Γράφει ο Χρήστος Μπολώσης
Κάποτε πριν αρκετά χρόνια, ένα μεσημέρι (όχι «στης Ακρόπολης τα μέρη», που τραγούδησε ο μεγάλος Σταμάτης Κόκοτας) βρέθηκα στο βιβλιοπωλείο – στέκι, του φίλου μου, μακαρίτη πλέον, εκδότη Στρατή Φιλιππότη, με το οποίο συνεργαζόμαστε στην έκδοση του «Αθηναϊκού Ημερολογίου».
Εκεί συνάντησα μια κυρία, την οποία μου σύστησε ο οικοδεσπότης:
– Χρήστο η κυρία Ζωή Ρωπαίτου και κάτσε να σου δώσω κάτι δικό της και μου φέρνει το βιβλίο: «Από την άμαξα στο ταξί», που αναφερόταν στην παλιά Αθήνα.
Ευχαρίστησα και τον Στρατή και τη συγγραφέα, δηλώνοντας ότι ήταν ένα από τα καλλίτερα δώρα, αφού η λόξα μου με ό,τι έχει σχέση με την Αθήνα που έφυγε, είναι ανίατη.
– Ετοιμάζετε κάτι άλλο; Ρώτησα την κυρία Ρωπαίτου.
– Ναι, κάτι σχετικό με τα κουρεία. Αφού όμως και σεις είσθε συνεργάτης του «Αθηναϊκού Ημερολογίου», δεν γράφετε κάτι να το συμπεριλάβουμε στο βιβλίο.
Δελεαστική η πρόταση.
Τα κουρεία είναι η μεγάλη μου… αδυναμία, διότι από μικρός, μού είχαν υποβάλλει την αίσθηση του μοναδικού.
Αυτή η απροσδιόριστη μυρωδιά της φτηνής κολόνιας (συνήθως λεμόνι) και της πούδρας, ανακατεμένης με την όλη ατμόσφαιρα που μύριζε λίγο Βουλή, λίγο γήπεδο ποδοσφαίρου, λίγο αγορά, λίγο ντιβάνι ψυχαναλυτού, λίγο καφενείο, λίγο απ’ όλα τέλος πάντων, με είχε μαγέψει.
Πολλές οι ιστορίες και τα εύθυμα στιγμιότυπα, τα «ενσταντανέ», που έγραφαν οι παλιότεροι, που είχαν για σκηνικό τα κουρεία.
Επειδή, λόγω του επαγγέλματός μου, ήμουν υποχρεωμένος κάθε ένα ή δύο το πολύ, χρόνια να μετακομίζω σε άλλη πόλη, ένα από τα πρώτα που φρόντιζα να κάνω μόλις έφθανα στο νέο τόπο, ήταν η αναζήτηση κουρείου και για να ακριβολογούμε του «καταλλήλου» κουρείου. Συγκεκριμένα, εκείνου που θα συγκέντρωνε όλες τις προδιαγραφές, τους απαράβατους όρους και περιορισμούς που είχα θέσει στον εαυτό μου. Δηλαδή να είναι κάπως κεντρικό, ο κουρέας λίγο ώριμος ώστε να ξέρει να κουρεύει ανθρωπινά και όχι να «χαϊδεύει» το μαλλί και στο τέλος να φεύγεις με περισσότερο από όσο πήγες και τέλος, αυτό ει δυνατόν, να είναι φίλαθλος, ώστε να έχω πρόσβαση στην τοπική αθλητική, ή ακριβέστερα ποδοσφαιρική, κοινωνία, καθότι το σαράκι του ποδοσφαίρου, το έχω παιδιόθεν και μάλιστα σε επικίνδυνο βαθμό.
Κουβεντιάζοντας λοιπόν με την κυρία Ρωπαϊτου είπα αυτές μου τις σκέψεις, όποτε ξαφνικά μου λέει:
– Με τόσες πόλεις που γυρίσατε, όλο και κάποιες χαριτωμένες ιστορίες θα ζήσατε. Δεν γράφετε καμία να τη συμπεριλάβουμε στο νέο βιβλίο;
Με αυτό λοιπόν ως αφορμή και για να εναρμονισθώ με το πνεύμα της συγγραφέως, ξανάπιασα το «Από την άμαξα στο Ταξί».
Είδα ότι η συγγραφέας στο βιβλίο της αυτό, είχε συμπεριλάβει τραγούδια, ποιήματα, διηγήματα και άλλα θέματα, που ήταν σχετικά με το ταξί ή τις άμαξες. Συνεπώς και εγώ βοηθώντας την κατάσταση, έπρεπε να βρω τραγούδια ποιήματα κ.λπ. για τα κουρεία.
