Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Alpha Bank για Γαλλία: Το χρέος αυξάνεται κατά 5.000 ευρώ το δευτερόλεπτο – Στροφή των επενδυτών στην Ελλάδα και αλλού

Στη δύσκολη θέση, στην οποία βρίσκεται η Γαλλία, η οποία καλείται να εφαρμόσει “σκληρά μέτρα” για να μειώσει το χρέος της, ενώ παράλληλα βυθίζεται σε πολιτική αβεβαιότητα, αναφέρεται η Alpha Bank στο τελευταίο δελτίο οικονομικό εξελίξεων. Μεταξύ των προκλήσεων και η στροφή των επενδυτών σε άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.

Ειδικότερα, όπως σημειώνουν οι αναλυτές της Alpha Bank, η παγκόσμια οικονομία παραμένει ευάλωτη στις διαταραχές, με την εμπορική κρίση που προκλήθηκε από τη δασμολογική πολιτική των ΗΠΑ, να εξακολουθεί να βλάπτει την παγκόσμια οικονομία, με μικρότερη όμως επίδραση από τις προηγούμενες προβλέψεις (IMF, World Economic Outlook, Ιούλιος 2025). Χαρακτηριστικά, η παγκόσμια ανάπτυξη αναμένεται να διαμορφωθεί στο 3% για το 2025 και στο 3,1% το 2026, ποσοστά αυξημένα κατά 0,2% και 0,1%, αντίστοιχα, σε σχέση με τις προβλέψεις του Απριλίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι αναβαθμίστηκαν οι προοπτικές τόσο των ΗΠΑ, όσο και της Κίνας και της Ζώνης του Ευρώ (ΖτΕ). Σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), κ. Pierre-Olivier Gourinchas, η επί τα βελτίω αναθεώρηση των προβλέψεων οφείλεται: (α) στην αποδυνάμωση του δολαρίου, (β) τους χαμηλότερους δασμολογικούς συντελεστές των ΗΠΑ σε σχέση με αυτούς που είχαν ανακοινωθεί τον Απρίλιο και (γ) την επίδραση της προσπάθειας των επιχειρήσεων να προλάβουν την εφαρμογή των δασμών.

Για την Ευρωζώνη, το ΔΝΤ αύξησε την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη στο 1% το 2025 (0,8% τον Απρίλιο), ενώ διατήρησε αμετάβλητες τις προβλέψεις του για το 2026, στο 1,2%. Αναμφίβολα, ο οικονομικός αντίκτυπος της δασμολογικής πολιτικής των ΗΠΑ διαφέρει, τόσο μεταξύ των κρατών της ΖτΕ όσο και σε κλαδικό επίπεδο, με την Ιρλανδία, τη Γερμανία, την Ιταλία, τη Γαλλία και την Ολλανδία να είναι πιο εκτεθειμένες. 

Η Γαλλία, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ΖτΕ και μέλος της ομάδας των G7, αναμένεται να έχει ισχνή ανάπτυξη το τρέχον έτος, στο 0,6% και να αναπτυχθεί κατά 1% το 2026. Όμως, πέρα από τις γεωπολιτικές εντάσεις, η γαλλική κυβέρνηση είναι αντιμέτωπη με τον εκτροχιασμό των δημόσιων οικονομικών της, με υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα στο 5,8% του ΑΕΠ το 2024 και ραγδαία αύξηση του δημοσίου χρέους, στο 113% του ΑΕΠ το 2024. Το ανησυχητικό βέβαια είναι ότι αν δεν ληφθούν άμεσα πρωτοβουλίες για δημοσιονομική εξυγίανση το δημόσιο χρέος θα αυξάνεται, γεγονός που ενδέχεται να κάμψει την εμπιστοσύνη των αγορών στη γαλλική οικονομία. Αξίζει να αναφερθεί ότι η δημοσιονομική εικόνα της Γαλλίας έχει οδηγήσει στη σύγκλιση του μακροπρόθεσμου κόστους δανεισμού (απόδοση 10ετούς ομολόγου) της Γαλλίας με αυτό της Ιταλίας, για πρώτη φορά από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, ως αποτέλεσμα της πολιτικής αστάθειας και της επιδείνωσης των δημοσίων οικονομικών, ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της πανδημίας.

Προς αυτήν την κατεύθυνση, στα μέσα Ιουλίου, η κυβέρνηση της Γαλλίας κατέθεσε ένα σχέδιο νόμου του προϋπολογισμού για το 2026, που στόχευε στη εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών με περικοπές ύψους 43,8 δισ. ευρώ και απώτερο σκοπό τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος σε επίπεδα πλησίον του 3% του ΑΕΠ και την έναρξη σταθεροποίησης και μετέπειτα αποκλιμάκωσης του δημοσίου χρέους. Το σχέδιο προκάλεσε σημαντικές αντιδράσεις τόσο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης όσο και από τις εργατικά συνδικάτα, με την κυβέρνηση να αναμένεται να επανεξετάσει ορισμένες από τις μεταρρυθμίσεις του στο επόμενο διάστημα.

Ο πρωθυπουργός της Γαλλίας, κ. F. Bayrou, στην παρουσίαση του σχεδίου αναφέρθηκε σε απειλή για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και ότι η λήψη μέτρων αποτελεί μονόδρομο. Το σχέδιο του προϋπολογισμού περιλαμβάνει “σκληρά” μέτρα, όπως περικοπές κοινωνικών δαπανών, πάγωμα κοινωνικών παροχών και συντάξεων, εξορθολογισμό των δαπανών για την υγεία και εξοικονόμηση μεταβιβάσεων σε τοπικές κυβερνήσεις. Επίσης, πρότεινε την κατάργηση δύο εθνικών αργιών, με στόχο την εξοικονόμηση πόρων και την ενίσχυση της παραγωγικότητας, ενώ πρότεινε την αύξηση της φορολογίας στα υψηλά εισοδήματα και έκτακτο φόρο επί των υπερβολικών κερδών των επιχειρήσεων. Στόχος είναι να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα στο 4,6% το 2026, από 5,4% το 2025 και να φθάσει το 2,8% το 2029, αν και το σχέδιο χαρακτηρίζεται ως φιλόδοξο (Scope Ratings, 17 Ιουλίου 2025). Ελλείψει, όμως, μίας αξιόπιστης μεσοπρόθεσμης στρατηγικής για τη δημοσιονομική εξυγίανση, τα ελλείμματα αναμένεται να  παραμείνουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.  

Επιπλέον, το δημόσιο χρέος της Γαλλίας βρίσκεται σε ανησυχητική τροχιάαφού αυξάνεται κατά 5 χιλ. ευρώ το δευτερόλεπτο, ενώ το 2024 ξεπέρασε τα 3,3 τρισ. ευρώ, φθάνοντας στο 113% του ΑΕΠ. Από το 2019, το δημόσιο χρέος της Γαλλίας έχει αυξηθεί κατά περίπου 1 τρισ. ευρώ, ως αποτέλεσμα της επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής για τη στήριξη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, κατά την περίοδο σημαντικών γεγονότων, όπως η πανδημική και η ενεργειακή κρίση. Για τη σταθεροποίηση και την αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους χρειάζονται ρηξικέλευθες μεταρρυθμίσεις, όπως αυτές που προτείνει η κυβέρνηση. Ειδάλλως, το χρέος θα συνεχίσει την ανοδική του πορεία.

Συνοψίζοντας, η γαλλική οικονομία διανύει μία περίοδο έντονων διαταραχών, όπως η εμπορική κρίση, το κατακερματισμένο και αβέβαιο πολιτικό περιβάλλον και η αναιμική οικονομική ανάπτυξη, που επιβαρύνουν τις δημοσιονομικές προοπτικές της χώρας. Ιδιαίτερα μετά την ανακοίνωση ότι ο πρωθυπουργός θα ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης για τον προϋπολογισμό στις 8 Σεπτεμβρίου, με τα κόμματα τη αντιπολίτευσης να δηλώνουν ότι θα καταψηφίσουν. Στην περίπτωση όπου η κυβέρνηση δεν λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, θα αυξηθεί η αβεβαιότητα και ο πρόεδρος κ. E. Macron θα πρέπει να αποφασίσει μεταξύ πρόωρων εκλογών ή διορισμό νέου πρωθυπουργού. Επίσης, η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημοσίου χρέους παραμένει πρόκληση, σε μία περίοδο όπου η αύξηση των αμυντικών δαπανών είναι αναγκαία (θα φθάσουν τα 64 δισ. ευρώ το 2027, τα διπλάσια από το 2017). Τέλος, η γαλλική κυβέρνηση θα πρέπει να αντιμετωπίσει και τη στροφή των επενδυτών προς τις χώρες της περιφέρειας (Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα), όπου χαρακτηρίζονται από πολιτική σταθερότητα ενώ και το δημοσιονομικό τους προφίλ έχει βελτιωθεί αισθητά.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο