Απειλεί να υπονομεύσει τα σχέδια της Κοινότητας για αυτονομία στις κρίσιμες πρώτες ύλες
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε μια παράδοξη κατάσταση: Ενώ προωθεί φιλόδοξους στόχους για την πράσινη μετάβαση και την ενεργειακή ανεξαρτησία, παραμένει «στο σκοτάδι» όσον αφορά τον ορυκτό πλούτο που υπάρχει στο υπέδαφός της.
Η Ειδική Έκθεση 04/2026 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ) που δημοσιεύθηκε πρόσφατα, αποκαλύπτει, εκτός των άλλων, και ένα τεράστιο έλλειμμα γεωλογικής γνώσης που απειλεί να υπονομεύσει τα σχέδια της Κοινότητας για αυτονομία στις κρίσιμες πρώτες ύλες.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο πιεστική αν αναλογιστεί κανείς ότι η ζήτηση για κρίσιμες πρώτες ύλες αναμένεται να εκτοξευτεί τα επόμενα χρόνια όπως π.χ. η ζήτηση της ΕΕ σε σπάνιες γαίες μπορεί να αυξηθεί στο εξαπλάσιο έως το 2030.
Παράλληλα, η γεωπολιτική κατάσταση καθιστά επιτακτική την ανάγκη για ενεργειακή αυτονομία: η Κίνα παρέχει το 97% του μαγνησίου που χρειάζεται η ΕΕ για την παραγωγή υδρογόνου, ενώ η Τουρκία προμηθεύει το 99% του βορίου που χρησιμοποιείται στα ηλιακά πάνελ. Η ΕΕ έχει θέσει φιλόδοξους στόχους: μέχρι το 2030, τουλάχιστον το 10% της ετήσιας κατανάλωσης στρατηγικών πρώτων υλών πρέπει να εξορύσσεται εντός της Ένωσης και τουλάχιστον το 40% πρέπει να επεξεργάζεται εγχώρια. Χωρίς όμως αξιόπιστη γνώση του τι ακριβώς διαθέτει στο υπέδαφός της, η Ευρώπη καλείται να υλοποιήσει αυτούς τους στόχους πάνω σε θεμέλια επισφαλή, περισσότερο γραφειοκρατικά, παρά γεωλογικά τεκμηριωμένα.
Σύμφωνα με την έκθεση, “Η σαφής κατανόηση της γεωλογικής κατάστασης είναι απαραίτητη για να καθοριστεί αν και πού μπορούν να εξορυχθούν κρίσιμες πρώτες ύλες” (A clear understanding of the geological situation is essential to determine if and where critical raw materials can be mined, παράγραφος 57, σελίδα 30). «Σε πολλές περιφέρειες της ΕΕ, η “γενική (περιφερειακή) γεωλογική έρευνα” δεν είναι επαρκώς ανεπτυγμένη και απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες για την ορθή αξιολόγηση της παρουσίας, της ποιότητας και της ποσότητας των δυνητικών κοιτασμάτων», (In many EU regions, “general exploration” is underdeveloped, and further efforts are needed to properly assess the presence, quality, and quantity of potential deposits),όπως αναφέρεται στην παράγραφο 57, σελίδα 30. Το πρόβλημα δεν είναι νέο.
Οι κρίσιμες πρώτες ύλες
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραδέχεται στην επίσημη μελέτη που προηγήθηκε του Κανονισμού για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες (Critical Raw Materials Act – CRMA) του 2023 ότι η έλλειψη επενδύσεων των κρατών μελών της στη γενική έρευνα τις τελευταίες δεκαετίες έχει οδηγήσει σε “έλλειψη γνώσης σχετικά με το πραγματικό δυναμικό της ΕΕ σε κρίσιμες πρώτες ύλες” (lack of knowledge about the EU’s true CRM potential), όπως τονίζεται στην ίδια παράγραφο.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά και παρουσιάζονται στο Σχήμα 14 (σελίδα 31) με τίτλο “Παγκόσμιες δαπάνες έρευνας 2010-2022” (Global exploration expenditure 2010-2022): Η Ευρώπη επενδύει μόλις το 2% έως 3% των παγκόσμιων δαπανών ερευνών για κρίσιμες πρώτες ύλες. Ενώ περιοχές όπως η Βόρεια Αμερική, η Λατινική Αμερική, η Αυστραλία και η Αφρική απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων για γεωλογική έρευνα, η ΕΕ παραμένει στο περιθώριο. Αυτή η υποχρηματοδότηση έχει άμεσες συνέπειες: Η Ευρώπη απλώς δεν γνωρίζει τον ορυκτό πλούτο που υπάρχει στο υπέδαφός της. Και χωρίς αυτή τη γνώση, είναι αδύνατο να σχεδιαστεί μια αξιόπιστη στρατηγική για την εξασφάλιση εφοδιασμού σε λίθιο, κοβάλτιο, νικέλιο και άλλες κρίσιμες πρώτες ύλες που είναι απαραίτητες για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προσπαθήσει να αντιδράσει. Έχει χρηματοδοτήσει πρωτοβουλίες όπως οι EuroGeoSurveys, μια «ομπρέλα» 37 ευρωπαϊκών οργανισμών γεωλογικής έρευνας που εργάζονται για την “παν-ευρωπαϊκή ανοιχτή πρόσβαση σε υποδομές δεδομένων, γεωλογικά δεδομένα και χάρτες” (pan-European open access to data infrastructure, geological data and maps), όπως αναφέρεται στην παράγραφο 58, σελίδα 31.
Γεωλογική Υπηρεσία για την Ευρώπη
Ένα σημαντικό έργο είναι η Γεωλογική Υπηρεσία για την Ευρώπη (Geological Service for Europe), που συντονίζεται από τις EuroGeoSurveys και έχει λάβει χρηματοδότηση σχεδόν 20 εκατομμυρίων ευρώ από το πρόγραμμα Horizon της ΕΕ, με στόχο την βελτίωση και εναρμόνιση γεωλογικών δεδομένων. Ωστόσο, η πρόοδος είναι αργή και οι καθυστερήσεις συσσωρεύονται.
Ο Κανονισμός για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες, που τέθηκε σε ισχύ το 2024, απαιτούσε από τα κράτη μέλη να καταρτίσουν “εθνικά προγράμματα ερευνών” (national exploration programmes) έως τις 24 Μαΐου 2025 και να τα κοινοποιήσουν στην Επιτροπή, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 59, σελίδα 31. Αυτά τα προγράμματα αποσκοπούν στο να “βοηθήσουν τα κράτη μέλη να εντοπίσουν νέα κοιτάσματα κρίσιμων πρώτων υλών, να βελτιώσουν τη χαρτογράφησή τους και να ενοποιήσουν τα δεδομένα σε μια κοινή βάση δεδομένων σε επίπεδο ΕΕ», (help member states to detect new deposits of critical raw material, improve their mapping and consolidate the data in a shared EU-level database) όπως αναφέρεται στην ίδια παράγραφο.
Και οι γραφειοκράτες της ΕΕ θεωρούν ότι «Αυτό παρέχει τη δυνατότητα να βελτιώσει τη γεωλογική έρευνα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση» (This has the potential to improve geological exploration across the EU) όπως αναφέρεται στην ίδια παράγραφο.
Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν αυτά τα εργαλεία μπορούν να βελτιώσουν τη γεωλογική έρευνα στην Ευρώπη, αλλά αν τα κράτη μέλη και η ίδια η Ένωση είναι διατεθειμένα να τα υλοποιήσουν με την αναγκαία επιστημονική ορθότητα, χρηματοδότηση και θεσμική στήριξη, ώστε η γεωλογία να πάψει να αποτελεί το αδύναμο σημείο της ευρωπαϊκής στρατηγικής και να γίνει ο πυρήνας της.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Το πρόβλημα είναι ότι έξι μήνες μετά την προθεσμία, έξι κράτη μέλη εξακολουθούσαν να μην έχουν κοινοποιήσει τα εθνικά τους προγράμματα στην Επιτροπή (“However, six months after the deadline, six member states still had not communicated their national programmes to the Commission.”, παράγραφος 59, σελίδα 31-32). Το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν αποκαλύπτει ποια κράτη μέλη υστερούν. Η καθυστέρηση αυτή υπονομεύει τις προσπάθειες για συντονισμένη δράση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σε μια εποχή που ο χρόνος είναι κρίσιμος για την επίτευξη των στόχων της πράσινης μετάβασης έως το 2030.
Και τα προβλήματα συνεχίζονται. Ακόμη και όταν η γενική (περιφερειακή) γεωλογική έρευνα εντοπίζει πιθανούς (ορυκτούς) πόρους, το επόμενο βήμα είναι εξίσου προβληματικό.
Η “στοχευμένη γεωλογική έρευνα για την αναζήτηση μεταλλευμάτων” (targeted mineral exploration), που αναλαμβάνουν εξειδικευμένες εταιρείες για να αξιολογήσουν τη σκοπιμότητα των μεταλλευτικών έργων, είναι μια ” εγχείρημα υψηλού κινδύνου, με χαμηλό ποσοστό επιτυχίας” (high-risk endeavour with a low success rate), όπως τονίζεται στην παράγραφο 60 σελίδα 32. Απαιτεί προηγούμενη εμπειρία και συνεπάγεται υψηλό κόστος και υψηλούς κινδύνους. Η έκθεση αναφέρει ότι συχνά προτείνεται πως η αναλογία επιτυχίας είναι περίπου 1 στις 1.000 – με άλλα λόγια, μόνο ένα από τα χίλια έργα στοχευμένης έρευνας οδηγεί τελικά σε ενεργό μεταλλείο!! Η διαπίστωση αυτή αναδεικνύει με σαφήνεια ότι η στοχευμένη γεωλογική έρευνα δεν μπορεί να λειτουργήσει αποσπασματικά ή ευκαιριακά.
Αντίθετα, προϋποθέτει ένα ισχυρό υπόβαθρο συστηματικής, δημόσιας και μακροχρόνιας έρευνας για παραγωγή βασικής γεωλογικής γνώσης, ικανής να μειώσει την αβεβαιότητα, να περιορίσει τον επενδυτικό κίνδυνο και να καταστήσει εφικτή τη μετάβαση από την χαρτογράφηση και προκαταρκτική αποτίμηση των δυνητικών ορυκτών πόρων, στην ωρίμανση και τεκμηρίωση εκμεταλλεύσιμων αποθεμάτων, καθώς και στη βιώσιμη αξιοποίησή τους. Χωρίς αυτή τη βάση, η ευρωπαϊκή στρατηγική για τις κρίσιμες πρώτες ύλες δεν διαθέτει την αναγκαία γεωλογική και μεταλλευτική ωριμότητα, γεγονός που την καθιστά ευάλωτη σε αστάθεια, παρατεταμένες καθυστερήσεις και υψηλό κίνδυνο αποτυχίας έργων.
Η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου της ΕΕ
Ένα εντυπωσιακό κενό της ευρωπαϊκής στρατηγικής που σχετίζεται με τις κρίσιμες πρώτες ύλες είναι η σχεδόν πλήρης απουσία των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΑΕΙ) από το σχεδιασμό και την υλοποίηση των στόχων. Η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, παρά τις 65 σελίδες ανάλυσης, δεν κάνει καμία ειδική αναφορά στον ρόλο των ΑΕΙ στη γεωλογική έρευνα, τη χαρτογράφηση κοιτασμάτων ή την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών εξόρυξης. Η μόνη έμμεση αναφορά αφορά “εξωτερικούς εμπειρογνώμονες” (external experts) που υποστηρίζουν την διαφάνεια στην επιλογή κρίσιμων πρώτων υλών και πρώτων υλών στρατηγικής σημασίας, (παράγραφος 27, σελίδα 15), χωρίς όμως να διευκρινίζεται μια πιθανή ακαδημαϊκή ιδιότητα τους.
Ακόμη και στα προγράμματα χρηματοδότησης Horizon 2020 και Horizon Europe, που παραδοσιακά περιλαμβάνουν πανεπιστημιακή έρευνα και παρουσιάζονται στο Σχήμα 6 (σελ. 19), η έκθεση περιορίζεται σε μια γενική θεσμική αναφορά, χωρίς να αναγνωρίζει ρητά ή να αναδεικνύει τον ρόλο των ΑΕΙ ως βασικών φορέων παραγωγής γεωλογικής (και μεταλλευτικής) γνώσης.
Αυτός ο περιορισμός είναι ιδιαίτερα προβληματικός, καθώς τα ΑΕΙ αποτελούν τους φυσικούς φορείς εκπαίδευσης γεωλόγων και μεταλλειολόγων/μηχανικών ορυκτών πόρων, διαθέτουν την επιστημονική τεχνογνωσία για τη γεωλογική χαρτογράφηση και έρευνα και αναπτύσσουν καινοτόμες λύσεις για την αειφόρο εξόρυξη. Η Ευρώπη, όχι μόνο επενδύει μόλις περίπου το 2–3% των παγκόσμιων δαπανών σε γεωλογική και μεταλλευτική έρευνα, αλλά φαίνεται να μην αξιοποιεί συστηματικά έναν από τους πιο κρίσιμους θεσμικούς εταίρους της, τα δημόσια ΑΕΙ, για την αντιστροφή αυτής της υστέρησης.
Το συμπέρασμα της έκθεσης είναι σαφές: Χωρίς την άμεση αντιμετώπιση του ελλείμματος γεωλογικής γνώσης, η Ευρώπη θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει σοβαρά εμπόδια στην επίτευξη των στόχων της για εγχώρια παραγωγή και ενεργειακή ανεξαρτησία. Απαιτείται άμεση αύξηση των επενδύσεων στη γεωλογική έρευνα, ταχεία υλοποίηση των εθνικών προγραμμάτων γεωλογικών ερευνών που ο Κανονισμός για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες απαιτούσε από τα κράτη μέλη να καταρτίσουν έως τις 24 Μαΐου 2025, βελτίωση της συλλογής και του διαμοιρασμού γεωλογικών δεδομένων, ενίσχυση των διασυνδέσεων μεταξύ εθνικών γεωλογικών υπηρεσιών και δημόσιων πανεπιστημίων, ώστε η παραγόμενη ακαδημαϊκή γεωλογική και μεταλλευτική γνώση να ενσωματώνεται συστηματικά στον εθνικό και ευρωπαϊκό σχεδιασμό για τις κρίσιμες πρώτες ύλες.
Διαφορετικά, οι φιλοδοξίες της πράσινης μετάβασης κινδυνεύουν να παραμείνουν θαμμένες – κυριολεκτικά – στο υπέδαφος της Ευρώπης.
*Καθηγητής και τέως Κοσμήτορας της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης