Ενώ οι μετοχές τεχνολογίας καταρρέουν, μια εσωτερική παρουσίαση φωτίζει το πιο σκοτεινό μυστικό της χρηματιστηριακής έρευνας
Η αίθουσα είναι γεμάτη. Οι οθόνες δείχνουν ακόμη κόκκινα γραφήματα από το σκάσιμο της dot-com φούσκας.
Και τότε, ο άνθρωπος που γνωρίζει τους αριθμούς καλύτερα απ’ όλους, σηκώνεται και λέει κάτι που παγώνει το δωμάτιο: από τις σχεδόν 1.200 μετοχές που καλύπτει η Salomon Smith Barney, μόλις μία θεωρείται σε «υποαπόδοση». Καμία –ούτε μία– δεν αξίζει σύσταση «πώληση». Το ημερολόγιο γράφει 29 Ιανουαρίου 2001.
Μια παρουσίαση που έμοιαζε με κατηγορητήριο
Εκείνη τη μέρα ο Τζον Χόφμαν επικεφαλής της παγκόσμιας διαχείρισης χρηματιστηριακής έρευνας στη Salomon Smith Barney, παρουσιάζει στους συναδέλφους του μια εσωτερική ανάλυση που κανείς δεν περιμένει.
Τα δεδομένα είναι αμείλικτα. Την ώρα που δεκάδες μετοχές τεχνολογίας και Internet βυθίζονται, οι αναλυτές της τράπεζας εξακολουθούν να μοιράζουν «αγορές» και «ουδέτερες» αξιολογήσεις. Το αποτέλεσμα:
- 1.200 μετοχές υπό κάλυψη
- 1 μόνο «underperform»
- 0 «sell»
Δεν πρόκειται για λάθος. Πρόκειται για σύστημα.
Η φούσκα έχει σκάσει – οι συστάσεις όχι
Το 2000 η αγορά έχει ήδη αλλάξει εποχή. Η φούσκα του Internet έχει εκραγεί, δισεκατομμύρια δολάρια έχουν εξαφανιστεί και επενδυτές μετρούν απώλειες.
Όμως οι αναλυτικές εκθέσεις δείχνουν μια παράλληλη πραγματικότητα: εταιρείες χωρίς κέρδη, χωρίς επιχειρηματικό μοντέλο, χωρίς μέλλον, εξακολουθούν να παρουσιάζονται ως επενδυτικές ευκαιρίες.
Η παρουσίαση του Χόφμαν αποκαλύπτει το χάσμα ανάμεσα στην αγορά που καταρρέει και στη «θεσμική αισιοδοξία» που αρνείται να υποχωρήσει.

Η σύγκρουση συμφερόντων
Η εξήγηση δεν βρίσκεται στις προβλέψεις. Βρίσκεται στα κίνητρα. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι επενδυτικές τράπεζες έχουν μετατρέψει τη χρηματιστηριακή έρευνα σε εργαλείο πωλήσεων.
Οι αναλυτές δεν αξιολογούν απλώς εταιρείες· τις υποστηρίζουν, τις προωθούν, τις «ντύνουν» για δημόσιες εγγραφές και αυξήσεις κεφαλαίου.
Μια αρνητική σύσταση δεν είναι απλώς αντιδημοφιλής. Είναι επικίνδυνη για τις σχέσεις με τις εταιρείες-πελάτες και για τα έσοδα από investment banking.
Όταν η έρευνα παύει να είναι έρευνα
Το σοκ της παρουσίασης δεν είναι οι αριθμοί. Είναι αυτό που υπονοούν: η έρευνα δεν λειτουργεί ως πυξίδα για τον επενδυτή, αλλά ως φίλτρο που αποκλείει την αλήθεια.
Όταν κανένα χαρτί δεν «πουλιέται», η έννοια του κινδύνου εξαφανίζεται. Και όταν ο κίνδυνος εξαφανίζεται από τις εκθέσεις, μεταφέρεται αυτούσιος στους επενδυτές.
Η εσωτερική αυτή στιγμή δεν μένει κλειδωμένη στους τοίχους της Salomon Smith Barney. Λίγους μήνες αργότερα, η Wall Street θα βρεθεί στο στόχαστρο ερευνών, προστίμων και θεσμικών αλλαγών.
Το σκάνδαλο των αναλυτών θα οδηγήσει σε διαχωρισμό έρευνας και investment banking, σε ιστορικούς συμβιβασμούς με τις αρχές και σε μια προσπάθεια –όχι πάντα επιτυχημένη– αποκατάστασης της αξιοπιστίας.

Το μάθημα που δεν ξεχνιέται
Η 29η Ιανουαρίου 2001 δεν είναι απλώς μια ημερομηνία. Είναι η μέρα που ειπώθηκε δυνατά αυτό που όλοι ψιθύριζαν:
ότι στις αγορές, το πιο επικίνδυνο πράγμα δεν είναι η πτώση των τιμών, αλλά η άρνηση να την παραδεχτείς.
Και κάθε φορά που μια αγορά «δεν βλέπει» πωλήσεις εκεί που οι αριθμοί ουρλιάζουν, το φάντασμα εκείνης της παρουσίασης επιστρέφει.