Του Κώστα Πρώιμου
Λυσσομανάει ο Νοτιάς, θαρρείς σαν μια χαροκαμένη μάνα που ουρλιάζει για τον άδικο χαμό του μοναχογιού της… Εκεί κάτω «μαστιγώνει» ανελέητα τα βράχια της παραλίας… Πιο πέρα, στο έρημο δρομάκι του Καβουριού, μέσα στο σκοτεινό καταχείμωνο περπατάει με βήμα ανάλαφρο σαν αερικό και προβάλει μια παιδική σκιά, σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα, σκοτωμένο μέσα σε ένα αέναο θρυλικό παραμύθι ξανά και ξανά, από την ασθένεια και τον ιό της αδιαφορίας και της αποξένωσης που σουλατσάριζαν επιβλητικά ανάμεσα στα τεράστια και ξένα πλήθη των τρομαγμένων της μεγάλης πόλης.
Η φανταχτερή μεταλλική λιμουζίνα σταμάτησε την πορεία της στην παραλία αργά, χωρίς βιασύνη.
Η ανελέητη κρίση που ήρθε άξαφνα σαν το ακάλεστο «τσουνάμι» και παρέσυρε στο διάβα της φανταχτερές μα ψευδεπίγραφες ζωές χτισμένες ολάκερες στην άμμο, περιουσίες αμύθητες, σχέσεις ρηχές, ακόμη και αξιοπρέπειες, τις έπνιξε στη λάσπη της δυστοπίας με μιας, χωρίς οίκτο, είτε τις εξανέμισε… Όλα στριφογυρίζουν στο μυαλό του, που πλέον αδιαφορεί για ένα ανύπαρκτο αύριο… Μέσα από τις στάλες της βροχής που αργοκυλάνε στο μεγάλο αλεξίσφαιρο τζάμι του αυτοκινήτου του ξεδιπλώνει παράσταση για έναν ρόλο ολάκερη η μάταιη και εύθραυστη ζωή του. Επικές κομπίνες, χλιδές, κραιπάλες, άγριες καταχρήσεις, πόση ματαιότητα, θυελλώδεις έρωτες, ατελέσφοροι γάμοι και δύο επεισοδιακά διαζύγια, που περισσότερο ομοίαζαν με την άτακτη διάλυση ενός προβληματικού εταιρικού.
Στο τέλος, πάντα τον περίμενε στο σκοτάδι των συναισθημάτων του και παραμόνευε υπομονετικά για να τον τυλίξει μέχρι τα χαράματα στην παγωμένη και απόκοσμα εθιστική αγκαλιά της, η πιο πιστή του ερωμένη, η απόλυτη μοναξιά…
Σαν ένα μεγάλο κι αδειανό ποδοσφαιρικό Στάδιο κάτω από ένα εκνευριστικό ψιλόβροχο, αισθάνθηκε το κενό στην ψυχή του, να παρακολουθεί ολομόναχη και στριμωγμένη από το βάρος της ήττας σε μια γωνιά, την αποχώρηση και των τελευταίων οπαδών που γεύτηκαν την απογοήτευση από τους ευσεβείς πόθους μιας νίκης που ποτέ δεν ήρθε, λίγο πριν ο φύλακας βαριεστημένος με πρόσωπο μπαρουτοκαπνισμένο σβήσει και τα τελευταία φώτα…
Υπόκωφος ο κρότος που ακούστηκε μέσα από το πανάκριβο αυτοκίνητό του – τραγικός προάγγελος της άκρας του τάφου σιωπής που θα ακολουθούσε. Για λίγο ο ίδιος σάστισε και θαρρείς πως αποκοιμήθηκε. Γύρισε έξαφνα το βλέμμα του στο παράθυρο και αντίκρισε το παραμύθι που ποτέ στο παρελθόν δεν κατάλαβε. Θωρούσε πλάι του με άκρατο θαυμασμό και την έκπληξη διάχυτη στο πρόσωπο τη συμπρωταγωνίστριά του, το κοριτσάκι με τα σπίρτα, που του χαμογελούσε διαρκώς με τον ίδιο αγνό, ερωτικό τρόπο, που κουλαντρίζει η καπάτσα μικρή αδυναμία τον χαζομπαμπά της…
Βγήκε ήρεμος, ανάλαφρος και τόσο μα, τόσο γαλήνιος από το μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο, της έδωσε ένα γλυκό πατρικό φιλί στο μάγουλο, την έπιασε σφιχτά από το χέρι ώσπου χάθηκαν μαζί, περπατώντας με αέρινο βήμα σαν φτερούγισμα μέσα στο πέλαγος, προς τα βάθη του συννεφιασμένου ορίζοντα.
ΥΓ. Ένας κόσμος που επικινδύνως χειροτερεύει και οδεύει με φρενήρεις ρυθμούς στην εντροπία, δεν θα αλλάξει προς το καλύτερο επειδή για ακόμη μια φορά έρχονται τα Χριστούγεννα. Θυμηδία πλέον προκαλούν οι υποκριτικές χαζοευχές και οι ανόητες προσευχές στην τύχη. Ας Αγαπήσουμε πραγματικά τον εαυτό μας, ώστε στη συνέχεια να αγαπήσουμε αληθινά τις – τους συντρόφους μας και τα παιδιά μας, αλλά πρέπει πρώτα να πάψουμε να παρασυρόμαστε σε έναν ατέρμονο, ηλίθιο, παιδαριώδη και κυρίως ανθρωποφάγο ανταγωνισμό στη ζωή μας και, τότε ο κόσμος θα αποκτήσει σοβαρές πιθανότητες εν τέλει ώστε να αλλάξει προς το καλύτερο…