Το 2026 ξεκίνησε βάζοντάς μας σε μια παλιά αλλά ταυτόχρονα νέα εποχή τεράστιας γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Όχι γιατί αναμένεται κάποια σύγκρουση μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων, ΗΠΑ και Κίνας. Ούτε γιατί διαφαίνεται το ενδεχόμενο (τουλάχιστον όχι ακόμα) ενός νέου Ψυχρού Πολέμου, λόγω της ανερχόμενης δύναμης του Πεκίνου. Οι δε εντάσεις των ΗΠΑ με τη Ρωσία είναι από προσχηματικές έως ανύπαρκτες.
Παρόλα αυτά βλέπουμε να αποδομείται η παγκόσμια τάξη και να αναδύεται ένας νέος κόσμος, πιο ασταθής, με διαφορετικούς κανόνες και σίγουρα πιο απρόβλεπτος: Η παλιά νεοφιλελεύθερη τάξη αποσυντίθεται, η εξουσία διαχέεται και μεγάλο μέρος του κόσμου αναζητά νέες πολυμερείς συμμαχίες που θα λειτουργήσουν ως ανάχωμα έναντι των μεγάλων δυνάμεων.
Στο μεταίχμιο
Ο κόσμος πλησιάζει σε ένα σημείο καμπής, όπου οι συγκρούσεις, οι οικονομικές κρίσεις και οι φυσικές καταστροφές αποτελειώνουν την εποχή που ακολούθησε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο και εγκαινιάζουν μια νέα, άγνωστη τάξη, όπως το θέτει το Foreign Policy που απαριθμεί τους εξής δέκα κινδύνους για το 2026 που μας μπάζει στην εποχή του χάους:
- Η οικονομική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ
- Η διάλυση της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων
- Η στροφή των ΗΠΑ προς το Δυτικό Ημισφαίριο
- Η νέα πυρηνική κούρσα
- Η Gen Z και το ενδεχόμενο να εξεγερθεί
- Ο Βλαντίμιρ Πούτιν και η πιθανότητα να βγει πιο δυνατός από τον πόλεμο στην Ουκρανία
- Η αδιαφορία για το κλίμα
- Η μονίμως σε αναβρασμό Μέση Ανατολή
- Η Τεχνητή Νοημοσύνη και οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν από την πρόοδό της
- Η ασταθής κατάσταση στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού
To τέλος αυτής της παλιάς τάξης πραγμάτων δεν έρχεται ξαφνικά. Μας προετοίμαζαν καιρό αναλυτές και πολιτικοί επιστήμονες. Έρχεται όμως με φόρα, με πολλούς να θεωρούν ως επιταχυντή τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.
Οικοδόμος και μετά εμπρηστής
Η μεγαλύτερη πηγή της αστάθειας που μας περιμένει φέτος, σύμφωνα με το Eurasia Group, δεν αναμένεται να είναι η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν ή κάποια από τις περίπου 60 συγκρούσεις που μαίνονται στον πλανήτη αυτή τη στιγμή αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Η πιο ισχυρή χώρα στον κόσμο και αυτή που οικοδόμησε την παγκόσμια τάξη που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα είναι αυτή που την αποδυναμώνει ενεργά, με επικεφαλής τον πιο αφοσιωμένο πρόεδρο στη σύγχρονη ιστορία που μπορεί να αναδιαμορφώσει τον ρόλο της Αμερικής, λέει χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του Eurasia Group, Ίαν Μπρέμερ.
«Αυτό που ξεκίνησε πέρυσι ως τακτική παραβίαση των κανόνων έχει μετατραπεί σε έναν μετασχηματισμό σε επίπεδο συστήματος», σημειώνεται στην έκθεση του Eurasia Group με τους μεγαλύτερους γεωπολιτικούς κινδύνους του 2026.
Οι δέκα μεγαλύτεροι γεωπολιτικοί κίνδυνοι για το 2026, κατά το Eurasia Group έχουν ως εξής:
- Οι ΗΠΑ και η πολιτική «επανάσταση» που είναι σε εξέλιξη
- Η τεχνολογική και ενεργειακή αναμέτρηση ΗΠΑ και Κίνας
- Το δόγμα Ντονρόε
- Η πολιτική κατάσταση της Ευρώπης που έχει περιέλθει σε αδιέξοδο
- Το δεύτερο μέτωπο της Ρωσίας: ο υβριδικός πόλεμος με το ΝΑΤΟ
- Η τακτική του οικονομικού παρεμβατισμού από την αμερικανική κυβέρνηση
- Η παγίδα του αποπληθωρισμού στην Κίνα
- Η τεχνητή νοημοσύνη που αναμένεται να «φάει» (κάποια) παιδιά της
- Το αδιέξοδο του εμπορίου της Βόρειας Αμερικής
- Το νερό που θα καταλήξει… όπλο
Κατά τον Μπρέμερ το 2026 θα είναι μια χρονιά-ορόσημο γιατί θα αρχίσουμε να έχουμε μια εικόνα του τι θα συμβεί όταν η χώρα που έγραψε τους κανόνες αποφασίσει ότι δεν θέλει πλέον να τους ακολουθεί.
