Ο Martin Siegel αποκαλύπτει τις σκοτεινές διαδρομές και αλλάζει τα πάντα
Στην καρδιά του Μανχάταν, εκεί όπου τα deals κλείνουν με ένα νεύμα και οι φήμες αξίζουν εκατομμύρια, ένας από τους πιο ισχυρούς τραπεζίτες της εποχής σηκώνεται και λέει τη λέξη που κανείς δεν περιμένει: «Ένοχος».
Η ομολογία του Martin Siegel δεν είναι απλώς μια προσωπική πτώση. Είναι η αρχή του τέλους για μια ολόκληρη κουλτούρα απληστίας.
Η Wall Street της υπερβολής
Βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Η Wall Street ζει την εποχή της υπερβολής. Τα τηλέφωνα δεν σταματούν να χτυπούν. Οι συγχωνεύσεις και εξαγορές γίνονται πεδίο μάχης και η μόχλευση είναι το νέο πανίσχυρο όπλο.
Στην πρώτη γραμμή βρίσκεται η Drexel Burnham Lambert, η τράπεζα που μετατρέπει τα «σκουπίδια» – τα high-yield ομόλογα – σε καύσιμο για εξαγορές δισεκατομμυρίων. Στο τιμόνι του M&A τμήματος, ο Martin Siegel θεωρείται ιδιοφυΐα. Ψύχραιμος, υπολογιστικός, πανίσχυρος.
Δίπλα του, ένας άλλος πρωταγωνιστής: ο Ivan Boesky, ο μετρ του αρμπιτράζ που στοιχηματίζει σε επερχόμενες εξαγορές και αποκομίζει αμύθητα κέρδη. Οι δυο τους δεν είναι απλώς συνεργάτες. Είναι οι εκφραστές ενός συστήματος όπου η πληροφορία δεν είναι γνώση – είναι όπλο.
Το μυστικό που κοστίζει εκατομμύρια
Το παιχνίδι είναι απλό: πληροφορίες για επικείμενες εξαγορές διαρρέουν πριν γίνουν δημόσιες. Ο Boesky αγοράζει μετοχές στόχους. Οι τιμές εκτοξεύονται. Τα κέρδη είναι εξωπραγματικά.
Αλλά η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρακολουθεί. Το σκάνδαλο insider trading αρχίζει να ξετυλίγεται. Ο Boesky συλλαμβάνεται και επιλέγει να συνεργαστεί, καταθέτει δίνει ονόματα και η Wall Street αρχίζει να τρέμει.
Και στις 13 Φεβρουαρίου 1987, ο Siegel παραδέχεται την ενοχή του για συνωμοσία και παραβίαση της νομοθεσίας περί κινητών αξιών. Η εικόνα του «χρυσού παιδιού» έχει πια ραγίσει.
Η πτώση μιας αυτοκρατορίας
Η υπόθεση δεν τελειώνει εκεί. Το ντόμινο συνεχίζεται. Η Drexel, ήδη υπό πίεση, βλέπει τη φήμη της να καταρρέει. Το 1990 θα κηρύξει πτώχευση – μια από τις μεγαλύτερες στην ιστορία της Wall Street μέχρι τότε.
Το μοντέλο των ανεξέλεγκτων junk bonds, που προσωποποιείται στον Michael Milken, μπαίνει στο στόχαστρο, οι εισαγγελείς σφίγγουν τον κλοιό, οι ρυθμιστικές αρχές αποκτούν νέα εργαλεία και τα πρόστιμα γίνονται βαρύτερα. Με λίγα λόγια, η κουλτούρα αλλάζει.
Από την απληστία στη ρύθμιση
Η δεκαετία του ’80 λατρεύει το ρίσκο. Τόσο πολύ που το σύνθημα «Greed is good» γίνεται σχεδόν φιλοσοφία. Αλλά η ομολογία Siegel αποκαλύπτει τη σκοτεινή πλευρά της επιθετικής χρηματοοικονομικής και οδηγεί σε βαθύτερη εποπτεία.
Οι συγχωνεύσεις δεν σταματούν, αλλά η εποχή της ατιμωρησίας τελειώνει. Οι τράπεζες ενισχύουν τα τμήματα εσωτερικού ελέγχου και συμμόρφωσης, ενώ οι traders εκπαιδεύονται σε κανόνες που παλαιότερα θεωρούνταν εμπόδιο. Η πληροφορία παύει να είναι «φιλική χάρη» και γίνεται νομικός κίνδυνος.
Η Wall Street καταλαβαίνει ότι η φήμη αξίζει περισσότερο από ένα γρήγορο κέρδος.
Τα μαθήματα για το σήμερα
Τέσσερις δεκαετίες μετά, οι αγορές μοιάζουν διαφορετικές – αλλά τα διλήμματα παραμένουν πάνω – κάτω τα ίδια. Από τα σκάνδαλα της δεκαετίας του 2000 έως τις πρόσφατες υποθέσεις διαρροής πληροφοριών σε funds, το ερώτημα επιστρέφει: πόσο αντέχει το σύστημα όταν η απληστία προηγείται της διαφάνειας;
Η υπόθεση Siegel δεν είναι απλώς ιστορικό επεισόδιο. Είναι υπενθύμιση ότι κάθε bull market γεννά υπερβολή – και κάθε υπερβολή ζητά λογαριασμό.
Στις 13 Φεβρουαρίου 1987, η Wall Street κοιτάζει για πρώτη φορά στον καθρέφτη. Και δεν της αρέσει αυτό που βλέπει.