδα πιθανότατα θα χαθούν, διαβρώνοντας τη δημοσιονομική ικανότητα της κυβέρνησης και αποδυναμώνοντας περαιτέρω τους δεσμούς της προεδρικής εξουσίας με το αμερικανικό κοινό.

Η μαζική φυγή ουδέτερων δημοσίων υπαλλήλων επιτρέπει στην IRS να γίνει όπλο του κράτους. Ήδη, η κυβέρνηση Τραμπ έχει απειλήσει να ανακαλέσει το φορολογικό καθεστώς του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, της Wikimedia και άλλων μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων. Ορισμένοι ηγέτες μη κερδοσκοπικών οργανισμών μπορεί κάλλιστα να ευθυγραμμιστούν με τις προεδρικές προτεραιότητες ή να αποφύγουν να ασκήσουν κριτική στην κυβέρνηση για να διατηρήσουν το φορολογικό τους καθεστώς.

Ο Λευκός Οίκος έχει επίσης χρησιμοποιήσει τις κρατικές δαπάνες ως όπλο και οι επιθέσεις του σε πανεπιστήμια, πολιτείες και μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς είναι μόνο η αρχή. Πρόσφατα πάγωσε δισεκατομμύρια δολάρια σε ομοσπονδιακή χρηματοδότηση για πέντε πολιτείες που ανήκουν στους Δημοκρατικούς, γεγονός που προκάλεσε τρόμο στην αγορά ομολόγων. Αυτές οι πολιτείες μπορεί τώρα να πρέπει να πληρώνουν υψηλότερα επιτόκια. Το Γραφείο Λογοδοσίας της Κυβέρνησης έχει επίσης εντοπίσει πολλαπλές παραβιάσεις ενός νόμου που απαγορεύει στον πρόεδρο να αρνηθεί να εκταμιεύσει ομοσπονδιακά κεφάλαια και έχει ξεκινήσει δεκάδες έρευνες. Αντί να εμποδίζει τον Τραμπ να αρπάζει τόσο αυθαίρετα τεράστιες δημοσιονομικές εξουσίες, η συντηρητική πλειοψηφία του Ανώτατου Δικαστηρίου έχει περιορίσει τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να αμφισβητηθούν οι αποφάσεις για κατακράτηση ομοσπονδιακών κεφαλαίων, σχεδόν προσκαλώντας τον Λευκό Οίκο να διεκδικήσει περισσότερες από τις δημοσιονομικές εξουσίες του Κογκρέσου για τον εαυτό του.

Η κατάρρευση του συνταγματικού πλαισίου δεν θέτει σε κίνδυνο μόνο τις πολιτείες των Δημοκρατικών. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει απειλήσει να κατακρατήσει ομοσπονδιακή χρηματοδότηση από την Ιντιάνα σε μια προσπάθεια να πείσει τους Ρεπουμπλικάνους νομοθέτες της να υιοθετήσουν έναν νέο, έντονα χειραγωγημένο χάρτη της εκλογικής περιφέρειας, μια προσπάθεια που τελικά απέτυχε. Καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές, τι θα εμποδίσει τον Λευκό Οίκο να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση σε αυτούς τους δημοσιονομικούς μοχλούς για να στρεβλώσει τα αποτελέσματα των εκλογών – ας πούμε, απειλώντας να αφαιρέσει ομοσπονδιακά κεφάλαια από τις περιφέρειες που ψηφίζουν τους Δημοκρατικούς;

Οι συντάκτες του αμερικανικού Συντάγματος αναγνώρισαν αυτούς τους κινδύνους. Η αρχή ότι ένα αντιπροσωπευτικό σώμα θα πρέπει να περιορίζει τη δημοσιονομική εξουσία της κυβέρνησης χρονολογείται από τη Μάγκνα Κάρτα το 1215. Επεκτείνοντας αυτήν την παράδοση, οι συντάκτες έδωσαν μόνο στο Κογκρέσο την εξουσία “να επιβάλλει και να εισπράττει φόρους”. Γνώριζαν ότι μια ανεξέλεγκτη εκτελεστική εξουσία επί του δημόσιου χρήματος ανοίγει την πόρτα στην τυραννία.

Μια προεδρία που απλώς αγνοεί τα νομικά και συνταγματικά όρια αποτελεί μια νέα και τρομακτική πρόκληση για τη δημοκρατία μας. Το Κογκρέσο, σε αυτή τη θητεία, δεν έχει εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσει τις εξουσίες του για παραπομπή και απομάκρυνση. Έτσι όμως παραιτείται από την πιο βασική εποπτική του ευθύνη.

Αλλά εκτός από την παραπομπή, υπάρχουν βήματα που μπορεί να κάνει το Κογκρέσο για να λογοδοτήσει ο πρόεδρος. Θα μπορούσε να αρνηθεί να διαθέσει χρηματοδότηση για την αντισυνταγματική ατζέντα της κυβέρνησης. Θα μπορούσε να αναπτύξει τα ερευνητικά του εργαλεία για να εντοπίσει ροές χρηματοδότησης εκτός βιβλίων και στη συνέχεια να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία προϋπολογισμού του Κογκρέσου για να επαναφέρει τον έλεγχο επί αυτών των κεφαλαίων. Και θα μπορούσε να ασκήσει διώξεις για περιφρόνηση του Κογκρέσου σε αξιωματούχους που παραβιάζουν τους νόμους, αρνούμενοι να εκταμιεύσουν κεφάλαια για κομματικούς λόγους.

Μακροπρόθεσμα, το Κογκρέσο πρέπει να δημιουργήσει ένα νέο σύνολο εργαλείων όχι μόνο για τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας αλλά και για να ενδυναμώσει τη νομοθετική εξουσία με ισχυρότερα μέσα για να ασκεί τις δημοσιονομικές της εξουσίες. Η διόγκωση της εκτελεστικής εξουσίας είναι, σε μεγάλο βαθμό, συνέπεια της νομοθετικής δυσλειτουργίας. Η οικοδόμηση μιας λειτουργικής και αποτελεσματικής διαδικασίας για τον προϋπολογισμό, με ισχυρότερους δεσμούς μεταξύ του Κογκρέσου και της ομοσπονδιακής γραφειοκρατίας, θα αναζωογονήσει το Άρθρο Ι του Συντάγματος και, μαζί με αυτό, την θεμελιώδη αρχή της Δημοκρατίας μας που έχει αναθέσει τη δημοσιονομική εξουσία στο νομοθετικό σώμα.

Ο Aziz Huq διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο. Το βιβλίο του “Into the Dual State” θα εκδοθεί τον επόμενο χρόνο. Η Vanessa Williamson είναι ανώτερη ερευνήτρια στο Brookings Institution.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο