Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Τη στέλνουν στο υπόγειο για «να μην πιάσουν τα μαλλιά της φωτιά» – Κι εκείνη ξεκλειδώνει τη δύναμη του ατόμου

Μπαίνει από την πίσω πόρτα. Όχι από ιδιοτροπία, αλλά από κανόνα. Στο Βερολίνο του 1907, οι γυναίκες δεν «ταιριάζουν» στα πανεπιστημιακά εργαστήρια.

Η νεαρή φυσικός, φρέσκια διδάκτωρ από το Πανεπιστήμιο της Βιέννης, έχει έρθει για να μαθητεύσει δίπλα στον Μαξ Πλανκ. Και όμως, αντί για πάγκους, όργανα και πρόσβαση, της δίνουν ένα υπόγειο. Ένα πρώην ξυλουργείο. Για να μην «συμβεί το απίθανο»: να πάρουν φωτιά τα μαλλιά της. Κι όμως, αυτή είναι η επίσημη δικαιολογία που ακούει η Λίζε Μάιτνερ.

 

Ένα υπόγειο για «ασφάλεια»

Ο διευθυντής του Ινστιτούτου Χημείας, Έμιλ Φίσερ, αντιμετωπίζει τη γυναικεία παρουσία ως κίνδυνο — σχεδόν κυριολεκτικά. Ο μύθος του «εύφλεκτου» φύλου γίνεται πολιτική κτιρίου. Έτσι η Μάιτνερ δουλεύει χωρίς μισθό, σε χώρο που δεν είναι καν εργαστήριο, με κανόνες που θυμίζουν απαγορευμένη ζώνη: απαγόρευση πρόσβασης στα κοινά μέρη, απαγόρευση χρήσης των τουαλετών των φοιτητών.

Όταν χρειάζεται τουαλέτα, βγαίνει έξω, περπατά ως ένα εστιατόριο στη γειτονιά και επιστρέφει σιωπηλά. Θα μπορούσε να φύγει. Θα μπορούσε να καταγγείλει. Εκείνη, όμως, κάνει κάτι που είναι πιο επικίνδυνο για το σύστημα: μένει — και παράγει επιστήμη.

Στο ίδιο υπόγειο σύμπαν κινείται κι ένας χημικός, ο Ότο Χαν, με έναν αυτοσχέδιο χώρο εργασίας και τη δική του αγωνία να μετρήσει το αόρατο: την ακτινοβολία, τις διασπάσεις, τις μεταστοιχειώσεις.

Η συνεργασία τους ξεκινά σχεδόν από ανάγκη, εξελίσσεται όμως σε συμμαχία τριών δεκαετιών. Εκείνος έχει τα χημικά «χέρια». Εκείνη έχει τη φυσική «ματιά» που ερμηνεύει αυτό που οι μετρήσεις ψιθυρίζουν.

Κόντρα στις συνθήκες, ανοίγουν δρόμους στη ραδιενέργεια, ανακαλύπτουν νέα ισότοπα, βελτιώνουν τεχνικές διαχωρισμού, βάζουν τάξη σε ένα πεδίο που τότε μοιάζει με σκοτεινή ήπειρο. Το 1918 συν-ανακαλύπτουν το στοιχείο Πρωτακτίνιο, μία από τις κορυφαίες στιγμές της κοινής τους πορείας.

Και η Μάιτνερ, που ξεκινά «φιλοξενούμενη» σε υπόγειο, φτάνει εκεί που πριν λίγο καιρό ήταν αδιανόητο: γίνεται η πρώτη γυναίκα που κατέχει πλήρη έδρα φυσικής στη Γερμανία. Όχι επειδή αλλάζει ο κόσμος. Αλλά επειδή αλλάζει το τεκμήριο: η δουλειά της είναι τόσο ισχυρή που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Όταν το σκοτάδι ανεβαίνει τα σκαλιά

Ύστερα έρχεται η δεκαετία του 1930. Και μαζί τους, η πολιτική που καταπίνει τα πάντα. Η Μάιτνερ είναι εβραϊκής καταγωγής. Οι ναζιστικοί νόμοι, οι Νόμοι της Νυρεμβέργης, της αφαιρούν θέσεις και δικαιώματα, την απογυμνώνουν από το θεσμικό της έδαφος. Και το 1938, με την προσάρτηση της Αυστρίας από τη ναζιστική Γερμανία — το Anschluss — χάνει και την ασπίδα της υπηκοότητας. Ξαφνικά, δεν είναι απλώς επιστήμονας που παρεμποδίζεται. Είναι στόχος.

Τη νύχτα της 13ης Ιουλίου 1938, φεύγει. Τη βοηθά ο Ολλανδός φυσικός Ντιρκ Κόστερ. Στην τσάντα της έχει 10 μάρκα, μία μικρή βαλίτσα, και ένα δαχτυλίδι με διαμάντι — δώρο του Χαν, η βέρα της μητέρας του, «για την ανάγκη», αν χρειαστεί να λαδώσει συνοριοφύλακες. Η εικόνα είναι σχεδόν κινηματογραφική, αλλά δεν είναι σενάριο. Είναι η γυμνή αλήθεια της επιβίωσης.

Καταλήγει στη Σουηδία. Βρίσκει ασφάλεια, αλλά όχι άνεση. Η εξορία δεν είναι απλώς γεωγραφία. Είναι αποσύνδεση από εργαστήριο, ανθρώπους, ρουτίνα, κύρος. Κι όμως, το μυαλό της δεν εγκαταλείπει τη δουλειά.

Το γράμμα που δεν βγάζει νόημα

Δεκέμβριος 1938: φτάνει ένα γράμμα από τον Χαν. Οι πειραματισμοί του με βομβαρδισμό ουρανίου από νετρόνια δίνουν ένα αποτέλεσμα παράλογο: ανάμεσα στα προϊόντα εμφανίζεται… βάριο. Πώς είναι δυνατόν ένα τόσο βαρύ άτομο να «γεννά» κάτι τόσο ελαφρύτερο;

Ένα νετρόνιο δεν είναι σφυρί για να σπάσει έναν πυρήνα στα δύο — τουλάχιστον έτσι πιστεύει μέχρι τότε η διαίσθηση της φυσικής.

Τα Χριστούγεννα, τη συναντά στη Σουηδία ο ανιψιός της, ο φυσικός Ότο Φρις. Βγαίνουν για περίπατο στο χιόνι, σε δάσος που κάνει τη σιωπή πιο καθαρή. Μιλούν για το αίνιγμα του βαρίου και κάπου ανάμεσα σε λέξεις, ανάσες και αριθμούς, η σκέψη «κουμπώνει».

Κάθονται σε έναν κορμό. Βγάζουν χαρτιά. Υπολογίζουν. Η Μάιτνερ φέρνει στο τραπέζι το E=mc² του Άλμπερτ Αϊνστάιν όχι ως ιστορική φράση, αλλά ως εργαλείο. Αν ο πυρήνας δεν μεταμορφώνεται απλώς, αλλά σπάει, τότε η «έλλειψη μάζας» μετατρέπεται σε ενέργεια. Και η ενέργεια αυτή δεν είναι μικρή: περίπου 200 εκατομμύρια ηλεκτρονιοβόλτ. Είναι μια πόρτα που ανοίγει — και πίσω της υπάρχει ισχύς που ο άνθρωπος δεν έχει αγγίξει ποτέ.

Έτσι γεννιέται η πυρηνική σχάση. Η στιγμή που η ανθρωπότητα καταλαβαίνει πώς να ξεκλειδώσει τη δύναμη του ατόμου.

Άνοιξη 1932/ Wikimedia Commons

Μία ανακάλυψη, δύο υπογραφές, ένα Νόμπελ

Τον Φεβρουάριο του 1939, η Μάιτνερ και ο Φρις δημοσιεύουν τη θεωρητική ερμηνεία στο Nature. Ο Χαν και ο Στράσμαν δημοσιεύουν τα πειραματικά ευρήματα. Η επιστήμη εκρήγνυται — όχι μεταφορικά. Όλοι καταλαβαίνουν τι σημαίνει αυτό που μόλις αποσαφηνίστηκε: αντιδραστήρες, αλυσιδωτές αντιδράσεις, νέα εποχή. Και, τελικά, όπλα.

Το 1944, το Βραβείο Νόμπελ Χημείας για την ανακάλυψη της πυρηνικής σχάσης απονέμεται στον Ότο Χαν — μόνο σε εκείνον. Η γυναίκα που «βλέπει» τη λύση, που υπολογίζει, που δίνει το φυσικό νόημα στο αίνιγμα, μένει απέξω. Είναι μια από εκείνες τις ιστορίες που η επιστήμη δεν αγαπά να θυμάται, αλλά δεν μπορεί να ξεχάσει.

«Δεν θα έχω καμία σχέση με βόμβα»

Η ειρωνεία είναι ότι, όταν οι ΗΠΑ της ζητούν να συμμετάσχει στο Πρόγραμμα Μανχάταν, εκείνη αρνείται. Όχι με αμφιβολία. Με απόλυτο «όχι»: «Δεν θα έχω καμία σχέση με βόμβα». Έχει δει πόλεμο, έχει δουλέψει ως νοσοκόμα ακτίνων Χ στον Α’ Παγκόσμιο.

Ξέρει πού οδηγεί η τεχνολογία όταν παύει να έχει ηθικό φρένο. Διαλέγει, με πλήρη επίγνωση του κόστους, να προστατέψει την ανθρωπιά της — ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θα τη θυμούνται λιγότερο.

Συνεχίζει την έρευνα στη Σουηδία, πολιτογραφείται, αργότερα περνά και από τη Βρετανία, μιλά διεθνώς για την ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας. Και όταν φεύγει από τη ζωή, το 1968, η επιγραφή που μένει πίσω της μοιάζει να συνοψίζει όσα δεν χωρούν στα βραβεία: «μια φυσικός που δεν έχασε ποτέ την ανθρωπιά της».

Η τελευταία δικαίωση έρχεται από τον Περιοδικό Πίνακα

Το 1997, το στοιχείο 109 βαφτίζεται Μαϊτνέριο. Είναι μια καθυστερημένη, αλλά καθαρή αναγνώριση: το όνομά της περνά για πάντα στη γλώσσα της ύλης. Η γυναίκα που δεν την άφηναν να ανέβει «επάνω», επειδή φοβούνταν τα μαλλιά της, γίνεται τελικά κομμάτι της ίδιας της επιστήμης που κάποτε της έκλεινε την πόρτα.

Κι αν υπάρχει ένα μάθημα που μένει, δεν είναι μόνο ότι η ιδιοφυΐα δεν έχει φύλο. Είναι ότι η μεγαλύτερη ισχύς δεν είναι πάντα το να μπορείς. Είναι, κάποιες φορές, το να ξέρεις πότε πρέπει να πεις όχι.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο