Τον Μάιο του 2018, στελέχη συμμόρφωσης της Deutsche Bank ζήτησαν εξηγήσεις για μεταφορά χιλιάδων δολαρίων από λογαριασμό Αμερικανού χρηματοδότη προς τράπεζα της Μόσχας. Ο μάνατζερ που ήταν υπεύθυνος για τον λογαριασμό του απάντησε πως επρόκειτο απλώς για δίδακτρα «φίλης».
Όταν η ομάδα κατά του ξεπλύματος χρήματος ρώτησε γιατί λογαριασμός μισθοδοσίας χρησιμοποιείται για έξοδα Ρωσίδας φοιτήτριας, η απάντηση ήταν ότι για «μεμονωμένες μεταφορές» το προσωπικό του πελάτη είχε «ευελιξία να χρησιμοποιεί όποιον λογαριασμό επιθυμεί».
Ο πελάτης ήταν ο Τζέφρι Έπστιν. Και, σύμφωνα με έρευνα των Financial Times, η γερμανική τράπεζα όχι μόνο τον ενέταξε το 2013 – αφού η JPMorgan Chase διέκοψε τη συνεργασία μαζί του – αλλά του παρείχε επί σχεδόν έξι χρόνια πρόσβαση σε υπηρεσίες υψηλού επιπέδου, παρά τις επανειλημμένες εσωτερικές επιφυλάξεις.
Από τη JPMorgan στη Φρανκφούρτη
Η σχέση ξεκίνησε όταν ο τότε επικεφαλής της διαχείρισης πλούτου στις ΗΠΑ, Πολ Μόρις, μετακινήθηκε από τη JPMorgan στη Deutsche, φέρνοντας μαζί του ένα δίκτυο υπερπλούσιων πελατών – ανάμεσά τους και τον Έπστιν. Παρά το ποινικό του μητρώο, η διαδικασία ελέγχου φήμης φέρεται να παρακάμφθηκε, με εσωτερικό μήνυμα να διαβεβαιώνει ότι αρκεί ο συνήθης έλεγχος «know your customer».
Τον Οκτώβριο του 2013 μεταφέρθηκαν 180 εκατ. δολάρια στη νέα του τράπεζα. Εσωτερικά emails μιλούσαν για «κατάκτηση» του λογαριασμού. Η Deutsche επιδίωξε μάλιστα να αξιοποιήσει τις διασυνδέσεις του Έπστιν με πρόσωπα υψηλού κύρους, όπως ο συνιδρυτής της Apollo, Λίον Μπλακ, και ο πρώην υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Λόρενς Σάμερς.
Προειδοποιήσεις που αγνοήθηκαν
Καθ’ όλη τη διάρκεια της σχέσης, η ομάδα συμμόρφωσης κατέγραφε «ύποπτη δραστηριότητα». Καταθέσεις μετρητών που φαίνονταν να σπάνε το όριο αναφοράς, εμβάσματα προς νεαρές γυναίκες στην Ανατολική Ευρώπη, πληρωμές προς εταιρείες με ασαφή δραστηριότητα. Το 2017, η Deutsche κατέθεσε δεύτερη αναφορά ύποπτης δραστηριότητας σε λιγότερο από έναν χρόνο. «Πρέπει να συζητήσουμε το μέλλον αυτού του λογαριασμού», έγραφε στέλεχος.
Παρόλα αυτά καμία ενέργεια δεν ελήφθη. Αντιθέτως, σύμφωνα με το ρεπορτάζ των Financial Times, εγκρίθηκε αύξηση του ημερήσιου ορίου ανάληψης μετρητών από 1.000 σε 12.000 δολάρια. Σύμφωνα με μεταγενέστερη έρευνα των αρχών της Νέας Υόρκης, ο Έπστιν απέσυρε κατά μέσο όρο 200.000 δολάρια μετρητά ετησίως.
Εσωτερικά έγγραφα δείχνουν ότι η τράπεζα επεξεργάστηκε περίπου 875.000 δολάρια σε πληρωμές προς «υποτιθέμενα ξένα μοντέλα». Παρά τις επισημάνσεις, η δραστηριότητα χαρακτηρίστηκε «συνήθης για τον πελάτη».

«Key Client»
Ο Έπστιν εντάχθηκε στην ομάδα «Key Client Partners», που εξυπηρετούσε πελάτες άνω των 100 εκατ. δολαρίων. Οι traders συχνά διαμαρτύρονταν για τη δυσκολία συνεργασίας, όμως τα έσοδα –που ξεπερνούσαν το 1 εκατ. δολάρια ετησίως– λειτουργούσαν ως ισχυρό κίνητρο.
Ακόμη και όταν το 2018 η δημοσιότητα γύρω από τις κατηγορίες σε βάρος του κλιμακώθηκε, ο βασικός τραπεζίτης του φέρεται να απέκρουε αιτήματα επιπλέον ελέγχων, χαρακτηρίζοντάς τα «υπερβολικά».
Η απόφαση διακοπής της σχέσης ελήφθη στα τέλη του 2018. Όμως η αποδέσμευση υπήρξε αργή, με παρατάσεις προθεσμιών και μεταφορές κεφαλαίων να συνεχίζονται έως το 2019. Όταν ο Έπστιν τελικα συνελήφθη τον Ιούλιο εκείνου του έτους για σεξουαλική διακίνηση ανηλίκων, αρκετοί λογαριασμοί του παρέμεναν ακόμη ανοικτοί – με υπόλοιπο μόλις 33,77 δολάρια.
Το κόστος και η παραδοχή
Η Deutsche Bank έχει ήδη καταβάλει 225 εκατ. δολάρια σε πρόστιμα και διακανονισμούς που σχετίζονται με την υπόθεση Έπστιν, καθώς και για αδυναμίες συμμόρφωσης σε ρωσικά σχήματα ξεπλύματος χρήματος. Σε δήλωσή της αναγνώρισε το «λάθος ένταξης» του 2013 και παραδέχθηκε «αδυναμίες» στις διαδικασίες της, οι οποίες –όπως υποστηρίζει– έχουν έκτοτε αντιμετωπιστεί συστηματικά.
Τα δεκάδες χιλιάδες εσωτερικά emails που δημοσιοποιήθηκαν από το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης σκιαγραφούν, ωστόσο, μια εικόνα οργανισμού που επί χρόνια προέταξε τα έσοδα έναντι των κινδύνων φήμης και κανονιστικής συμμόρφωσης.
Μια υπόθεση που δεν αφορά μόνο έναν πελάτη. Αλλά τον τρόπο με τον οποίο μια παγκόσμια τράπεζα διαχειρίστηκε –ή απέτυχε να διαχειριστεί– τον κίνδυνο.
