Οι ριζόλιθοι είναι ορυκτές δομές, συνήθως ανθρακικής σύστασης, που σχηματίζονται γύρω από ενεργά ριζικά συστήματα φυτών μέσα στο έδαφος
Αν υπήρχε ένα ένζυμο που θα άξιζε τον τίτλο του πιο σημαντικού και ταυτόχρονα πιο αινιγματικού μορίου στον πλανήτη, αυτό θα ήταν το RuBisCO. Η ριβουλόζη-1,5-διφωσφορική καρβοξυλάση/οξυγενάση αποτελεί τον βασικό μοριακό μηχανισμό μέσω του οποίου η βιόσφαιρα δεσμεύει το διοξείδιο του άνθρακα και το μετατρέπει σε οργανική ύλη. Από τη δράση της εξαρτάται η πρωτογενής παραγωγή, η τροφική αλυσίδα και τελικά η ίδια η ισορροπία του γήινου κλιματικού συστήματος (Prywes et al., 2023).
Κι όμως, αυτός ο θεμελιώδης «κινητήρας» της ζωής πάσχει από μια εξελικτική αδυναμία: δεν είναι ιδιαίτερα αποδοτικός. Το RuBisCO συχνά «μπερδεύεται», δεσμεύοντας οξυγόνο αντί για διοξείδιο του άνθρακα, ενεργοποιώντας τη φωτοαναπνοή, μια ενεργειακά ζημιογόνα διαδικασία για το φυτό (Iñiguez et al., 2021). Το παράδοξο αυτό έχει απασχολήσει βιολόγους, γεωεπιστήμονες και κλιματολόγους για δεκαετίες: πώς ένα τόσο αναποτελεσματικό ένζυμο κυριάρχησε σε όλη τη φυτική ζωή της Γης; Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στα εργαστήρια της μοριακής βιολογίας, αλλά και θαμμένη στο υπέδαφος, μέσα σε φαινομενικά ταπεινές γεωλογικές δομές: τους ριζολίθους.
Οι ριζόλιθοι είναι ορυκτές δομές, συνήθως ανθρακικής σύστασης, που σχηματίζονται γύρω από ενεργά ριζικά συστήματα φυτών μέσα στο έδαφος. Κατά τη διάρκεια της ζωής τους, οι ρίζες αναπνέουν, εκκρίνουν οργανικά οξέα και τροποποιούν το μικροπεριβάλλον του εδάφους, προκαλώντας την καθίζηση ανθρακικών ορυκτών γύρω και εντός τους. Αυτή η διαδικασία επιταχύνεται μετά τον θάνατο των φυτών (Alonso-Zarza, 2003).
Αυτό που τους καθιστά εξαιρετικά πολύτιμους δεν είναι μόνο η μορφολογία τους, αλλά το γεγονός ότι παγιδεύουν το ισοτοπικό αποτύπωμα του άνθρακα που προέρχεται από τη φωτοσυνθετική δραστηριότητα του φυτού. Με απλά λόγια, οι ριζόλιθοι «κλειδώνουν» στη γεωλογική μνήμη τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησε το RuBisCO τη στιγμή που το φυτό ήταν ζωντανό. Σε αντίθεση με τα φύλλα ή την οργανική ύλη, που αποσυντίθενται σχετικά γρήγορα, οι ριζόλιθοι μπορούν να διατηρηθούν για εκατομμύρια χρόνια, αποτελώντας σταθερούς γεωχημικούς μάρτυρες παλαιοπεριβαλλοντικών συνθηκών (Liutkus et al., 2005).

