Στις δύο προεκλογικές εκστρατείες του, ο Ντόναλντ Τραμπ χρησιμοποιούσε τον όρο «νεοσυντηρητικός» μόνο σαν βρισιά, καθώς χρέωνε στα γεράκια της εποχής Μπους την καθήλωση της Αμερικής σε δύο ατέρμονους και αδιέξοδους πολέμους, σε Ιράκ και Αφγανιστάν. Eνας από τους αντιπάλους του στην κούρσα για το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών, το 2016, ήταν ο ρεϊγκανικής κοπής γερουσιαστής Νότιας Καρολίνας Λίντσεϊ Γκράχαμ, τον οποίο ο μετέπειτα πρόεδρος περιέγραφε ως «ένα από τα πιο ανόητα ανθρώπινα όντα που έχω δει ποτέ», για να προσθέσει: «Με έναν άνθρωπο σαν κι αυτόν, θα καταλήξετε να ξεκινήσετε έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο».
Εμπρός, σερίφη
Το τελευταίο διάστημα, όμως, ο 47ος πρόεδρος μοιάζει να έχει βαλθεί να ξεπεράσει και τις πιο τρελές φαντασιώσεις των Αμερικανών νεοσυντηρητικών, κάτι που δεν αφήνει ασυγκίνητους ανθρώπους σαν τον Γκράχαμ. Τον περασμένο Ιούνιο, ο επιτήδειος γερουσιαστής παρότρυνε τον Τραμπ να ξεπεράσει τους δισταγμούς του και να βομβαρδίσει, μαζί με το Ισραήλ, το Ιράν, «για να αντισταθμίσει τη ζημιά που υποστήκαμε με την απόσυρση από το Αφγανιστάν», όπως ο ίδιος είπε. Μετά την αμερικανική επίθεση στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, κολάκευε τον πρόεδρο ότι «μέσα σε λίγες ώρες καταστήσαμε σαφές σε όλους τους αντιπάλους μας ανά τον κόσμο ότι στον Λευκό Οίκο δεν βρίσκεται πια ένας Τζο Μπάιντεν. Η πόλη έχει πλέον καινούργιο σερίφη».
Ο πόλεμος που δεν έγινε – Την Τετάρτη όλα έδειχναν ότι ο Τραμπ θα χτυπούσε το Ιράν με επιχείρημα τις εκατόμβες νεκρών, ωστόσο λίγο πριν από τα μεσάνυχτα ο Αμερικανός πρόεδρος βεβαίωνε ότι «οι σκοτωμοί έχουν τελειώσει», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην προχωρήσει σε βομβαρδισμούς.
Ο ενθουσιασμός του Γκράχαμ κορυφώθηκε την εβδομάδα που πέρασε, όταν ο Τραμπ έκανε έκκληση στους Ιρανούς να συνεχίσουν τις διαδηλώσεις που είχαν ξεσπάσει από τις 28 Δεκεμβρίου και να ανατρέψουν το καθεστώς. «Αυτό είναι το μήνυμα ενός ντοπαρισμένου Ρόναλντ Ρέιγκαν! Είναι η δική του στιγμή “ρίξτε το Τείχος του Βερολίνου”, με χίλιες φορές πιο δυνατή επίδραση», έγραψε ο γερουσιαστής στα σόσιαλ. Μιλώντας στο Fox News, την περασμένη Δευτέρα, ο οίστρος του πήρε χαρακτηριστικά ντελίριου: «Αν ήμουν στη θέση σου, κύριε πρόεδρε, θα σκότωνα την (ιρανική) ηγεσία που σκοτώνει ανθρώπους. Πιστεύω σε σένα, κύριε πρόεδρε. Σου έχω εμπιστοσύνη. Είσαι ο Ρόναλντ Ρέιγκαν+ της εποχής μας. Τέλειωσέ τους».
Την Τετάρτη όλα έδειχναν ότι ο Τραμπ βρισκόταν κοντά στο να ικανοποιήσει τις ορέξεις των νεοσυντηρητικών, εξαπολύοντας στρατιωτικά πλήγματα στο Ιράν με επιχείρημα τις εκατόμβες νεκρών στην Τεχεράνη και άλλες πόλεις. Οι δυτικές κυβερνήσεις καλούσαν τους πολίτες τους να φύγουν αμέσως από τη χώρα ή να αναζητήσουν ασφαλή καταφύγια, οι Αμερικανοί εκκένωναν βάσεις στον Κόλπο ενόψει πιθανών ιρανικών αντιποίνων και οι αεροπορικές εταιρείες άλλαζαν άρον άρον τα δρομολόγια. Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, όμως, ο Αμερικανός πρόεδρος, σε μια από τις συνηθισμένες μεταμορφώσεις του κυρίου Χάιντ σε Δρ Τζέκιλ, βεβαίωνε ότι «δεν γίνονται εκτελέσεις» και «οι σκοτωμοί έχουν τελειώσει» στο Ιράν, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην προχωρήσει σε βομβαρδισμούς. Ή και να προχωρήσει – ποιος ξέρει, αύριο είναι μια καινούργια μέρα, όπως έλεγε η Σκάρλετ Ο’ Χάρα στο «Οσα παίρνει ο άνεμος».
Χαριστική βολή
Οσοι εισηγούνταν ότι η ιρανική ηγεσία βρισκόταν σε υπαρξιακή κρίση και δεν χρειαζόταν παρά μια χαριστική βολή από τον Τραμπ, δεν στερούνταν επιχειρημάτων. Ο πόλεμος των 12 ημερών με το Ισραήλ αποκάλυψε την αποδυνάμωση του Ιράν ύστερα από τα καίρια πλήγματα που είχε υποστεί ο «Αξονας της Αντίστασης» των Χεζμπολάχ, Χαμάς, Χούθι που δεν εκτόξευσαν ούτε έναν πύραυλο εναντίον του εβραϊκού κράτους την ώρα της κρίσιμης δοκιμασίας. Ούτε η ένταξη στην ομάδα των BRICS και η στρατηγική συμφωνία συνεργασίας με τη Ρωσία φάνηκαν ιδιαίτερα χρήσιμα ατού για την Τεχεράνη απέναντι στη συνδυασμένη δύναμη Αμερικανών και Ισραηλινών.
Αλλά η μεγάλη απειλή ερχόταν από το εσωτερικό. Είναι αλήθεια ότι οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις δεν ήταν τόσο μαζικές όσο το τεράστιο και παρατεταμένο «Πράσινο Κύμα» του 2009-2010, όταν οι οπαδοί του μεταρρυθμιστή προεδρικού υποψηφίου Μιρχοσεΐν Μουσαβί πλημμύριζαν λεωφόρους και πλατείες καταγγέλλοντας νοθεία υπέρ του σκληροπυρηνικού Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ. Τότε, όμως, κυριαρχούσε στο κίνημα μια τάση (έστω η πιο φιλελεύθερη) της ίδιας της Ισλαμικής Δημοκρατίας (εξ ου και η σημειολογία του Πράσινου), ενώ τώρα πολύς κόσμος φώναζε «Θάνατος του Χαμενεΐ», ζητώντας τίποτα λιγότερο από την πτώση του καθεστώτος.
«Εμείς φταίμε» – «Αν ο λαός είναι δυσαρεστημένος, το φταίξιμο είναι δικό μας. Μην ψάχνετε τους αιτίους στην Αμερική ή όπου αλλού», δήλωνε ο μεταρρυθμιστής πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν, όμως πολύ γρήγορα οι διαδηλώσεις απέκτησαν ακραία βίαιο χαρακτήρα.
Ανοιχτά αντικαθεστωτικά συνθήματα είχαν ακουστεί και στο κύμα διαδηλώσεων «Γυναίκα – Ζωή – Ελευθερία», που πυροδότησε, το 2022, ο θάνατος μέσα σε αστυνομικό τμήμα της 22χρονης Μαχσά Αμινί, που είχε συλληφθεί γιατί δεν φορούσε «σωστά» τη μαντίλα. Το κίνημα αυτό συγκλόνισε την κοινωνία και υποχρέωσε το καθεστώς να μαζέψει την Αστυνομία Ηθών και να ανέχεται, μέχρι σήμερα, πάνω από το ένα τρίτο των γυναικών να κυκλοφορούν χωρίς μαντίλα στους δρόμους των μεγάλων πόλεων, αλλά σε μεγάλο βαθμό περιορίστηκε στη μεσαία τάξη και στις εθνικές μειονότητες των Κούρδων και των Αζέρων.
Ο πληθωρισμός
Αντίθετα, αυτή τη φορά, το αντιπολιτευτικό κίνημα κινητοποίησε για πρώτη φορά μεγάλα τμήματα των λαϊκών τάξεων, όπου το καθεστώς παραδοσιακά συναντούσε μεγαλύτερη υποστήριξη ή τουλάχιστον ανοχή. Με το εθνικό νόμισμα, το ριάλ, να έχει χάσει το 43% της αξίας του σε ένα χρόνο και το 98% σε μια δεκαετία, ενώ ο
πληθωρισμός βρίσκεται σταθερά στο 40%, το κοινωνικό τοπίο έγινε εκρηκτικό και η απεργία των εμπόρων της Τεχεράνης ήταν απλώς η θρυαλλίδα. Ο μεταρρυθμιστής πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν αναγνώρισε τον δίκαιο χαρακτήρα των –αρχικά ειρηνικών– κινητοποιήσεων, λέγοντας: «Αν ο λαός είναι δυσαρεστημένος, το φταίξιμο είναι δικό μας. Μην ψάχνετε τους αιτίους στην Αμερική ή όπου αλλού».
Πολύ γρήγορα όμως οι διαδηλώσεις έλαβαν βίαιο χαρακτήρα με εκτεταμένες καταστροφές και δράση ένοπλων ομάδων. Η μυστική υπηρεσία του Ισραήλ, Moσάντ καλούσε, μέσω του λογαριασμού της στο Χ, στα φαρσί, τους Ιρανούς να διαδηλώσουν, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Είμαστε μαζί σας, όχι μόνο από απόσταση και φραστικά, αλλά και στο πεδίο», ενώ ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάικ Πομπέο, ευχόταν: «Καλή Πρωτοχρονιά σε κάθε Ιρανό που βρίσκεται στους δρόμους. Επίσης, σε κάθε πράκτορα της Moσάντ που βαδίζει δίπλα τους». Από κοντά ο Ρεζά Παχλαβί, γιος του τελευταίου σάχη, προσπαθούσε να σφετεριστεί την εξέγερση καλώντας από την Ουάσιγκτον τους Ιρανούς σε γενική απεργία.
Με αυτά τα δεδομένα, δεν είναι περίεργο που οι πολιτικές ελίτ του Ιράν συσπειρώθηκαν. Τόσο ο Πεζεσκιάν όσο και ο Χασάν Χομεϊνί, εγγονός του ιδρυτή της Ισλαμικής Δημοκρατίας και σκληρός επικριτής του Χαμενεΐ, υποστήριξαν τη σκληρή καταστολή των «σαμποτέρ» και των «ξενοκίνητων». Αφού έφτασαν στο ζενίθ τους, την Πέμπτη 8 Ιανουαρίου, οι διαδηλώσεις μπήκαν στην κατιούσα και η πρωτοβουλία πέρασε στις αντιδιαδηλώσεις του καθεστώτος.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Τραμπ ενδεχομένως πείστηκε ότι το παράθυρο ευκαιρίας για αλλαγή καθεστώτος έχει, προς το παρόν, κλείσει και μια εκστρατεία βομβαρδισμών θα έφερνε περισσότερη ζημιά παρά όφελος, συσπειρώνοντας πολλούς γύρω από τη σημαία, όπως είχε συμβεί και τον περασμένο Ιούνιο. Ετσι κι αλλιώς, όσοι είναι 40 χρόνων και πάνω στο σημερινό Ιράν γνωρίζουν ότι η χώρα τους έζησε για δεκαετίες υπό την τυραννία του σάχη, που επέβαλαν η CIA και η MI6 μετά το πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Μοσαντέκ, που είχε τολμήσει να εθνικοποιήσει τα πετρέλαια, το 1953. Οπως γνωρίζουν ότι η χώρα τους υπέστη έναν τρομερό οκταετή πόλεμο, το 1980-1988, όπου οι Αμερικανοί στήριζαν και ωθούσαν τον Σαντάμ Χουσεΐν του Ιράκ να τελειώνει με την ιρανική επανάσταση.
«Και μετά, ξαφνικά»
Με αυτά τα δεδομένα, δεν αποκλείεται το ιρανικό καθεστώς να επιβιώσει αυτής της δοκιμασίας και να κερδίσει κάποιο χρόνο. Εάν όμως δεν αλλάξει κάτι πολύ θεμελιακό –όπως θα ήταν η κατάργηση της Velayat-e-Faqih, της συνταγματικής διάταξης που κατοχυρώνει τη θεοκρατία– θα πρόκειται για μια πύρρειο νίκη. Στη νουβέλα του Χεμινγουέι «Ο ήλιος ανατέλλει ξανά», ρωτούν κάποιον πώς έφτασε να χρεοκοπήσει και εκείνος απαντάει: «Με δύο τρόπους, πρώτα σταδιακά, κι ύστερα ξαφνικά». Κάπως έτσι, «ξαφνικά», αλλά προβλέψιμα δεν έπεσε και ο βασικός σύμμαχος της Τεχεράνης, ο Μπασάρ Ασαντ;



