Οι απολυταρχικές κυβερνήσεις υιοθετούν το «θρυμματισμένο Διαδίκτυο» για να ελέγξουν την ενημέρωση στους πολίτες τους.
Στο αποκορύφωμα του μπλακάουτ στο Ιράν τον Ιανουάριο οι πολίτες μπορούσαν ακόμη να έχουν πρόσβαση σε μια πλατφόρμα που από μια άποψη έμοιαζε με το Διαδίκτυο.
Οι Ιρανοί μπορούσαν να στέλνουν μηνύματα σε συγγενείς μέσω μιας εφαρμογής που παρακολουθείται από την κυβέρνηση και να παρακολουθούν στιγμιότυπα ποδοσφαιρικών αγώνων ακόμη ξένων πρωταθλημάτων όπως το αγγλικό σε μια ιρανική πλατφόρμα διαμοιρασμού βίντεο. Μπορούσαν να διαβάζουν κρατικές ειδήσεις και να χρησιμοποιούν μια τοπική υπηρεσία πλοήγησης.
Αυτό που δεν μπορούσαν να κάνουν ήταν να ελέγξουν διεθνείς τίτλους ειδήσεων σχετικά με τις χιλιάδες ανθρώπων που σκοτώθηκαν από κυβερνητικές δυνάμεις σε μία από τις πιο αιματηρές εβδομάδες της πρόσφατης ιστορίας του Ιράν. Ούτε σε μεγάλο βαθμό, μπορούσαν να μεταφέρουν αποδείξεις προς τα έξω – καμία εικόνα, κανένα βίντεο, καμία μαρτυρία για στρατιωτικά οχήματα που έπεφταν πάνω σε διαδηλωτές ή για συγγενείς που σύρονταν έξω από τα σπίτια τους και πυροβολούνταν.
Αυτό που έχει το Ιράν είναι το αποκαλούμενο splinternet, ένα «θρυμματισμένο Διαδίκτυο» που όπως φαίνεται γίνεται πραγματικότητα για εκατομμύρια ανθρώπους. Και είναι πιθανό να επιδεινωθεί.
Όπως αναφέρει σε άρθρο του ο Guardian περισσότερες από τις μισές περιφέρειες της Ρωσίας έχουν πρόσβαση μόνο σε μια περιορισμένη, εγκεκριμένη από το κράτος εκδοχή του Διαδικτύου μέσω κινητών τηλεφώνων. Το «μεγάλο τείχος προστασίας» της Κίνας μπλοκάρει το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου Διαδικτύου συμπεριλαμβανομένων της μηχανής αναζήτησης της Google. Η χούντα της Μιανμάρ έχει πειραματιστεί με στοχευμένες διακοπές σύνδεσης ενώ πρόσφατα το ίδιο έκαναν και οι αρχές στο Αφγανιστάν και στο Πακιστάν.
Η στρατηγική και τα εμπόδια
Για σχεδόν δύο δεκαετίες οι ΗΠΑ στήριζαν μια παγκόσμια προσπάθεια ώστε να είναι εξαιρετικά δύσκολο για τις κυβερνήσεις να διαμελίζουν το Διαδίκτυο με αυτόν τον τρόπο. Η προσπάθεια βασιζόταν στη χρηματοδότηση εργαλείων που ανέπτυσσαν ομάδες σε όλο τον κόσμο για την παράκαμψη της λογοκρισίας. Αυτά καθιστούσαν πολύ δαπανηρό και δύσκολο το πλήρες κλείσιμο του Διαδικτύου και διασφάλιζαν ότι οι κυβερνήσεις που επιχειρούσαν να αποκόψουν τους πολίτες τους συχνά απομόνωναν και τον εαυτό τους μαζί με τα χρηματοπιστωτικά τους ιδρύματα.
Όπως πολλές πρωτοβουλίες ήπιας ισχύος των ΗΠΑ, το μοντέλο αυτό δεν ήταν τέλειο αφού είχε ηθικές πολυπλοκότητες και κατά καιρούς ερχόταν σε σύγκρουση με τις πολιτικές άλλων κυβερνήσεων. Ωστόσο αποτελεί ένα από τα θεμέλια αυτού που είναι το Διαδίκτυο: ένα παγκόσμιο κοινό αγαθό. Ο σημερινός ψηφιακός κόσμος κυριαρχείται από μεγάλες τεχνολογικές πλατφόρμες και κατακλύζεται από παράνομο περιεχόμενο και παραπληροφόρηση. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει μια δομή όπου τα γεγονότα, οι ιδέες και οι πληροφορίες που είναι προσβάσιμες από το Λονδίνο είναι σε μεγάλο βαθμό προσβάσιμες και από το Νέο Δελχί, το Γιοχάνεσμπουργκ και το Σάο Πάολο.
Αυτό θα μπορούσε να αλλάξει γρήγορα. Από τη μία πλευρά υπάρχει το ζήτημα της χρηματοδότησης από τις ΗΠΑ η οποία έχει πλέον περικοπεί ή φαίνεται να ανακατευθύνεται σε μια πιο πολιτικοποιημένη προσπάθεια υπονόμευσης των παγκόσμιων προσπαθειών ρύθμισης των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών.
Από την άλλη υπάρχει η αυξανόμενη εξαγωγή τεχνολογιών λογοκρισίας οι οποίες βελτιώνονται συνεχώς και προωθούνται όλο και περισσότερο στο εξωτερικό. Σε αυτές περιλαμβάνονται συσκευές που πωλούνται από κινεζικές εταιρείες και παρέχουν στους πελάτες τους (κυβερνήσεις στο Πακιστάν, τη Μιανμάρ και την Αιθιοπία μεταξύ άλλων) εξαιρετικά λεπτομερή έλεγχο του τι εισέρχεται και τι εξέρχεται από μια χώρα. Πιστεύεται ότι παρόμοιες τεχνολογίες αποτελούν τη βάση του τρέχοντος αποκλεισμού στο Ιράν.
Η μάχη ελέγχου
Οι τεχνολογίες λογοκρισίας γίνονται ισχυρότερες την ίδια στιγμή που τα προγράμματα που σχεδιάστηκαν για να τις αναχαιτίζουν έχουν αποδεκατιστεί. Για όσους εργάζονται πάνω στο ζήτημα, τα διακυβεύματα είναι υψηλά. «Όταν οι κυβερνήσεις δεν θέλουν να ελέγχονται για το πόσους ανθρώπους σκοτώνουν στους δρόμους τους, θα κλείσουν το διαδίκτυο», δήλωσε πρώην Αμερικανός αξιωματούχος.
Δεν είναι εύκολο να δημιουργηθεί ένα διασπασμένο Διαδίκτυο. Το Internet είναι εκ φύσεως ένα αποκεντρωμένο και βαθιά αλληλεξαρτώμενο δίκτυο. Ωστόσο το πρόσφατο παράδειγμα του Ιράν δείχνει ότι αυτό γίνεται ολοένα και πιο εφικτό. Η Ρωσία προσπαθεί εδώ και χρόνια να δημιουργήσει ένα παρόμοιο αποκομμένο Διαδίκτυο και άλλα αυταρχικά καθεστώτα φαίνεται να μοιράζονται αυτή τη φιλοδοξία. Στο μέλλον θα είναι φθηνότερο και ευκολότερο να επιτευχθεί.
Κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων ευρωπαϊκών, προωθούν έννοιες όπως κυρίαρχα δεδομένα, κυρίαρχη τεχνητή νοημοσύνη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίαρχο διαδίκτυο. Παράλληλα, επιδιώκουν την εθνικοποίηση υποδομών, για παράδειγμα τη διατήρηση των ιατρικών αρχείων των πολιτών της Βρετανίας σε κέντρα δεδομένων εντός της χώρας. Πρόκειται για έναν κατανοητό στόχο, δεδομένης της ολοένα και πιο αυταρχικής κατεύθυνσης ορισμένων αμερικανικών τεχνολογικών πλατφορμών που διαχειρίζονται μεγάλο μέρος των παγκόσμιων δεδομένων.
Ωστόσο, αν φασιστικά ή αυταρχικά καθεστώτα ανέλθουν στην εξουσία, μια τέτοια προσέγγιση ενέχει τον κίνδυνο να αντικατασταθεί ένα σύνολο δεσποτών με ένα άλλο. Η ικανότητα του Ιράν να αποκόψει το Διαδίκτυο προετοιμάστηκε από μια πολυετή προσπάθεια εθνικοποίησης της βασικής του υποδομής. Διακοπές όπως αυτή του Ιράν γίνονται πολύ ευκολότερες όταν τα δεδομένα μιας χώρας είναι πλήρως προσβάσιμα στις εγχώριες αρχές.
Όσοι αγωνίζονται για τις ψηφιακές ελευθερίες σε δύσκολα περιβάλλοντα, στο Ιράν και αλλού, στρέφονται προς την Ευρώπη ελπίζοντας ότι η ΕΕ θα μπορούσε να καλύψει μέρος του κενού που άφησαν οι ΗΠΑ και να χρηματοδοτήσει τεχνολογίες κατά της λογοκρισίας.
Είναι αμφίβολο αν η Ευρώπη διαθέτει τα χρήματα ή τη βούληση να κάνει πολλά δεδομένων των άλλων ευθυνών που πρέπει να αναλάβει. Σε σύγκριση με την άμυνα, το ζήτημα φαίνεται δευτερεύον. Όμως το πληροφοριακό περιβάλλον όπως το γνωρίζουμε, το κοινό έδαφος πραγματικότητας που επέτρεψε να γραφτεί αυτό το κείμενο και να το διαβάζετε, διακυβεύεται.