Το RuBisCO παρουσιάζει μια φυσική προτίμηση στο ελαφρύτερο ισότοπο του άνθρακα της ατμόσφαιρας (12C, που αποτελεί ποσοστιαία περίπου το 98.9%) έναντι του βαρύτερου (13C, που αποτελεί περίπου το 1.1% και επειδή έχει ένα επιπλέον νετρόνιο, τον κάνει ελάχιστα πιο βαρύ). Ο λόγος είναι καθαρά φυσικός. Ο ελαφρύς άνθρακας κινείται λίγο πιο γρήγορα και αντιδρά πιο εύκολα. Το RuBisCO λοιπόν επιλέγει το «εύκολο» μονοπάτι, δεσμεύοντας τον ελαφρύ άνθρακα πολύ πιο γρήγορα από τον βαρύ. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται ισοτοπική κλασμάτωση και περιγράφει ακριβώς αυτό το αποτέλεσμα: κάθε ζωντανός οργανισμός περιέχει αναλογικά περισσότερο ελαφρύ άνθρακα σε σχέση με τον ίδιο άνθρακα που εμπεριέχεται στην ατμόσφαιρα. Επιπρόσθετα όταν το διοξείδιο του άνθρακα είναι άφθονο και οι συνθήκες ευνοϊκές, το RuBisCO μπορεί να είναι «επιλεκτικό», οδηγώντας στη δημιουργία οργανικής ύλης φτωχής σε 13C. Αντίθετα, όταν το φυτό βρίσκεται υπό θερμικό ή ατμοσφαιρικό στρες, (π.χ. όταν οι συγκεντρώσεις CO₂ μειώνονται), η ισοτοπική κλασμάτωση περιορίζεται (δηλαδή αυξάνεται η συμμετοχή του βαρύτερου ισοτόπου 13C).
Το ισοτοπικό αυτό αποτύπωμα δημιουργείται αρχικά στη φυτική οργανική ύλη, στα φύλλα, εκεί όπου το RuBisCO δεσμεύει το διοξείδιο του άνθρακα και το μετατρέπει σε σάκχαρα. Ωστόσο, το αποτύπωμα αυτό δεν παραμένει «κλειδωμένο» στη βιομάζα. Μέρος του φωτοσυνθετικά παραγόμενου άνθρακα μεταφέρεται στο ριζικό σύστημα και απελευθερώνεται στο έδαφος μέσω ριζικών εκκρίσεων, απόπτωσης κυττάρων και κυρίως μέσω της αναπνοής των ριζών. Το διοξείδιο του άνθρακα που συγκεντρώνεται στο υπέδαφος γύρω από τη ρίζα φέρει το ίδιο ισοτοπικό σήμα που «επέλεξε» το RuBisCO. Το βιογενές αυτό CO₂ διαλύεται στο εδαφικό νερό και μετατρέπεται σε διττανθρακικά ιόντα. Στη ζώνη γύρω από τις ρίζες, όπου οι χημικές συνθήκες ευνοούν την κατακρήμνιση ανθρακικών ορυκτών, το διττανθρακικό αυτό ιόν ενσωματώνεται στον ασβεστίτη που σχηματίζει τους ριζολίθους. Έτσι, ένα αρχικά οργανικό ισοτοπικό σήμα μεταγράφεται σε ανόργανο γεωλογικό αρχείο: ο ασβεστίτης των ριζολίθων «σφραγίζει» τη μέση ισοτοπική σύσταση του άνθρακα που κυκλοφορούσε στο έδαφος τη στιγμή που το φυτό ήταν ζωντανό. Αναλύοντας τον λόγο 13C/12C στους ριζολίθους, συνήθως εκφρασμένο ως δ13C, οι γεωεπιστήμονες μπορούν να ανασυνθέσουν όχι μόνο τη σύσταση της ατμόσφαιρας, αλλά και τη λειτουργική αποδοτικότητα της φωτοσύνθεσης σε διαφορετικές γεωλογικές περιόδους. Οι ριζόλιθοι λειτουργούν ως γεωχημικοί μεσολαβητές ανάμεσα στη βιολογία και τη γεωλογία: καταγράφουν στον νεομορφικό ασβεστίτη τον τρόπο με τον οποίο το RuBisCO ανταποκρίθηκε στις εκάστοτε συγκεντρώσεις CO₂ και στις περιβαλλοντικές πιέσεις (Liutkus et al., 2005; Alonso-Zarza, 2003).
