Για δεκαετίες, το «Made in China» παρέπεμπε στη μαζική παραγωγή και το χαμηλό κόστος. Σήμερα, όμως, η ίδια ένδειξη αρχίζει να αποκτά άλλη βαρύτητα: να ανοίγει την όρεξη.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Economist, η Κίνα διεισδύει δυναμικά στην αγορά των premium τροφίμων, αμφισβητώντας την κυριαρχία της Δύσης σε προϊόντα που μέχρι πρότινος θεωρούνταν αποκλειστικά «ευρωπαϊκά» ή «ιαπωνικά».
Ήδη είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας χαβιαριού οξύρρυγχου και τρούφας παγκοσμίως, ενώ επεκτείνεται ταχύτατα σε φουά γκρα, ελαιόλαδο, matcha και εκλεκτά κρασιά. Και η ζήτηση δεν περιορίζεται εκτός συνόρων: οι εγχώριοι καταναλωτές ανακαλύπτουν με ενθουσιασμό τα «ντελικατέσεν» της νέας εποχής.
Το χαβιάρι ως case study βιομηχανικής αριστείας
Το χαβιάρι αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η καινοτομία σε μεγάλη κλίμακα μπορεί να ανατρέψει τις ισορροπίες. Η Κίνα ξεκίνησε την εκτροφή οξύρρυγχου στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και σήμερα παράγει πάνω από το 40% της παγκόσμιας ποσότητας χαβιαριού.
Η εταιρεία Kaluga Queen, από τους κολοσσούς του κλάδου, ξεκίνησε την παραγωγή το 2006 σε μια τεχνητή λίμνη σχεδόν διπλάσια σε μέγεθος από τη Μάλτα. Διατηρεί τη θερμοκρασία του νερού κάτω από τους 5°C, επιτυγχάνοντας παραγωγή όλο τον χρόνο. Ένα δίκτυο σωληνώσεων τροφοδοτεί καθημερινά περίπου 200.000 οξύρρυγχους, ενώ drones παρακολουθούν και καταμετρούν τα ψάρια.
Από το Γκανσού στο Νινγκσία: η γεωγραφία ως πλεονέκτημα
Η επιτυχία δεν οφείλεται μόνο στην τεχνολογία. Η γεωγραφική ποικιλομορφία της Κίνας λειτουργεί ως φυσικό εργαστήριο γεύσεων.
Στην ηλιόλουστη επαρχία Γκανσού ανθεί μια ταχέως αναπτυσσόμενη βιομηχανία ελαιολάδου. Στη γειτονική, ορεινή Νινγκσία παράγονται κρασιά που κερδίζουν διεθνείς διακρίσεις.
Στο νοτιοδυτικό Γκουιτζόου, το υψόμετρο, η υγρασία και η περιορισμένη ηλιοφάνεια δημιουργούν ιδανικές συνθήκες για καλλιέργεια τσαγιού matcha, αμφισβητώντας ευθέως την πρωτοκαθεδρία της Ιαπωνίας.
Μάχη για μια αγορά 500 δισ. δολαρίων
Η παγκόσμια αγορά πολυτελών τροφίμων αγγίζει σχεδόν τα 500 δισ. δολάρια, σύμφωνα με τη Mordor Intelligence. Οι παραδοσιακοί παραγωγοί δεν μένουν αδρανείς. Γάλλοι καλλιεργητές τρούφας πιέζουν για αυστηρότερη «κωδικοποίηση» των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών των προϊόντων τους. Η Ιαπωνία έχει θεσπίσει επίσημο σήμα για το wagyu, προκειμένου να προστατεύσει το brand από ξένες απομιμήσεις. Στόχος: να διατηρήσουν το συγκριτικό τους πλεονέκτημα και να δυσκολέψουν την κινεζική διείσδυση.
Ωστόσο, οι αντιλήψεις αλλάζουν. Διάσημοι σεφ, όπως ο Alain Ducasse, εντάσσουν κινεζικά προϊόντα στα μενού τους. Παράλληλα, η Κίνα ενισχύει τη διεθνή αναγνώριση δικών της προϊόντων μέσω συμφωνιών γεωγραφικής προστασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τα «Lincang nuts» – υβρίδιο συγγενές της αυστραλιανής μακαντάμιας – το γιασεμένιο τσάι της Φουζού, το Pu’er τσάι και καφές, καθώς και το χοιρινό Jinhua.
Η γαστρονομική σκακιέρα αναδιατάσσεται. Και το «Made in China» δεν σημαίνει πια απλώς ποσότητα. Σημαίνει ποιότητα – και φιλοδοξία για ηγεμονία στο παγκόσμιο τραπέζι.