Μπα! Δεν βαριέστε. Μάταιος κόπος. Όσο κι αν βασάνισα το μυαλό μου πολύ λίγα πράγματα κατάφερα.
Μερικά μόνο τραγουδάκια, που όμως δεν μιλούσαν για τα κουρεία, αλλά για το αντικείμενο της δραστηριότητός τους, δηλαδή τα μαλλιά.
Έτσι θυμήθηκα το σχεδόν κλασικό παραδοσιακό των Επτανήσων: «Κάντα τα μαλλιά σου κάντα, κάντα σκάλες ν’ ανεβώ. Να φιλήσω την ελιά, την ελιά σου και τον άσπρο σου λαιμό…»
Θυμήθηκα την επιτυχία μιας παλιάς τραγουδίστριας, της Μαριάννας Χατζοπούλου, που συμβούλευε: «Κάνε κότσο τα μαλλιά σου να φανεί η αρχοντιά σου…».
Ακόμη το εύθυμο τραγουδάκι του μεγάλου μας κονφερανσιέ Γιώργου Οικονομίδη, που τραγουδούσε μαζί με τον Ντίνο Ηλιόπουλο και τον Νίκο Ρίζο στην παλιά Ελληνική ταινία του 1954 «Χαρούμενο Ξεκίνημα»: «Ανάθεμα τη μπούκλα σου που φτιάχνεις στον καθρέφτη…»
Μού ήρθε στη μνήμη και η μεγάλη επιτυχία των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου σε μουσική του Μιχάλη Σουγιούλ: «Άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα, άστα ν’ ανεμίζουνε στην τρελή νοτιά…».
Κάπου εκεί, στερέψανε οι περί μαλλιών γνώσεις μου. Βεβαίως θα αποτελούσε περίπου έγκλημα καθοσιώσεως, αν ξεχνούσα τον Εθνικό Ύμνο των απανταχού της γης μπαρμπέρηδων. Την όπερα του Τζιοασίνο Ροσσίνι: «Ο Κουρέας της Σεβίλλης».
Για λογοτεχνικό κείμενο, ούτε λόγος. Ποιος άλλωστε μεγάλος λογοτέχνης να ασχοληθεί με κουρεία, βούρτσες, ξυραφάκια, τσατσάρες και τα τοιαύτα. Ίσως μόνο ο Μένης Κουμανταρέας, που έγραψε το 1999 «Το κουρείο».
Όμως η εγχώρια Εβδόμη Τέχνη, έχει κάνει αρκετές αναφορές στη συμπαθή τάξη των Φίγκαρο, με κορωνίδα την «Ωραία του Κουρέα», με τον Γιάννη Γκιωνάκη, τη Μάρθα Καραγιάννη και άλλους.
Ακόμη και ο μεγάλος μας (έγινε «μεγάλος», όταν έγινε μεγάλος και στην ηλικία, αφού μέχρι τότε, οι πάσης φύσεως κουλτουριαραίοι τον σνομπάριζαν και θού Κύριε φυλακή τω στόματί μου…) Θανάσης Βέγγος, έχει αρκετές φορές υποδυθεί τον κουρέα με κορυφαίο το «Ένα ασύλληπτο κορόιδο», όπου φέρει και το σχοινοτενές επίθετο Χατζηπα-παγεωργακοπουλοκωνσταντινογιαννόπουλος…
Έτσι, αφού η προσφορά μου σε ιστορική αναδρομή ήταν από μηδενική έως πενιχρή, επιστράτευσα τη μνήμη μου για καμιά νόστιμη ιστοριούλα με αντικείμενο τη συμπαθή τάξη των κουρέων.
Αυτή τη φορά κάτι βγήκε.
Αλλά, επειδή και ο χώρος μας, αλλά και ο χρόνος ο δικός σας, δεν είναι απεριόριστος, θα μου επιτρέψετε να συνεχίσουμε στο επόμενο.

§. Καθόμουν που λέτε μπροστά στο λαπ τοπ και με τα ακουστικά στα αυτιά για να μην ενοχλώ (… και για κάτι άλλο), και απολάμβανα από το youtube όλες τις μεγάλες μορφές του Ελληνικού τραγουδιού και να μην πω τα ονόματά τους, διότι θα χρειαστώ 3 ή και 4 «Ριπές». Όλα διαλεχτά ένα προς ένα. Από κάτω τα σχόλια βουνό: «Τι μουσική, τι τραγουδιστές, τι στίχους είχαμε Θεέ μου! Υπόκλιση στις εποχές αυτές», έγραφε ένας. «Συγκρίνετε τον μέγα Μπιθικώτση με τους τραγουδιστές του σήμερα. Ο Θεός να σε έχει καλά κυρ Μπιθικώτση», έγραφε δεύτερος. Και ένας τρίτος σχολίαζε: «Φίλε μου ακούγοντας την ψαλμωδία του ‘’Καημού’’ και μετά την κρυστάλλινη φωνή του φοβερού Μπιθικώτση, ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά μαζί μ’ ένα κόμπο στο λαιμό. Τι στο καλό ρε παιδιά. Είναι κατάσταση για 74χρονο αυτή;». Ο μεγάλος Γρηγόρης Μπιθικώτσης είχε πει για εκείνη τη μαγευτική εποχή: «Εμείς τότε δεν είχαμε τα μέσα για να λανσάρουμε τα τραγούδια μας. Τα άκουγε ο κόσμος στα θέατρα ή στα κέντρα και μετά από στόμα σε στόμα, τα έβγαζαν σεργιάνι στις γειτονιές». Τι να πεις τώρα; Τίποτα. Τώρα σιωπή, που έλεγε και η Αρλέτα.
§. Διαβάζω στην ΕΣΤΙΑ της 7 Φεβρουαρίου τρέχοντος: «Στην επιχειρησιακή ανάπτυξη 97 στρατιωτικών κτηνιάτρων στις Περιφερειακές Ενότητες της χώρας για την ενίσχυση της μάχης κατά της ευλογιάς των αιγοπροβάτων προχωρεί το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης σέ συνεργασία με το Υπουργείο Αγροτικής Αναπτύξεως και Τροφίμων και τα συναρμόδια Υπουργεία. Ο υφυπουργός Εθνικής Αμύνης, Θανάσης Δαβάκης, δήλωσε ότι ‘’οι Ένοπλες Δυνάμεις αποδεικνύουν έμπρακτα για ακόμη μία φορά ότι αποτελούν πυλώνα κοινωνικής προσφοράς και αλληλεγγύης’’». Όλα καλά κι όλα ωραία. Αλλά μόλις προ ολίγων μηνών ο κ. Δένδιας είχε διαλαλήσει απαξιωτικά, ότι στις Ένοπλες Δυνάμεις υπάρχουν 158 Κτηνίατροι για 549 στρατιωτικούς σκύλους, 6 άλογα και 10 γεράκια». Είχανε ακουστεί φωνές δυσαρέσκειας τότε προς τον κ. υπουργό, ότι οι Κτηνίατροι δεν είναι μόνο για τα ζώα. Είναι υπεύθυνοι για έλεγχο τροφίμων, πρόληψη εξάπλωσης ασθενειών/ζωονόσων κ.α. αλλά δεν βαριέσαι… Μήπως τώρα, εκτός από την ανικανότητα του Υπουργείου Αγροτικής Αναπτύξεως και Τροφίμων να αντιμετωπίσει προβλήματα της αρμοδιότητός του ο κ. υπουργός κατενόησε και τη χρησιμότητα των στρατιωτικών κτηνιάτρων, οι οποίοι βέβαια δεν ασχολούνται μόνο με τα 6 άλογα και τα 10 γεράκια…





Στο περασμένο σημείωμα με τίτλο «Μόνο στο σινεμά», είχαμε θέσει το καίριο ερώτημα «Πού κατουράνε οι περιπτεράδες».
Ο φίλος κ. Ηρόδοτος Χρυσάνθου, μου έστειλε την παρακάτω άκρως τεκμηριωμένη μελέτη, την οποία και σας παρουσιάζω
Καλημέρα!
Εξακριβωμένο 100%.
Σημειώσεις:
1. Το σκίτσο αφορά μόνο τους περιπτεράδες.
2. Οι περιπτερούδες έχουν γιο γιο. Ακολούθως γίνεται… μετάγγιση!
3. Για το… χοντρό αμφοτέρων υπάρχει πινακίδα: ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΑΜΕΣΩΣ
Υ.Γ: Για περισσότερες τεχνικές προδιαγραφές και πληροφορίες κατασκευής παρακαλώ να με ενημερώσετε.

Ευχαριστούμε θερμότατα τον φίλο Ηρόδοτο, ο οποίος με την επιστημονική θεώρηση τού προβλήματος, συμβάλλει και στον άλλο σκοπό της στήλης, που είναι η παροχή ευρυτάτης μόρφωσης.
Ελπίζουμε και πιστεύουμε ότι η συνεργασία μας αυτή, θα συνεχισθεί στο ίδιο επιστημονικό επίπεδο.