Του Ανδρέα Καψαμπέλη
Είχαν δίκιο όσοι προειδοποιούσαν ότι η υπόθεση του παιδοβιαστή Έπσταϊν δεν θα έκλεινε με έναν θάνατο σε κελί υψίστης ασφαλείας και ότι θα εξελισσόταν σε κάτι πολύ ισχυρότερο και καταστροφικό από τσουνάμι· τηρουμένων των αναλογιών, σε μια πυρηνική βόμβα άγνωστης ακόμη ισχύος, με αχαρτογράφητο ωστικό κύμα. Μια βόμβα που κανείς δεν ξέρει πόσους και ποιους θα ισοπεδώσει όταν ολοκληρωθεί η αλυσιδωτή αντίδραση.
Οι εξελίξεις στο Ηνωμένο Βασίλειο με τη σύλληψη του πρίγκιπα Άντριου επιβεβαιώνουν ότι το ωστικό κύμα δεν αναγνωρίζει τίτλους, παλάτια ή οικογενειακά εμβλήματα. Η υπόθεση, που για χρόνια παρουσιαζόταν ως «σκάνδαλο υψηλής κοινωνίας», αποκτά διαστάσεις θεσμικής δοκιμασίας με πολιτικές και νομικές συνέπειες που ξεπερνούν τα πρόσωπα.
Μπορεί να ακούγεται μονότονο, αλλά η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Σε ολοένα και περισσότερες χώρες παρατηρείται κινητικότητα: έρευνες, δικαστικές διαδικασίες, δημόσιες παρεμβάσεις, πολιτικός έλεγχος. Αντιθέτως, στην Ελλάδα η σιωπή παραμένει εντυπωσιακή και σχεδόν εκκωφαντική. Όχι ως προς την απόδοση ευθυνών χωρίς στοιχεία, αλλά ως προς την απουσία ακόμη και της στοιχειώδους θεσμικής πρωτοβουλίας.
Κι όμως, θα έπρεπε επιτέλους να αναληφθεί μια ανεξάρτητη έρευνα και στη δική μας χώρα για τυχόν εμπλεκόμενους ή διασυνδέσεις. Διότι σε ό,τι αφορά την Ελλάδα η υπόθεση φαίνεται να έχει διπλή πτυχή. Δεν είναι μόνο τα κυκλώματα διαστροφής που φέρεται ότι είχε αναπτύξει ο Έπσταϊν διεθνώς. Είναι και το γεγονός ότι, μέσα από τα λεγόμενα «αρχεία Έπσταϊν» η χώρα μας μοιάζει να ξαναζεί τον εφιάλτη της μνημονιακής περιόδου – από την αρχή έως και τη δραματική της κορύφωση. Μια περίοδο που παρουσιάστηκε ως αναπόφευκτη «κρίση», ενώ για πολλούς συνιστούσε κάτι βαθύτερο: τη μεγαλύτερη μεταφορά χρέους στη σύγχρονη ευρωπαϊκή Ιστορία.
Για χρόνια, όσοι μιλούσαν για υπερβολές, για αδιαφάνεια ή για προτεραιότητα διάσωσης τραπεζικών ισολογισμών αντί κοινωνιών αντιμετωπίζονταν ως φορείς θεωριών συνωμοσίας. Σήμερα, έγγραφα και συνομιλίες που γράφτηκαν από ανθρώπους με άμεση γνώση των εξελίξεων -τη στιγμή που αυτές συνέβαιναν και με την άνεση ότι δεν θα ακουστούν – επαναφέρουν απορίες που δεν απαντήθηκαν ποτέ επαρκώς και έχουν μεταβληθεί πλέον σε βεβαιότητες!
Το ερώτημα δεν είναι αν διασώθηκε μια χώρα ή αν κατέρρευσε μια οικονομία. Το ερώτημα είναι ποιος τελικά προστατεύτηκε. Αν διασώθηκε μια εθνική οικονομία ή ένα διεθνές τραπεζικό σύστημα. Και αν το κόστος μεταφέρθηκε στις πλάτες των πολιτών, εκεί όπου από κάθε άποψη ήταν πολιτικά και λογιστικά ευκολότερο.
Ακριβώς γι’ αυτό, η σιωπή δεν μπορεί να είναι πλέον ουδέτερη στάση. Είναι επιλογή, και μάλιστα ένοχη. Και όσο το ωστικό κύμα της υπόθεσης εξαπλώνεται διεθνώς τόσο πιο επιτακτική γίνεται η ανάγκη να απαντηθεί, με θεσμικό τρόπο και χωρίς προκαταλήψεις, τι αφορά -και πόσο- τη δική μας χώρα και τις ελίτ της…