Η κάμερα δεν «καταγράφει» απλώς. Προσπαθεί να συγκρατήσει κάτι που ξεφεύγει από τη λογική
Το πρωινό της 27ης Ιανουαρίου 1945 δεν μοιάζει με καμία άλλη στιγμή του πολέμου. Ο χειμώνας είναι βαρύς, το χιόνι σκεπάζει τα πάντα, και οι στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού προχωρούν σε έναν χώρο που δεν ξέρουν ακόμη πώς να ονομάσουν.
Μπαίνουν στο Άουσβιτς και, σχεδόν ενστικτωδώς, κάποιοι σηκώνουν τη μηχανή. Δεν υπάρχει σκηνοθεσία, δεν υπάρχει σχέδιο. Υπάρχει μόνο το σοκ για τη φρίκη — και η ανάγκη να αποτυπωθεί.
Οι πρώτες φωτογραφίες δεν τραβιούνται για να «μιλήσουν» στον κόσμο. Τραβιούνται για να πείσουν αυτούς που είναι εκεί ότι αυτό που βλέπουν είναι αληθινό. Στρατιώτες που έχουν διασχίσει κατεστραμμένες πόλεις και μαζικούς τάφους κοντοστέκονται.
Μπροστά τους, άνθρωποι αποστεωμένοι, άρρωστοι, με βλέμμα που δεν αντιδρά. Παιδιά με ριγέ στολές, παράγκες, σωροί αντικειμένων — παπούτσια, βαλίτσες, μαλλιά. Η κάμερα δεν «καταγράφει» απλώς. Προσπαθεί να συγκρατήσει κάτι που ξεφεύγει από τη λογική.

Για να μην χαθεί
Κανείς δεν είχε σχεδιάσει να υπάρξουν αυτές οι εικόνες. Οι Ναζί είχαν ήδη αρχίσει να καταστρέφουν τεκμήρια, να ανατινάζουν κρεματόρια, να σβήνουν ίχνη. Η απελευθέρωση έρχεται γρήγορα, σχεδόν τυχαία, μέσα στην προέλαση προς το Βερολίνο. Αυτός είναι ο λόγος που οι φωτογραφίες είναι ωμές: δεν είναι «αποδείξεις» για δικαστήριο ακόμη. Είναι αντανακλαστικές κινήσεις ανθρώπων που συνειδητοποιούν ότι αν δεν πατήσουν το κουμπί, αυτό που βλέπουν μπορεί να χαθεί για πάντα.
Κι όμως, για εβδομάδες —ακόμη και μήνες— αυτές οι εικόνες δεν κάνουν τον γύρο του κόσμου. Πολλές παραμένουν σε στρατιωτικά αρχεία. Άλλες δημοσιεύονται αποσπασματικά. Ο λόγος δεν είναι μόνο τεχνικός. Είναι και ψυχολογικός. Ποιος είναι έτοιμος να τις δει; Ποιος θα πιστέψει ότι δεν πρόκειται για σκηνοθεσία, για προπαγάνδα, για υπερβολή του πολέμου;
Όταν τελικά δημοσιεύονται, προκαλούν ένα παράδοξο: σοκ και άρνηση μαζί. Η φωτογραφία, που υποτίθεται ότι λέει την αλήθεια χωρίς λόγια, γίνεται αντικείμενο δυσπιστίας. Είναι «πολύ φρικτή για να είναι αληθινή». Κι όμως, ακριβώς αυτή η υπερβολή είναι η απόδειξη. Δεν υπάρχει κάδρο που να εξηγεί, δεν υπάρχει λεζάντα που να παρηγορεί. Υπάρχει μόνο το βλέμμα.
Οι ίδιοι οι επιζώντες δεν ποζάρουν. Πολλοί δεν καταλαβαίνουν καν ότι απελευθερώθηκαν. Η πείνα, οι ασθένειες και ο φόβος δεν εξαφανίζονται με το άνοιγμα μιας πύλης. Κάποιοι πεθαίνουν τις επόμενες ημέρες. Άλλοι στέκονται ακίνητοι, σαν να περιμένουν εντολή. Η φωτογραφία συλλαμβάνει αυτή τη σιωπή: την αδυναμία της χαράς.

Η μαρτυρία και το ερώτημα
Με τον καιρό, αυτές οι εικόνες αποκτούν έναν ρόλο που δεν είχαν όταν τραβήχτηκαν. Γίνονται μνήμη. Όχι προσωπική — συλλογική. Χρησιμοποιούνται σε δίκες, σε σχολικά βιβλία, σε μουσεία. Και κάθε φορά που προβάλλονται, αναλαμβάνουν ένα βάρος που δεν μπορεί να σηκώσει καμία φωτογραφία: να αποδείξουν ότι αυτό συνέβη.
Σήμερα, σε έναν κόσμο κορεσμένο από εικόνες, οι φωτογραφίες του Άουσβιτς μοιάζουν σχεδόν «ακίνητες» στον χρόνο. Δεν ανταγωνίζονται την επικαιρότητα, δεν ζητούν likes. Υπάρχουν για να υπενθυμίζουν ότι κάποτε η εικόνα δεν ήταν προϊόν, αλλά μαρτυρία. Ότι τραβήχτηκε όχι για να σοκάρει, αλλά επειδή δεν υπήρχε άλλος τρόπος να μιλήσει κανείς.
Ίσως γι’ αυτό είναι η φωτογραφία που δεν έπρεπε να υπάρχει. Γιατί αν ο κόσμος λειτουργούσε όπως θα έπρεπε, δεν θα χρειαζόταν. Κι όμως, υπάρχει — και όσο υπάρχει, επιμένει. Όχι ως απάντηση, αλλά ως ερώτημα: τι κάνουμε, σήμερα, με αυτό που βλέπουμε;