να κορίτσι ύψους δύο μέτρων και είκοσι εκατοστών κλείνει τα μάτια σε μια λευκή αίθουσα του Τσέλσι. Ο πίνακας λέγεται «Foggy Tale» και ζωγραφίστηκε φέτος: μακριά μαλλιά περασμένα με θαμπές κηλίδες, σαν στολή παραλλαγής, πρόσωπο ήσυχο, βλέφαρα κατεβασμένα. Για πάνω από τριάντα χρόνια, τα πιο διάσημα παιδιά του Γιοσιτόμο Νάρα έκαναν σχεδόν πάντα το ίδιο πράγμα: σε κοίταζαν κατάματα, με το μαχαίρι κρυμμένο πίσω από την πλάτη, με το τσιγάρο στο στόμα, με φρύδια σφιγμένα από έναν θυμό που δεν εξηγούσαν ποτέ. Αυτό εδώ έχει πάψει να κοιτάζει.
Η έκθεση άνοιξε στις 5 Νοεμβρίου στη Νέα Υόρκη και είναι η πρώτη του Νάρα με τη γκαλερί David Zwirner, αλλά και η πρώτη μεγάλη ατομική του στην πόλη εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια: σχεδόν εκατό έργα, απλωμένα σε δύο κτίρια, ως τις 12 Δεκεμβρίου. Τις μέρες της εγκατάστασης, ο 66χρονος ζωγράφος αποκάλυψε σε συνέντευξή του ότι έχει διαγνωστεί με γλαύκωμα. Η πάθηση περιορίζει τη λεπτή δουλειά, κι έτσι ζωγραφίζει πια με φαρδύτερα πινέλα και χτίζει τις μορφές από μαλακά παραλληλόγραμμα χρώματος.

Τον ρώτησαν αν η στροφή ήρθε από καινούργιες ιδέες για τη ζωγραφική. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι και μίλησε για την υγεία του. Η γκαλερί περιγράφει τη νέα του παλέτα ως χαμηλού κορεσμού, με μια αίσθηση υγρασίας και φωτεινότητας, και οι πρώτες κριτικές μίλησαν για γαλήνη, για αίθουσες που θυμίζουν παρεκκλήσι. Όλα αυτά στέκουν. Πίσω τους υπάρχει τώρα κι ένα σώμα 66 χρονών, και ένα μάτι που δυσκολεύεται με τις λεπτές γραμμές. Ο άνθρωπος που έκανε το βλέμμα ενός παιδιού ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σήματα της σύγχρονης τέχνης ζωγραφίζει με μάτια που αλλάζουν.
Ο Νάρα γεννήθηκε το 1959 στο Χιροσάκι, στον νομό Αομόρι, στον βορρά της Ιαπωνίας, όπου το χιόνι πέφτει με τα μέτρα και η μεταπολεμική ανάπτυξη έφτανε αργά. Ήταν ο μικρότερος από τρεις γιους μιας οικογένειας με λίγα χρήματα· οι γονείς του δούλευαν και τα αδέλφια του ήταν πολύ μεγαλύτερα, κι έτσι μεγάλωσε σχεδόν σαν μοναχοπαίδι. Έπαιζε με χάρτινες κούκλες και τους σχεδίαζε ρούχα, βοηθούσε τη μητέρα του στον κήπο τα καλοκαίρια και, παιδί ακόμη, έφτιαξε μόνος του ένα ραδιόφωνο. Αργά τη νύχτα έπιανε τον σταθμό της αμερικανικής αεροπορικής βάσης της Μισάουα: φολκ, κάντρι, σόουλ, αργότερα ροκ, τραγούδια με στίχους που δεν καταλάβαινε, με μια μελαγχολία που την καταλάβαινε ολόκληρη.
Από τον βορρά κουβαλά και μια γνώση του σώματος: τον χειμώνα, έχει πει, απλώς τον αντέχεις, και κάθε χρόνο το σώμα μαθαίνει ξανά ότι η άνοιξη θα έρθει. Κουβαλά κι έναν θυμό που κρατά ως σήμερα: το κέντρο της χώρας, λέει, είναι πλουσιότερο και έχει την εξουσία· η πυρηνική ενέργεια καταναλώνεται εκεί και το βάρος της παραγωγής της πέφτει στην επαρχία. Αυτός ο θυμός πέρασε στα κορίτσια του, στα σχέδια με το «No Nukes», στα πλακάτ που σήκωναν.
Το 1988 έφυγε για τη Γερμανία, όπως λέει, για να παρατείνει τη ζωή του ως φοιτητής. Στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ δάσκαλός του ήταν ο Α.Ρ. Πενκ, από τις κεντρικές μορφές του γερμανικού νεοεξπρεσιονισμού, ζωγράφος των σημείων και των σκαριφημάτων. Ο Πενκ τον ρώτησε γιατί δεν ζωγραφίζει όπως σχεδιάζει. Η γραμμή μπήκε στη ζωγραφική του Νάρα και έμεινε εκεί τριάντα χρόνια.
Έζησε στη Γερμανία δώδεκα χρόνια, τα περισσότερα στην Κολωνία. Το κρύο και το σκοτάδι του Ντίσελντορφ του θύμισαν το Αομόρι, και ο 28χρονος φοιτητής άρχισε να συνομιλεί με το αγόρι επτά ή οκτώ χρονών που υπήρξε· από εκείνη την κουβέντα, λέει, άλλαξε ριζικά ό,τι ζωγράφιζε. Έτσι βγήκε το κορίτσι που ξέρουμε: καθαρό περίγραμμα, κεφάλι δυσανάλογα μεγάλο, άδειο φόντο, μάτια που σε καρφώνουν.
Στο «Maetel» του 1995, που κρέμεται στην έκθεση, ένα κορίτσι με κόκκινο μπερέ γυρίζει τα μάτια προς τα πάνω με μια περιφρόνηση καθαρά πανκ. Το «Knife Behind Back» του 2000 πουλήθηκε το 2019 στους Sotheby’s του Χονγκ Κονγκ για περίπου 25 εκατομμύρια δολάρια, το ρεκόρ του ως σήμερ
Ο κόσμος τα λέει κορίτσια. Ο Νάρα έχει πει ότι για εκείνον τα παιδιά δεν έχουν ακόμη φύλο, αφού άντρες και γυναίκες γινόμαστε όταν μεγαλώνουμε, και ότι όλοι οι πίνακές του είναι αυτοπροσωπογραφίες. Φέτος, όταν τον ρώτησαν γιατί ζωγραφίζει τον εαυτό του ως κορίτσι, είπε ότι η ευαισθησία του ήταν πάντα πιο κοντά στις γυναίκες: παιδί, προτιμούσε να μαζεύει λουλούδια από τις μάχες των υπερηρώων.
Η ίδια γραμμή έκανε και κάτι ακόμη: ταξίδεψε. Ένα καθαρό περίγραμμα σε άδειο φόντο αναπαράγεται χωρίς απώλειες, και τα παιδιά του Νάρα πολλαπλασιάστηκαν σε αφίσες, θήκες κινητών, σκέιτμπορντ και πορτατίφ, σε φοιτητικά δωμάτια και σε βίντεο του TikTok, στην τραπεζαρία της Κρις Τζένερ και στον κήπο του Άσερ. Στο πωλητήριο του MoMA πουλιούνται χιονόμπαλες με τις φιγούρες του για 85 δολάρια, φωτιστικά για 1.200 και αυτοκόλλητοι επίδεσμοι για 12, ενώ στις 11 Νοεμβρίου κυκλοφορεί η τρίτη του συνεργασία με τη Στέλλα Μακάρτνεϊ, από κορδόνια των 100 δολαρίων ως πλεκτό κασκόλ των 7.900.
Ένα τασάκι με ένα κορίτσι που καπνίζει και τη φράση «Too Young to Die», αγορασμένο για 10 δολάρια σε μαγαζί μεταχειρισμένων, ξαναπουλήθηκε στο eBay για 2.860. Ο ίδιος έχει πει ότι τα εμπορεύματα τα φτιάχνει απρόθυμα, για τους θαυμαστές που δεν μπορούν να αγοράσουν ένα πρωτότυπο και για τους νέους, που δεν έχουν άλλον δρόμο.
Τώρα το μάτι παίρνει πίσω ακριβώς αυτή τη γραμμή. Στους νέους πίνακες η μορφή γεννιέται από αντιθέσεις χρώματος, από στρώσεις που απλώνονται και ξαναδουλεύονται ώσπου να μείνει μόνο το απαραίτητο. Το «Matryoshka», ίδιων διαστάσεων με το «Foggy Tale» και με όνομα από τη ρωσική κούκλα που κρύβει μέσα της μικρότερες, δείχνει ένα κορίτσι με μακριά μαλλιά πίσω από ένα πρώτο επίπεδο από πινελιές κόκκινου, πορτοκαλί, κίτρινου και πράσινου, σαν κομφετί που αιωρείται ανάμεσα σε εκείνη και σε σένα. Τα μάτια της έχουν βάθος και μια πορτοκαλί ανταύγεια, και κοιτάζουν λίγο πιο πάνω από τον θεατή, πέρα από αυτόν.
Το «Girl from the North Country» πήρε τον τίτλο του από το τραγούδι του Μπομπ Ντίλαν, και ο βορράς του τίτλου είναι και δικός του. Ένα στρογγυλοπρόσωπο κορίτσι έχει πράσινες ίριδες που γυαλίζουν και πιάνουν το φως· από κοντά, τα μαλλιά και η μπλούζα του διαλύονται σε κομμάτια ροδακινί και πράσινου που ακουμπούν το ένα το άλλο, μια μικρή γεωμετρική αφαίρεση μέσα σε ένα πορτρέτο. Στο «Green Song», πάνω από δύο μέτρα ψηλό, τα μαλλιά ενός άλλου κοριτσιού γίνονται ψηφιδωτό από πορτοκαλί και ώχρα τετράγωνα. Στο «Tomorrow’s Far Away» του 2025, η ηρωίδα σφίγγει τα μάτια κλειστά κάτω από τη φράση του τίτλου.
Ο Νάρα συνέδεσε το γλαύκωμα με την τεχνική του, με το φαρδύ πινέλο και τα μαλακά τετράγωνα. Τα μάτια των κοριτσιών είναι δική μου ανάγνωση. Βάλε όμως τους νέους πίνακες τον έναν δίπλα στον άλλον: ένα βλέμμα που ανεβαίνει, ένα που βουρκώνει, ένα που κλείνει. Τα παιδιά που επί τριάντα χρόνια σε προκαλούσαν να κατεβάσεις πρώτος τα μάτια, τώρα τα σηκώνουν, τα υγραίνουν ή τα κλείνουν, και το κορίτσι του «Foggy Tale» κρατά το βλέμμα του για τον εαυτό του.
Η αλλαγή έχει και μια μεγαλύτερη προϊστορία. Κλειστά βλέφαρα εμφανίζονται στο έργο του ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Το 2011 ο σεισμός, το τσουνάμι και το πυρηνικό ατύχημα της Φουκουσίμα χτύπησαν το Τοχόκου, τον βορρά όπου μεγάλωσε. Για ένα διάστημα δεν μπορούσε να ζωγραφίσει, γιατί του φαινόταν ότι σε τέτοιες ώρες κανείς δεν χρειάζεται την τέχνη· στο Χιροσάκι, μάζευε με τη μητέρα του εφόδια για τους εκτοπισμένους.
Ο μόνος μεγάλος καμβάς εκείνης της χρονιάς, το «In the Milky Lake / Thinking One», δείχνει ένα κορίτσι με χαμηλωμένο βλέμμα και κλειστά βλέφαρα, μισοβυθισμένο σε νερό. Βγαίνει σε δημοπρασία στις 19 Νοεμβρίου, με εκτίμηση 10 έως 15 εκατομμύρια δολάρια, και ως τότε εκτίθεται λίγα τετράγωνα από τη Zwirner, στη Δυτική 22η οδό, σε χώρο εμπνευσμένο από ιαπωνικό ναό. Δύο εποχές του Νάρα στέκονται αυτές τις μέρες στο ίδιο Τσέλσι.
Το καλοκαίρι του 2012, όταν η κυβέρνηση αποφάσισε να ξαναλειτουργήσει δύο αντιδραστήρες στη Φουκούι, ο Νάρα άφησε τους διαδηλωτές να κατεβάσουν σε υψηλή ανάλυση το «No Nukes», ένα κορίτσι με πλακάτ που είχε ζωγραφίσει το 1998 πάνω σε μια διαφημιστική αφίσα του Βραζιλιάνου μουσικού Βινίσιους Καντουάρια, με μόνο όρο να μην πουληθεί. Έως εκατό χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στον δρόμο, πολλοί με εκείνο το κορίτσι στα χέρια. Την ίδια χρονιά ζωγράφισε το «Miss Spring», ένα κορίτσι με βουρκωμένα μάτια σε ροζ φόντο ανθισμένης κερασιάς.
Δύο χρόνια αργότερα, τον Νοέμβριο του 2013, σε μια μεγάλη κουβέντα με τον συγγραφέα από τη Φουκουσίμα Χιντέο Φουρουκάβα, ο Νάρα, τότε 53 χρονών, μίλησε για την όρασή του που άλλαζε με την ηλικία: τα χρόνια, είπε, του πήραν δύναμη και του έδωσαν σε αντάλλαγμα μάτια που βλέπουν μακριά, τη μεγάλη εικόνα αντί για τις λεπτομέρειες, και πρόσθεσε με κάποια περηφάνια ότι ακόμη δεν χρειαζόταν γυαλιά. Έφερε για παράδειγμα τον Ματίς, που στα γεράματα πέρασε σε τεράστιες επιφάνειες, και τον Νταλί, που συνέχισε να ζωγραφίζει τις ίδιες σχολαστικές εικόνες της νιότης του φορώντας γυαλιά πρεσβυωπίας. Τα ύστερα έργα του Νταλί, είπε, δεν τον αγγίζουν: ο ζωγράφος οφείλει να δουλεύει όπως του επιτρέπουν οι δυνάμεις του κάθε φορά.
Στην ίδια κουβέντα μίλησε και για τα μάτια των κοριτσιών. Παλιότερα, για να δείξει θυμό, ζωγράφιζε απλώς τριγωνικά μάτια και άδειαζε εκεί μέσα τον δικό του θυμό· τα μάτια, έλεγε, είναι ο καθρέφτης της ψυχής, κι εκείνος τα σχεδίαζε με απροσεξία. Κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 2000 άρχισε να θέλει πιο σύνθετα αισθήματα, ειπωμένα πιο σύνθετα, να σταματά και να παίρνει ανάσα πριν βγάλει τα πάντα έξω. Δεκατρία χρόνια μετά, το σώμα του επιβάλλει ό,τι τότε περιέγραφε σαν επιλογή.
Εδώ και χρόνια ο Νάρα ζωγραφίζει πάνω σε επιφάνειες με ιστορία: παλιούς φακέλους, καφέ χάρτινες σακούλες, φωτοτυπίες από σελίδες μυθιστορήματος, χαρτόνι από κούτες συσκευασίας του ατελιέ, πλάκες πολυστυρενίου, ξύλο. Τεντώνει μόνος του τους καμβάδες του και συχνά τους ντύνει με λωρίδες από περισσεύματα καραβόπανου, κολλημένες σαν επίδεσμοι. Όταν τον ρώτησαν τι έχει ένα πρωτότυπο που δεν το έχει η αναπαραγωγή του, απάντησε ότι τα πρωτότυπα είναι γεμάτα ατέλειες: «Έχουν ζήσει μια ζωή και έχουν ρυτίδες σαν τον Κιθ Ρίτσαρντς».
Δύο επίδεσμοι, λοιπόν, στο ίδιο Μανχάταν. Ο ένας, των 12 δολαρίων, κολλάει ένα κοριτσάκι του Νάρα πάνω σε μια γρατζουνιά. Ο άλλος, από καραβόπανο, κρατά μέσα στον πίνακα τις τσακίσεις, τις ραφές και τα σημάδια της χρήσης. Η μαζική εικόνα σκεπάζει την πληγή. Το πρωτότυπο την κουβαλά.
Ο Ρίτσαρντς επιστρέφει και στους τοίχους. Ένα από τα νέα κορίτσια, σε πλάκα πολυστυρενίου, λέγεται «As Tears Go By», όπως το τραγούδι που έγραψαν εκείνος, ο Μικ Τζάγκερ και ο μάνατζέρ τους Άντριου Λουγκ Όλνταμ για τη Μαριάν Φέιθφουλ. Οι τίτλοι της έκθεσης διαβάζονται σαν λίστα τραγουδιών: «Eve of Destruction», «Cry, Cry, Cry II», «That’s Life», «I Don’t Wanna Grow Up». Οι περισσότεροι ανήκουν σε μεγάλα μονόχρωμα σχέδια του 2026, φτιαγμένα με βιομηχανικές ράβδους ελαιοχρώματος, που ξεκινούν από μια μελωδία ή έναν στίχο που ακούει εκείνη τη στιγμή.
Η γραμμή υπάρχει ακόμη σε αυτά τα σχέδια, μόνο που έχει φαρδύνει: παχιά, αδιαφανής, τραβηγμένη με εργαλείο που ανήκει περισσότερο στο εργοτάξιο παρά στο ατελιέ. Δύσκολα δεν τη διαβάζεις μαζί με τα φαρδιά πινέλα των καμβάδων.
Το «I Don’t Wanna Grow Up» ακούγεται σαν σύνθημα όλου του έργου του. Ο ίδιος, στα 66, λέει κάτι πιο πικρό: αν ήταν παιδί, θα μπορούσε να ζωγραφίζει πολύ περισσότερο. Η παραγωγή του έχει πέσει με τα χρόνια. Ζει στο Νάσου, ένα θέρετρο τρεις ώρες με το αυτοκίνητο από το Τόκιο, δουλεύει χωρίς βοηθούς, έναν πίνακα τη φορά, και συχνά κοιμάται σε ένα ράντζο μέσα στο ατελιέ, για να μη χάσει την επαφή με το έργο που έχει στη μέση.
Στην παιδική ηλικία δεν θέλει να γυρίσει, λέει. Στο λύκειο, ίσως. Τα κορίτσια του θα μείνουν για πάντα παιδιά. Εκείνος κλείνει τα 67 στις 5 Δεκεμβρίου. Η κλίμακα γύρω του κινείται αντίστροφα. Η Zwirner, που ανέλαβε την εκπροσώπησή του πέρσι τον Νοέμβριο, μετά το κλείσιμο της BLUM που δούλευε μαζί του τριάντα χρόνια, του έδωσε δύο κτίρια και σχεδόν εκατό θέσεις στους τοίχους· η Pace, που τον εκπροσωπούσε δεκατέσσερα χρόνια, κρατά τη δική της σχέση μαζί του. Τον ίδιο μήνα, οι Sotheby’s και οι Christie’s προσφέρουν έργα του σε επτά ψηφία, και το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Σαν Φρανσίσκο ετοιμάζει μεγάλη αναδρομική του για το φθινόπωρο του 2027.
Στο κέντρο όλων αυτών, ένας άνθρωπος τελειώνει έναν πίνακα τη φορά. Ο θυμός του βορρά βρήκε άλλους δρόμους. Σε έναν πίνακα του 2020 που κρέμεται στην ίδια έκθεση, ένα κοριτσάκι κρατά λεπίδα, έχει μόλις κόψει ένα λουλούδι, αίμα στάζει από το χαμογελαστό του στόμα και στο μπουφάν του γράφει «Fuck you». Στο «Peace» του 2026, ένα ξανθό κορίτσι με λαχανί μπλουζάκι κάθεται σε ένα τραπέζι με τα μάτια βουρκωμένα και τακτοποιεί πέντε γράμματα-παιχνίδια, ώσπου να σχηματιστεί η λέξη PEACE.
Στην έκθεση κρέμονται και τέσσερις μεγάλοι πίνακες σε γιούτα, του 2017 και του 2019, για τις κακουχίες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στο «From the Bomb Shelter», βασισμένο σε μια φωτογραφία ειδήσεων, ένα κορίτσι βγαίνει από μια τρύπα· στο «Peace Girl», ένα άλλο, με τη λέξη PEACE στη μπλούζα, πατά πάνω στο κεφάλι του Χίτλερ. Στην ίδια σειρά, με τις ίδιες διαστάσεις και πάνω στην ίδια γιούτα, ανήκουν δύο καινούργιοι πίνακες: το «Little Patriot» και το «Little Leader».
Κοντά στους τέσσερις μεγάλους νέους πίνακες κρέμεται ένα μικρό τετράγωνο έργο, 33,5 εκατοστά η πλευρά του: ένα πορτρέτο της νεαρής Γιαγιόι Κουσάμα με το χαρακτηριστικό της καρέ. Λέγεται «Young Yayoi» και χρονολογείται στο 2026, τη χρονιά που η Κουσάμα πέθανε, στα 97 της. Δύο Ιάπωνες καλλιτέχνες που η όρασή τους έγινε μέθοδος. Η Κουσάμα έχτισε ένα σύμπαν από όσα έβλεπε ενώ δεν υπήρχαν, τις βούλες και τα δίχτυα των παραισθήσεών της· ο Νάρα χτίζει τώρα από όσα η όρασή του δεν πιάνει πια με ακρίβεια.
Γύρω από το τετράγωνο, στο κτίριο της 19ης οδού, ο Νάρα έστησε δεκατρία λευκά κεφάλια του 2024. Είναι μπρούντζινα, βαμμένα με ματ λευκή ουρεθάνη, και το καθένα είναι δέκα φορές μεγαλύτερο από το πήλινο κεφαλάκι που χωρούσε στην παλάμη του. Έχουν ονόματα σαν παιδικά παρατσούκλια, «Triangular Rice Ball», «Bun», «Naughty Boy», «Sleepy Eyes», «Medusa», και το ψηλότερο, το «Long Tall Peace Sister», φτάνει τα 2,4 μέτρα.