Μελέτες σε ριζολίθους του Πλειστόκαινου και παλαιότερων περιόδων έχουν δείξει πώς η μείωση του ατμοσφαιρικού CO₂ οδήγησε στην εξέλιξη εναλλακτικών φωτοσυνθετικών στρατηγικών, όπως η φωτοσύνθεση τύπου C4, που περιορίζει τη φωτοαναπνοή και αυξάνει την αποδοτικότητα του RuBisCO (Liutkus et al., 2005).
Ιδιαίτερη σημασία έχει και μια σχετικά πρόσφατη εργασία (Kedzior et al., 2022), στην οποία οι ερευνητές «ανέστησαν» αρχαίες μορφές Rubisco στο εργαστήριο. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι, παρά τις δραματικές αλλαγές στη σύσταση της ατμόσφαιρας κατά τη γεωλογική ιστορία, το ισοτοπικό αποτύπωμα του RuBisCO παραμένει εντυπωσιακά αξιόπιστο. Αυτό ενισχύει την αξιοπιστία των ριζολίθων ως γεωχημικών αρχείων και επιβεβαιώνει ότι οι υποθέσεις που κάνουμε για το παρελθόν έχουν πραγματική βιολογική βάση. Με άλλα λόγια, οι ριζόλιθοι δεν καταγράφουν απλώς το κλίμα. Καταγράφουν και τη μάχη της φυτικής ζωής απέναντι στις επαναλαμβανόμενες σε γεωλογικό χρόνο αυξομειώσεις του διαθέσιμου οξυγόνου και του διοξειδίου του άνθρακα της ατμόσφαιρας.
Η μελέτη των ριζολίθων, όπως αυτή που πραγματοποιείται στο Απολιθωμένο Δάσος Χανίων, δεν είναι μια ακαδημαϊκή άσκηση νοσταλγίας για το παρελθόν. Σήμερα, καθώς το κλιματικό σύστημα μεταβάλλεται κατά τόπους, με ταχύτητα που δεν έχει παρατηρηθεί σε ιστορικούς χρόνους, η κατανόηση των ορίων και των δυνατοτήτων του RuBisCO αποκτά πρακτική σημασία. Η γεωλογική εμπειρία δείχνει ότι η φωτοσύνθεση έχει προσαρμοστεί επανειλημμένα σε συνθήκες κρίσης, αλλά όχι χωρίς κόστος. Οι ριζόλιθοι μας υπενθυμίζουν ότι η βιολογία και το κλίμα συνδέονται μέσα από χρονοκλίμακες πολύ μεγαλύτερες από εκείνες της ανθρώπινης ιστορίας. Και ίσως προσφέρουν το πιο σταθερό σημείο αναφοράς για τη γενετική βελτίωση των καλλιεργειών και τη διαχείριση της τροφικής ασφάλειας σε έναν πλανήτη που αλλάζει. Παρότι το RuBisCO μπορεί να βρίσκεται εγκλωβισμένο στους αρχέγονους ασβεστίτες των ριζολίθων, το αποτύπωμά του διατηρεί μια διαχρονική αξία που παραμένει χρήσιμα σύγχρονη.
Βιβλιογραφία
Alonso-Zarza, A.M. (2003). Palaeoenvironmental significance of terrestrial carbonates as proxies in continental basins. Earth-Science Reviews, 61, 261–298.
Iñiguez, C., Capó-Bauçà, S., Niinemets, Ü. & Galmés, J. (2021). The poor catalytic performance of Rubisco as a target for improving photosynthesis. Plant Journal, 107, 110–126.
Kedzior, S. G., Garcia, A. K., Mielke, R. E., Kaçar, B. and Schopf, J. W. (2022). Resurrected Rubisco suggests uniform carbon isotope signatures over geologic time. Science, 377(6601), 99–104.
Liutkus, C.M., Wright, V.P. & Ashley, G.M. (2005). Paleoenvironmental interpretation of lake-margin deposits using δ13C and δ18O results from early Pleistocene carbonate rhizoliths. Sedimentary Geology, 174, 1–15.
Prywes, N., Phillips, N. R., Tuck, O. T., Valentin-Alvarado, L. E. and Savage, D. F. (2023). Rubisco Function, Evolution, and Engineering. Annual Review of Biochemistry, 92, 317–342.
* Καθηγητής και τέως Κοσμήτορας της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης