Η Γεωλογία έλκει τις αρχέγονες καταγωγές της από τους πρώτους προσωκρατικούς στοχαστές της φύσης
Η Γεωλογία ως επιστήμη δεν γεννήθηκε αιφνίδια τον 18ο αιώνα με σφυρί, πυξίδα και γεωλογικό χάρτη. Η συγκρότησή της υπήρξε αποτέλεσμα μιας μακράς πολιτισμικής και εννοιολογικής διεργασίας.
Αν θέλουμε να αναζητήσουμε την πρώτη της εμφάνιση, δεν θα τη βρούμε στη σκέψη των Ιώνων φιλοσόφων, ούτε στις ορυκτολογικές συλλογές του Ulisse Aldrovandi, αλλά σε μια μεσαιωνική λέξη που χρησιμοποιήθηκε σποραδικά: Το 1345, ο Richard de Bury, επίσκοπος του Durham και συγγραφέας του Philobiblon, χρησιμοποίησε τον λατινικό όρο geologiae με μια σημασία που σήμερα θα μας ξενίσει. Το Φιλόβιβλον, γραμμένο στα λατινικά, εξυμνούσε τα βιβλία ως «οχήματα γνώσης και σοφίας» αλλά και ως «στηρίγματα της πίστης». Προέτρεπε τον κλήρο να αγαπά τη γνώση και τα βιβλία και επέκρινε τους κληρικούς που τα παραμελούσαν. Στο βιβλίο αυτό ο όρος geologiae δεν αναφέρεται σε πετρώματα, στρωματογραφία ή απολιθώματα. Αναφέρεται στα «γήινα πράγματα», στις κοσμικές, διοικητικές και νομικές υποθέσεις των ανθρώπων, σε αντιδιαστολή προς τη theologiae, τον λόγο «περί των θείων» (de Bury, 1345/1888).
Στον de Bury λοιπόν η geologiae έχει επικριτικά και ειρωνικά μια έννοια που ανήκει στο πεδίο της κοσμικής διαχείρισης και της νομικής πράξης: “…ut theologiae vacemus et geologiae minus intendamus…” («…ώστε να αφοσιωνόμαστε στη θεολογία και να ασχολούμαστε λιγότερο με τα γήινα ζητήματα»). Η αντίθεση θεολογία–γεωλογία λειτούργησε ως διάκριση ουράνιου και επίγειου, όχι ως διάκριση επιστημονικών κλάδων. Αυτή η πρώτη ακούσια διάκριση είναι απλή αλλά βαθιά: η θεολογία αφορά τον ουρανό, η γεωλογία, ό,τι συμβαίνει στη Γη. Δεν πρόκειται ακόμη για επιστήμη. Είναι όμως η πρώτη αναφορά που η Γη αναγνωρίζεται, σε μια θεοκρατούμενη εποχή, ως αυτόνομο πεδίο λόγου. Η λέξη προηγήθηκε του αντικειμένου. Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Μπορεί να αναγνωριστεί ως ένα από τα πρώτα βήματα προς την αυτονόμηση της φύσης από τη θεολογική εποπτεία. Η λέξη geologiae μπορεί να είχε κοσμική, συμπεριλαμβανομένης και της νομικής σημασίας, όμως το πεδίο της φύσης άρχιζε ήδη να αποκτά αυτονομία (Rossi, 1997).
Περισσότερο από έναν αιώνα νωρίτερα, στα τέλη του 12ου και στις αρχές του 13ου αιώνα, ο Gervase of Tilbury έγραψε το Otia Imperialia που αφιερώθηκε στον αυτοκράτορα Όθωνα Δ΄της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο τίτλος σημαίνει κυριολεκτικά «αυτοκρατορικές σχόλες» και δηλώνει κείμενα ψυχαγωγικού χαρακτήρα για τις ώρες ανάπαυσης του ηγεμόνα. Το Otia Imperialia εντάσσεται στην εγκυκλοπαιδική των αξιοπερίεργων της φύσης (mirabilia), συγγενή προς το κοσμογραφικό πνεύμα των μεσαιωνικών mappae mundi (κοσμογραφικών χαρτών), στους οποίους η γεωγραφική πληροφορία συνυπάρχει με τη θεολογική ερμηνεία. Ωστόσο, σε αντίθεση με καθαρά συμβολικές απεικονίσεις, ο Gervase άντλησε τα δεδομένα του από ταξιδιωτικές μαρτυρίες και τοπικές παρατηρήσεις. Στις αφηγήσεις αυτές διακρίνεται μια αυξανόμενη προσοχή στην εμπειρική ιδιαιτερότητα του τόπου, μια πολιτισμική ευαισθησία που, αιώνες αργότερα, θα επιτρέψει τη συγκρότηση της φυσικής Γεωγραφίας, μια από τις Γεωεπιστήμες. Έτσι λοιπόν η Γη, έστω και μέσα σε θεολογικό πλαίσιο, αρχίζει να αποκτά χωρική συγκεκριμενοποίηση. Ο Gervase περιγράφει πηγές που αναβλύζουν περιοδικά, λίθους με παράξενες ιδιότητες, απολιθωμένα όστρακα που βρίσκονται μακριά από τη θάλασσα. Δεν τα ερμηνεύει με φυσικούς νόμους, τα εντάσσει σε θεολογικό και κοσμολογικό πλαίσιο. Ωστόσο, τα καταγράφει. Και αυτή η πράξη, η απλή πράξη της καταγραφής, έχει ιστορική βαρύτητα. Το χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου είναι ότι η καταγραφή ερμηνεύεται θεολογικά παρότι η εγκυκλοπαιδική παράδοση (του Μεσαίωνα) διατηρεί τη γνώση της αρχαιότητας δημιουργώντας το υπόβαθρο για την αναγέννηση των φυσικών επιστημών (Dear, 2006).
Η Γεωλογία, ως επιστήμη της φυσικής αιτιότητας και της χρονικής διαδοχής, έχει ρίζες και σε μια μακρά περίοδο συσσώρευσης αφηγήσεων για το παράδοξο. Υπό αυτή την έννοια, ο Gervase of Tilbury βρίσκεται στην προϊστορία της Γεωλογίας: όχι ως ιδρυτής της, αλλά ως φορέας μιας παρατηρητικής κουλτούρας που αναγνώρισε ότι η Γη παρουσιάζει φαινόμενα άξια καταγραφής. Η επιστήμη που θα γεννηθεί αιώνες αργότερα, θα στηριχτεί σε κάτι που ο Μεσαίωνας παρατηρεί αλλά δεν μπορεί ακόμη να ερμηνεύσει: ότι τα στρώματα της Γης είναι συμπυκνωμένος «βαθύς χρόνος» (”deep time”, με την έννοια του γεωλογικού χρόνου). Στον Gervase, αυτός ο χρόνος παραμένει βιβλικός. Αλλά η αναγνώριση ότι η γήινη ύλη φέρει ίχνη παρελθόντος είχε ήδη διατυπωθεί, από τους Ίωνες φυσιολόγους, (6ος αι. π.Χ.) που έθεσαν τα ερμηνευτικά θεμέλια όταν αποδέσμευσαν τη φύση από τον μύθο. Μέσα από απλές παρατηρήσεις, όπως η ύπαρξη απολιθωμάτων στα βουνά, κατανόησαν ότι η ξηρά ήταν κάποτε βυθός κάποια θάλασσας και εισήγαγαν την έννοια της αέναης μεταβολής. Η ιδέα της μεταβολής δεν εξαφανίζεται στον Μεσαίωνα. Ο Αριστοτέλης μελετάται συστηματικά, η φυσική αιτιότητα διατηρείται και τα φαινόμενα ερμηνεύονται μέσω δευτερευουσών αιτιών. Εκείνο που περιορίζεται δεν είναι η δυναμική της φύσης, αλλά η χρονικότητά της. Η μεταβολή παύει να νοείται ως ανοιχτή, σωρευτική ιστορία της Γης και εντάσσεται σε κοσμολογία πεπερασμένου, θεολογικά ορισμένου χρόνου. Η φύση δρα, αλλά δεν αφηγείται. Τα ίχνη του χρόνου υπάρχουν, αλλά δεν διαβάζονται ως παρελθόν.
Όταν ο Richard de Bury χρησιμοποίησε τον όρο geologiae δεν θεμελίωσε μια νέα επιστήμη. Κατονόμασε όμως το «γήινο» ως διακριτό πεδίο λόγου απέναντι στο «θείο». Η διάκριση ήταν ρητορική, αλλά σημασιολογικά κρίσιμη: γιατί δημιούργησε «χώρο». Λίγο νωρίτερα, ο Gervase of Tilbury κατέγραψε φυσικά φαινόμενα όχι ως δεδομένα ιστορίας, αλλά ως αξιοπερίεργα της φύσης (mirabilia). Εισήγαγε την παρατήρηση χωρίς τη δύναμη του ερμηνευτικού της βάθους. Η αιτιότητα παρέμεινε θεολογική, αλλά η παρατήρηση ήταν πραγματική. Η Γη αντιμετωπίστηκε ως τόπος ιδιαιτεροτήτων που αξίζουν συστηματικής προσοχής και κάθε επιστήμη αρχίζει ακριβώς εκεί (Dear, 2006).
Η Γεωλογία έλκει τις αρχέγονες καταγωγές της από τους πρώτους προσωκρατικούς στοχαστές της φύσης (Ξενοφάνης, Αναξίμανδρος κ.ά.), οι οποίοι με ορθολογική διαίσθηση ερμήνευσαν τα απολιθώματα ως αποδείξεις ότι η ξηρά και η θάλασσα ανταλλάσσουν θέσεις σε ένα δυναμικό σύστημα, όμως ο Μεσαίωνας μετέτρεψε αυτή την ερμηνευμένη παρατήρηση σε θεολογικό σύμβολο. Στο μεσαιωνικό σύμπαν, όπως αυτό αποτυπώνεται στο Otia Imperialia, τα στρώματα της Γης δεν νοούνται ως συσσωρευμένος χρόνος εκατομμυρίων ετών, αλλά ως στατικά ίχνη της Θείας Δημιουργίας ή του βιβλικού Κατακλυσμού, μεταμορφώνοντας τη γεωλογική πραγματικότητα από ιστορικό αρχείο σε ένα αξιοπερίεργο της φύσης που επιβεβαίωνε τη Γραφή, αντί για τη φυσική εξέλιξη.
Όταν τον 17ο και 18ο αιώνα οι φυσιοδίφες άρχισαν να «μιλούν» για στρωματογραφία, για απολιθώματα ως κατάλοιπα οργανισμών και για γεωλογικό χρόνο, δεν ξεκίνησαν από το μηδέν. Κληρονόμησαν έναν πολιτισμικό ορίζοντα όπου η Γη έχει ήδη αποκτήσει αυτονομία ως αντικείμενο λόγου. Η μετάβαση ήταν σταδιακή: από τον «λόγο περί των γήινων πραγμάτων» στον λόγο περί της Γης ως φυσικού σώματος, από τη κοσμική και νομική διάσταση του όρου στον επιστημονικό προσδιορισμό του, από το θαυμαστό στο αιτιατό.
Η Γεωλογία ως επιστήμη δεν εμφανίστηκε ξαφνικά με τον J. Hutton (1726–1797) ή τον C. Lyell (1797–1875).Προηγήθηκε μια μακρά περίοδος πολιτισμικής προετοιμασίας, κατά την οποία η Γη αποσπάστηκε σταδιακά από τη σφαίρα του αποκλειστικά θεολογικού λόγου και απέκτησε δική της φωνή (Gould, 1987). Η ιστορία της Γεωλογίας αρχίζει από μια φαινομενικά απλή εικόνα: ένα κοχύλι σε ένα βουνό. Για τους πρώτους Ίωνες στοχαστές της φύσης, η εικόνα αυτή υπήρξε ένδειξη μεταβολής, σημάδι ότι η Γη και η θάλασσα εναλλάσσουν θέσεις μέσα στον χρόνο. Στον Μεσαίωνα, όμως, το ίδιο ίχνος δεν διαβάστηκε ως ιστορικό τεκμήριο αλλά ως mirabile, ως αξιοπερίεργ της φύσης ενταγμένο σε θεολογική κοσμολογία. Η παρατήρηση παρέμεινε, η ιστορική της όμως ανάγνωση ανεστάλη. Και όταν αργότερα εμφανίστηκε η λέξη geologiae για να δηλώσει τον «λόγο περί των γήινων πραγμάτων», το κοχύλι δεν είχε ακόμη αποκτήσει χρονικό βάθος. Χρειάστηκαν αιώνες ώστε η λέξη να συναντήσει το τεκμήριο και η μεταβολή να μετατραπεί σε ιστορία της Γης. Η λέξη είχε ειπωθεί και το πρώτο ίχνος του τεκμηρίου είχε καταγραφεί. Εκείνο που δεν είχε ακόμη μεταβληθεί ήταν η ίδια η σύλληψη του χρόνου. Η καθοριστική μετατόπιση ήρθε όταν η αριστοτελική φυσική, όπως αυτή ήταν «εγκλωβισμένη» στο θεολογικό πλαίσιο του Μεσαίωνα, έπαψε να «επιβάλλει» ένα μοντέλο κλειστής χρονικότητας και άνοιξε τον δρόμο για μια γραμμική, ιστορική ανάγνωση της φύσης. Η αριστοτελική σκέψη μπορούσε να εξηγήσει μεταβολές, δεν μπορούσε όμως να αναπαραγάγει την ιστορία της Γης. Η επιστήμη της Γεωλογίας δεν γεννήθηκε όταν παρατηρήθηκαν τα γεωλογικά επάλληλα στρώματα, γεννήθηκε όταν αυτά τα στρώματα «διαβάστηκαν» ως διαδοχικά επεισόδια ενός σωρευτικού, εξελικτικού και πρακτικά μετρήσιμου γεωλογικού χρόνου.
*Ο Μανόλης Μανούτσογλου είναι Καθηγητής και τέως Κοσμήτορας της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης
Βιβλιογραφικές Αναφορές
- de Bury, R. (1345/1888). Philobiblon. London: Kegan Paul.
- Dear, P. (2006). The Intelligibility of Nature: How Science Makes Sense of the World. Chicago: University of Chicago Press.
- Gervase of Tilbury (c.1210/1856). Otia Imperialia: Des Gervasius von Tilbury Otia Imperialia in einer Auswahl. Μεταφρ. F. Liebrecht. Hannover: Carl Rümpler.
- Gould, S.J. (1987). Time’s Arrow, Time’s Cycle: Myth and Metaphor in the Discovery of Geological Time. Cambridge, MA: Harvard University Press.
- Rossi, P. (1997). The Birth of Modern Science. Oxford: Blackwell.
- [1] https://www.amazon.com/Philobiblon-Richard-Bury/dp/0486832465
- [2] https://en.wikipedia.org/wiki/Otia_Imperialia#/media/File:Otia_Imperialia.jpg