Η υπόθεση Παναγόπουλου ανεβάζει το πολιτικό θερμόμετρο, γιατί αγγίζει αποφάσεις και χειρισμούς υπουργείων γύρω από τα προγράμματα κατάρτισης
Η υπόθεση που αφορά τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ, Γιάννη Παναγόπουλο, εξελίσσεται σε πολλαπλό πονοκέφαλο για την κυβέρνηση: από τη μία η ποινική διερεύνηση για την φερόμενη υπεξαίρεση και νομιμοποίηση εσόδων από προγράμματα κατάρτισης, από την άλλη, η πολιτική πίεση επειδή κρίσιμες αποφάσεις χρηματοδότησης και μεταφοράς έργων «ακουμπούν» υπογραφές και χειρισμούς υπουργείων.
Η Αρχή για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος έχει προχωρήσει σε δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων και τραπεζικών λογαριασμών στο πλαίσιο έρευνας που συνδέεται με χρηματοδοτήσεις προγραμμάτων κατάρτισης (ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους), ενώ το πόρισμα έχει διαβιβαστεί στις εισαγγελικές αρχές για κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση.
Η «ομπρέλα» των ελέγχων αφορά ροές χρηματοδότησης δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ για την περίοδο 2020-2025, με εστίαση στο πώς ανατέθηκαν και υλοποιήθηκαν δράσεις κατάρτισης και αν μέρος των κονδυλίων κατέληξε αλλού από τον προβλεπόμενο σκοπό.
Το σημείο που ανεβάζει τη θερμοκρασία είναι ότι ένα τμήμα των επίμαχων έργωνδεν συνεχίστηκε μόνο με πόρους ΕΣΠΑ, αλλά βρέθηκε «γέφυρα» χρηματοδότησης μέσω εθνικών πόρων, κάτι που άνοιξε κουβέντα για το ποιος και γιατί το επέλεξε.
Εδώ μπαίνουν στο κάδρο δύο κορυφαία πρόσωπα της κυβέρνησης:
Νίκη Κεραμέως (υπουργός Εργασίας): Δηλώνει ότι «μπερδεύονται δύο διαφορετικά ζητήματα» η θεσμική συνεργασία κράτους κοινωνικών εταίρων και χωριστά, το τι έκαναν συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα ενώ υποστηρίζει ότι οι μεταφορές έγιναν για να μην υπάρξουν νομικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, μετά από διαδικασίες και διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Νίκος Παπαθανάσης (αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών): Επιμένει ότι «δεν πρόκειται να δοθεί ούτε ένα ευρώ χωρίς να είναι σύννομο», αναφέρει ότι 14 προγράμματα μεταφέρθηκαν στη νέα προγραμματική περίοδο με τη σύμφωνη γνώμη της ΕΕ και ότι τα 4 που δεν μπορούσαν να περάσουν στο νέο πλαίσιο επιλέχθηκε να καλυφθούν μέσω εθνικού εργαλείου, με πληρωμές μόνο αφού προηγηθούν έλεγχοι νομιμότητας.
Παράλληλα, τα δύο υπουργεία εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση, τονίζοντας «απόλυτη διαφάνεια», ανοικτές προσκλήσεις και ότι η μεταφορά έργων έγινε σε συμμόρφωση με το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο, επικαλούμενα μάλιστα επιστολή (17 Απριλίου 2024) που έδωσε κατεύθυνση για μεταφορά έργων στο ΕΣΠΑ 2021–2027 και δυνατότητα κάλυψης άλλων από εθνικούς πόρους (με αναφορά και στον Ν. 5140/2024).
Η κυβέρνηση με την πλάτη στον τοίχο
Η αντιπολίτευση και η δημόσια συζήτηση δεν μένουν μόνο στο «ποινικό» σκέλος. Η πίεση χτίζεται γύρω από τρία ερωτήματα:
- Ποιος πήρε την πολιτική απόφαση να συνεχιστούν συγκεκριμένα έργα με εθνική χρηματοδότηση όταν υπήρχαν ευρωπαϊκές επιφυλάξεις;
- Ποιοι έλεγξαν επαρκώς τη διαδικασία αναθέσεων από τους φορείς που «έτρεξαν» τα έργα;
Αν η «βεντάλια» της έρευνας ανοίξει προς πρόσωπα που είχαν ρόλο στην έγκριση και παρακολούθηση κονδυλίων, τότε η υπόθεση μπορεί να πάρει καθαρά πολιτική διάσταση.
Στο Μαξίμου η γραμμή είναι απορριπτική ως προς την κυβερνητική ευθύνη: ο Παύλος Μαρινάκης μιλά για «συνήθη ευρωπαϊκή πρακτική» ανάθεσης σε κοινωνικούς εταίρους και αποδίδει την ευθύνη της υλοποίησης στους φορείς που διαχειρίζονται τα προγράμματα, όχι στην κυβέρνηση.