Πάντως ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει κρύψει τις προθέσεις του. Πολλά μπορείς άλλωστε να του προσάψεις αλλά όχι έλλειψη ειλικρίνειας. «Υπάρχει ένα μόνο όριο: η δική μου ηθική. Το δικό μου μυαλό», όπως δήλωσε προσφάτως στους The New York Times, απορρίπτοντας την ιδέα ότι το διεθνές δίκαιο αποτελεί πραγματικό φραγμό στη χρήση στρατιωτικής, οικονομικής ή πολιτικής ισχύος.
Είχαμε ήδη πάρει μια ιδέα της κοσμοθεωρίας του με τις αμερικανικές επιδρομές το καλοκαίρι στο Ιράν, αλλά η Βενεζουέλα κατέστησε ακόμα πιο ξεκάθαρη την εικόνα.
Μετά από μήνες άσκησης πίεσης, οι ειδικές δυνάμεις των ΗΠΑ συνέλαβαν τον ισχυρό άνδρα της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο στο Καράκας και τον μετέφεραν αεροπορικώς στη Νέα Υόρκη για να βρεθεί αντιμέτωπος με την δικαιοσύνη για τις κατηγορίες που του προσάπτει η Ουάσιγκτον. Η απομάκρυνση του Μαδούρο, και μάλιστα χωρίς απώλειες για την αμερικανική πλευρά, είναι μέχρι στιγμής η πιο μεγάλη στρατιωτική νίκη του στην παγκόσμια σκηνή.
Η μαύρη τρύπα
Ό,τι έγινε στη Βενεζουέλα είναι αυτό που ο ίδιος ο Τραμπ έχει ονομάσει «δόγμα Ντονρόε». Και αυτή η προσέγγιση είχε ήδη κατοχυρωθεί στην Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας, η οποία θα καθορίσει τα επόμενα τρία χρόνια της προεδρίας του.
Η νέα σκέψη θέλει την επιτυχία της Αμερικής να μην σχετίζεται με αυτή άλλων χωρών και υποστηρίζει ότι η αμερικανική στρατιωτική παρουσία θα πρέπει να απομακρυνθεί από περιοχές των οποίων η σημασία για την εθνική ασφάλεια έχει μειωθεί.
Προφανώς δεν πρόκειται για απομονωτισμό υπό το σύνθημα «Πρώτα η Αμερική», όπως παρατηρεί ο Ίαν Μπρέμερ εξηγώντας πως οι Ηνωμένες Πολιτείες εμπλέκονται όλο και περισσότερο σε διάφορες υποθέσεις, κυρίως με το Ισραήλ και τα κράτη του Κόλπου. Η προθυμία του Τραμπ να πλήξει το Ιράν πέρυσι το καλοκαίρι και να αναμειχθεί στην ευρωπαϊκή πολιτική δεν μαρτυράει ταμπούρωμα, επισημαίνει.
Επίσης, κατά τον αναλυτή, ο Τραμπ δεν χωρίζει τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής με τις αντίπαλες δυνάμεις. Η Ουάσιγκτον μόλις έστειλε στην Ταϊβάν το μεγαλύτερο πακέτο όπλων που έχει λάβει ποτέ ενώ παράλληλα η στάση της αμερικανικής κυβέρνησης στον Ινδο-Ειρηνικό δεν υποδεικνύει ότι είναι διατεθειμένη να παραχωρήσει την Ασία στην Κίνα, εξηγεί.
«Η εξωτερική πολιτική του Τραμπ δεν βασίζεται σε παραδοσιακούς άξονες – σύμμαχοι εναντίον αντιπάλων, δημοκρατίες εναντίον αυταρχικών καθεστώτων, στρατηγικός ανταγωνισμός εναντίον συνεργασίας. Βασίζεται σε έναν απλούστερο υπολογισμό: Μπορείς να ανταποδώσεις το χτύπημα αρκετά δυνατά για να τον πληγώσεις; Αν η απάντηση είναι όχι, και έχεις κάτι που θέλει, είσαι στόχος. Αν είναι ναι, θα κάνει μια συμφωνία», λέει χαρακτηριστικά.
Ουσιαστικά η προσέγγιση των ΗΠΑ πρόκειται για μία μαύρη τρύπα που μετατρέπει τον παρεμβατισμό σε ένα ακόμη εργαλείο που διαθέτουν κυβερνήσεις και διεθνείς παράγοντες παράλληλα με χρήση βίας, σύμφωνα με την Κάρμε Κολομίνα του Barcelona Centre for International Affairs (CIDOB).
Μάλιστα, όπως τονίζει η αναλύτρια, αυτός ο παρεμβατισμός δεν είναι πλέον ένα εργαλείο που διατίθεται αποκλειστικά στις μεγάλες δυνάμεις. Όλο και περισσότεροι παράγοντες μπαίνουν στον πειρασμό να επιτύχουν τον σκοπό τους με τη βία. Το είδαμε άλλωστε μέσα στο 2025 και την εκρηκτική κατάσταση που επικράτησε σε πολλές περιοχές του πλανήτη, από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και τις εντάσεις Πακιστάν-Ινδίας μέχρι τη σύγκρουση Ταϊλάνδης-Καμπότζης.
Τα δέκα ζητήματα που θα διαμορφώσουν τη διεθνή ατζέντα το 2026, κατά το CIDOB:
- Ο ασύδοτος παρεμβατισμός
- Η ιδιωτικοποίηση της ειρήνης
- Η αύξηση του αμυντικού εξοπλισμού και των στρατευμάτων και η αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης για στρατιωτικούς σκοπούς
- Ο παγκόσμιος αγώνας δρόμου για τη διαφοροποίηση των συμμαχιών
- Η «φούσκα» (;) στις τεχνολογικές μετοχές
- Η Gen Z, που βρίσκεται μεταξύ προσδοκιών και πραγματικότητας
- H στασιμότητα, ο φόβος και η απαισιοδοξία στην οικονομία και την κοινωνία
- Ο ευρωπαϊκός στρατηγικός αποπροσανατολισμός
- Το κλίμα ως θύμα της γεωπολιτικής κατάστασης
- Η απομάκρυνση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη δημοκρατία
Η λογική της γεωγραφίας
Οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνονται επομένως σε πολλούς ως μια αποσταθεροποιητική δύναμη, με τον Τραμπ να υποβαθμίζει την αξία των συμμαχιών και του πολυμερισμού που αποτέλεσαν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ από το 1945.
Οι ενέργειές του όμως στη Βενεζουέλα, οι απειλές κατά της Κολομβίας και τα σχέδιά του για απόκτηση της Γροιλανδίας είναι λογικές, στρατηγικής σημασίας και μελετημένες, όπως σχολιάζει ο γεωπολιτικός αναλυτής και δημοσιογράφος, ο οποίος έγινε παγκοσμίως γνωστός με το έργο του «Αιχμάλωτοι της γεωγραφίας».
«Μπορεί να είναι αλαζονικές, προσβλητικές και αυτοκρατορικές, αλλά αυτό δεν τις καθιστά παράλογες», λέει χαρακτηριστικά εξηγώντας πως η λογική των ενεργειών της αμερικανικής κυβέρνησης έχει τις ρίζες της στην ενεργειακή ασφάλεια, στην ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων στο μέλλον (εστιάζοντας στα ορυκτά) και στον στρατηγικής σημασίας περιορισμό των προμηθειών των ανταγωνιστών.
Ο Τραμπ στράφηκε δικαιολογημένα προς το Καράκας, όπως εξηγεί καθώς η Βενεζουέλα όχι μόνο έχει τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, αλλά κατέχει και σημαντικά αποθέματα μετάλλων, όπως το νικέλιο και το ουράνιο, καθώς και το ορυκτό βωξίτη, το οποίο χρησιμοποιείται για την παραγωγή αλουμινίου, αλλά ένα υποπροϊόν είναι το γάλλιο, το οποίο είναι κρίσιμο για την παραγωγή προηγμένων ημιαγωγών τσιπ. Η Κίνα παράγει σχεδόν όλο το γάλλιο παγκοσμίως και στο παρελθόν δεν έχει διστάσει να περιορίσει τις πωλήσεις προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Εάν επομένως η αμερικανική κυβέρνηση καταφέρει να ελέγξει τη Βενεζουέλα, αποκτά πρόσβαση σε όλους αυτούς τους πόρους. Παράλληλα, το πετρέλαιο της Βενεζουέλας είναι παρόμοιου τύπου με το ρωσικό και οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να ασκήσουν πίεση στη Μόσχα προσφέροντάς το στην αγορά ως εναλλακτική λύση. Η Ουάσιγκτον θα μπορούσε επίσης να περιορίσει τις προμήθειες πετρελαίου στην Κούβα – ένα νησί που βρίσκεται στην είσοδο του Κόλπου του Μεξικού και στο κρίσιμο λιμάνι της Νέας Ορλεάνης. Ήδη έχουμε δει τον Αμερικανό πρόεδρο να προειδοποιεί την Αβάνα.
Κατά τον Μάρσαλ, η στρατηγική της Ουάσιγκτον για την εξασφάλιση ορυκτών δεν τελειώνει με τη Βενεζουέλα. Η Λατινική Αμερική κατέχει το 60% των παγκόσμιων αποθεμάτων λιθίου, το 40% των αποθεμάτων χαλκού και πολλά άλλα μέταλλα. Η Αργεντινή, η Βολιβία και η Χιλή έχουν το περισσότερο λίθιο, ενώ η Χιλή και το Περού έχουν τη μερίδα του λέοντος σε χαλκό. Και ποιος αγοράζει το μεγαλύτερο μέρος αυτού; Η Κίνα.
Πάνω από το 50% των εξαγωγών ορυκτών της Χιλής έχει προορισμό την Κίνα, όπως και το μεγαλύτερο μέρος του χαλκού του Περού. Η Κίνα είναι ένας τεράστιος επενδυτής στη βιομηχανία σπάνιων γαιών της Βραζιλίας και είναι ο σημαντικότερος εμπορικός της εταίρος. Το Πεκίνο βλέποντας μπροστά επένδυσε στον μεταλλευτικό τομέα της Λατινικής Αμερικής και σε σιδηροδρόμους και λιμάνια για να το μεταφέρει στην Κίνα για επεξεργασία.
Στη Λατινική Αμερική δραστηριοποιούνται επίσης οι Ρώσοι, αν και ασχολούνται περισσότερο με το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Και υπάρχει και άλλος ένας παράγοντας που αξίζει προσοχής: το Ιράν έχει επενδύσει στην «εξαγωγή» της Χεζμπολάχ στη Νότια Αμερική, όπου έχει πραγματοποιήσει τρομοκρατικές επιθέσεις και έχει εμπλακεί στο εμπόριο ναρκωτικών.
Τίποτα από όλα αυτά όμως δεν θα είναι αρκετά για να διατηρηθεί η πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ σε αυτή τη νέα εποχή, τονίζει ο Μάρσαλ, εάν δεν μπουν εμπόδια στον εφοδιασμό των αντιπάλων τους. Κάτι που βάζει την Γροιλανδία στο παιχνίδι.
Η Γροιλανδία βρίσκεται στη συντομότερη διαδρομή προς την ανατολική ακτή των ΗΠΑ για ρωσικά υποβρύχια και πυραύλους. Ο πλήρης έλεγχος της περιοχής θα επέτρεπε καλύτερη παρακολούθηση και άρα καλύτερη δυνατότητα αντιμετώπισης του ρωσικού και κινεζικού ενδιαφέροντος στην Αρκτική και την αναδυόμενη Βόρεια Θαλάσσια Οδό.
Η Γροιλανδία διαθέτει επίσης τεράστιους φυσικούς πόρους, συμπεριλαμβανομένων σπάνιων γαιών, αν και η πρόσβαση σε αυτούς είναι δύσκολη. Έχει ακόμη και ανορθοσίτη, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε ως σεληνιακή σκόνη για την εκπαίδευση αστροναυτών.
Οι μεγάλοι παίκτες
Παράλληλα, δεν είναι μόνο ο Τραμπ που απορρίπτει το παλιό σύστημα. Βλέπουμε ότι και οι υπόλοιπες μεγάλες δυνάμεις προσπαθούν να το μετασχηματίσουν, αν όχι καταστρέψουν.
Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν ήταν ο πρώτος που το προσπάθησε, εισβάλλοντας στην Ουκρανία για να υπερασπιστεί τα συμφέροντα της Ρωσίας έναντι του ΝΑΤΟ.
Από την άλλη, ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ διεκδικεί την κυριαρχία σε περιφερειακό επίπεδο ενώ παράλληλα έχει το πλεονέκτημα στις σπάνιες γαίες, το οποίο αξιοποίησε στην δασμολογικό πόλεμο που κήρυξε ο Τραμπ αναγκάζοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες σε υποχώρηση.
Παράλληλα, ο παγκόσμιος Νότος διεκδικεί μεγαλύτερο ρόλο στη λήψη αποφάσεων στις παγκόσμιες υποθέσεις.
Μονάχα η Ευρώπη φαίνεται να παραλύει από τη νοσταλγία της για την φιλελεύθερη τάξη.«Για την Ευρώπη ίσως να είναι πολύ αργά για να προσαρμοστεί στη νέα κατάσταση», εκτιμάει ο Μπρέμερ.
Πάντως, κάποιες χώρες θα τα καταφέρουν, σημειώνει. «Η Κίνα βρίσκεται ήδη σε ισχυρότερη θέση… Ο Σι Τζινπίνγκ έχει την πολυτέλεια του χρόνου καθώς θα παραμείνει στην εξουσία πολύ μετά τη λήξη της θητείας του Τραμπ το 2029».