Ο Νάρα τα συνδέει με τα χιονισμένα δάση του όρους Χακόντα (Hakkōda), κοντά στον τόπο του, και με μια πίστη των αρχαίων λαϊκών θρησκειών: ότι η φύση κάτω από το χιόνι έχει ψυχή, ότι το δέντρο μιλά με το βουνό και το νερό με την πέτρα. Λέει ότι κατάλαβε μόνο αφού τα έβαψε πως μάλλον τον είχαν εμπνεύσει τα «τέρατα του χιονιού», τα έλατα των παιδικών του χειμώνων που ο πάγος και το χιόνι τα πλάθουν σε τεράστιες, θολές μορφές.
Τρία ακόμη, μεγαλύτερα, στέκονται από τις 31 Οκτωβρίου στον κήπο γλυπτών του Μουσείου Hirshhorn στην Ουάσιγκτον, που ξανάνοιξε μετά από τέσσερα χρόνια ανασχεδιασμού. Η ομάδα λέγεται «Sentinels of Stillness» και εγκαινιάζει μια νέα ετήσια σειρά αναθέσεων στο δυτικό γρασίδι του μουσείου, στον ίδιο κήπο με τους μπρούντζους του Ροντέν και του Τζακομέτι.
Ο Νάρα έπλασε τα μικρά κεφάλια το 2021 στο ατελιέ, πατώντας και τρυπώντας τον πηλό με τους αντίχειρες· το ζύμωμα, έλεγε το 2013, είναι σκέψη με τα χέρια. Σαρωτές και εκτυπωτές τα μεγέθυναν δεκαέξι φορές και κατασκευαστές τα έφτιαξαν σε αλουμίνιο. Σε αυτή την κλίμακα, το πάτημα ενός δαχτύλου γίνεται πλαγιά.
Στα εγκαίνια του κήπου, ανάμεσα σε καλλιτέχνες που είχαν έρθει να δουν τα νέα έργα, ο Νάρα στεκόταν παράμερα, στη σκιά ενός ψηλού πέτρινου τοίχου. «Μπορώ να δουλέψω μόνο όταν είμαι εντελώς μόνος», έχει πει. Αγαπημένος του ζωγράφος, ωστόσο, είναι ο Αμεντέο Μοντιλιάνι, και λέει ότι θα ήθελε, όπως εκείνος στο Παρίσι πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, μια παρέα από συντρόφους και συναδέλφους για να μοιράζεται μαζί τους τη ζωή. Ένας άνθρωπος που δουλεύει μόνο όταν είναι εντελώς μόνος έχει φτιάξει πρόσωπα που κρατούν συντροφιά σε εκατομμύρια αγνώστους.
Ένας από αυτούς τους συναδέλφους, ο KAWS, κοίταξε τα λευκά κεφάλια στο γρασίδι και είπε ότι θα είναι υπέροχα όταν χιονίσει. Θα μείνουν εκεί ως τις 7 Νοεμβρίου του 2027, άρα θα προλάβουν έναν χειμώνα. Αν η Ουάσιγκτον τα σκεπάσει, το χιόνι θα κάνει πάνω τους ό,τι κάνει πια το χρώμα στους πίνακες του Νάρα: θα σβήσει τις άκρες και θα κρατήσει το σχήμα.
Στα 66 του, λίγο πριν από τη μεγάλη αναδρομική που ετοιμάζει το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Σαν Φρανσίσκο για το φθινόπωρο του 2027, ο Νάρα εξακολουθεί να ανακαλύπτει διαφορετικές δυνατότητες στη ζωγραφική του. Οι καινούργιοι πίνακες χρειάζονται χρόνο για να αποκαλύψουν τα πρόσωπά τους. Τα περιγράμματα μαλακώνουν, τα χρώματα περνούν το ένα μέσα στο άλλο, τα παιδιά μεγαλώνουν μαζί με τον άνθρωπο που τα επινόησε.
Κάποτε τα περισσότερα μας κοίταζαν με θυμό, έτοιμα να βγάλουν ένα μαχαίρι από την τσέπη τους. Τώρα ένα από αυτά κάθεται ήσυχα μπροστά σε ένα τραπέζι και προσπαθεί να βάλει στη σωστή σειρά τα γράμματα της ειρήνης.