Ένα σχέδιο για την επανέναρξη των πωλήσεων ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη μέσω αγωγών που διέρχονται από την Ουκρανία φέρεται να προωθεί η κυβέρνηση των ΗΠΑ, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για μια ενεργειακή εκεχειρία ενόψει του χειμώνα.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, Αμερικανοί απεσταλμένοι Τζάρεντ Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ έθεσαν την ιδέα κατά τις επισκέψεις τους στη Μόσχα και το Κίεβο τον Σεπτέμβριο. Η πρόταση, όπως περιγράφεται από Αμερικανούς, Ευρωπαίους και Ουκρανούς αξιωματούχους που επικαλείται το δημοσίευμα, θα προέβλεπε την πώληση ρωσικού αερίου μέσω αμερικανικού ενδιάμεσου, με στόχο να παρακαμφθούν οι ευρωπαϊκές κυρώσεις και να δημιουργηθούν παράλληλα επιχειρηματικές ευκαιρίες για Αμερικανούς επενδυτές.
Η πρωτοβουλία συνδέεται με την προσπάθεια να συμφωνηθεί μια ευρύτερη ενεργειακή εκεχειρία, η οποία θα μπορούσε να περιορίσει τις επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές και να ενισχύσει τα κίνητρα για μια συνολικότερη συμφωνία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας.
Ο αγωγός μέσω Ουκρανίας και τα έσοδα από τη διέλευση φυσικού αερίου
Στο επίκεντρο της πρότασης βρίσκεται το σοβιετικής εποχής δίκτυο αγωγών που μεταφέρει φυσικό αέριο από τα κοιτάσματα της Σιβηρίας προς την Ευρώπη μέσω ουκρανικού εδάφους, με διασυνδέσεις προς τη Σλοβακία, την Αυστρία και τη Γερμανία.
Η επανεκκίνηση των ροών μέσω αυτού του δικτύου θα μπορούσε, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρατίθενται στο δημοσίευμα, να γίνει σχετικά γρήγορα, καθώς περιορισμένες ποσότητες φυσικού αερίου συνέχισαν να διέρχονται από την Ουκρανία μέχρι τον Ιανουάριο του 2025, όταν σταμάτησε η διαμετακόμιση.
Για το Κίεβο, η επανέναρξη της διέλευσης θα μπορούσε να σημαίνει νέα έσοδα από τέλη διαμετακόμισης, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές και στρατιωτικές πιέσεις.
Παράλληλα, Αμερικανοί αξιωματούχοι φέρονται να έχουν προτείνει τα έσοδα από τις πωλήσεις του ρωσικού αερίου να κατατίθενται σε λογαριασμό μεσεγγύησης σε τρίτη χώρα. Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με την αμερικανική πρόταση, η Μόσχα δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει άμεσα τα χρήματα για τη χρηματοδότηση του πολέμου.
Η αντίδραση της Ευρώπης και το χρονοδιάγραμμα των κυρώσεων
Το σχέδιο προσκρούει στην επίσημη ευρωπαϊκή πολιτική για την απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει νομοθεσία για τη σταδιακή κατάργηση των εισαγωγών ρωσικού αερίου έως το τέλος του 2027, ενώ αρκετοί Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν ξεκαθαρίσει ότι δεν επιθυμούν την επιστροφή σε μια ενεργειακή σχέση εξάρτησης από τη Ρωσία.
Ο επίτροπος Ενέργειας της ΕΕ, Νταν Γιόργκενσεν, έχει υποστηρίξει ότι η απαγόρευση των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου θα πρέπει να είναι μόνιμη. Όπως ανέφερε σε συνέντευξή του που επικαλείται η Wall Street Journal, η Ευρώπη δεν θα πρέπει να εμπιστευθεί ξανά τη Ρωσία, ακόμη και σε περίπτωση ειρήνης.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ανώτατοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι αντιμετωπίζουν με έντονη επιφύλαξη την ιδέα της επανέναρξης των αγορών. Ορισμένοι θεωρούν ότι μια τέτοια κίνηση θα αναιρούσε τη στρατηγική που ακολούθησε η Ευρώπη μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ενώ άλλοι τη συγκρίνουν με ιστορικές επιλογές κατευνασμού επιθετικών δυνάμεων.
Η Ουάσιγκτον, από την πλευρά της, εκτιμά ότι η προοπτική χαμηλότερων τιμών ενέργειας ενόψει του χειμώνα θα μπορούσε να κάνει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πιο δεκτικές σε μια οικονομική συμφωνία, εφόσον αυτή ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ειρήνευσης.
Η ενεργειακή πίεση και ο ρόλος του πολέμου στο Ιράν
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να επηρεάσουν τη στάση της Ευρώπης. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν έχουν εντείνει την παγκόσμια ενεργειακή αναταραχή, ενώ οι αποστολές υγροποιημένου φυσικού αερίου από το Κατάρ παραμένουν περιορισμένες λόγω της κατάστασης στον Περσικό Κόλπο.
Η Ευρώπη έχει ήδη επιβαρυνθεί με σημαντικά πρόσθετα ενεργειακά κόστη. Την ίδια στιγμή, τα αποθέματα φυσικού αερίου στις υπόγειες εγκαταστάσεις αποθήκευσης βρίσκονται περίπου στο 75%, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στο ρεπορτάζ, ενώ αναμένεται να υπολείπονται του μέσου όρου των τελευταίων εννέα ετών ενόψει του χειμώνα.
Η ενεργειακή πίεση αποτελεί έναν από τους παράγοντες που αξιοποιεί η αμερικανική πλευρά για να προωθήσει την ιδέα μιας συμφωνίας που θα μπορούσε να μειώσει τις τιμές και να περιορίσει τον κίνδυνο ελλείψεων.
Το ενδεχόμενο επαναλειτουργίας του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream
Παράλληλα, η αμερικανική πλευρά φέρεται να εξετάζει την πιθανότητα επαναλειτουργίας των αγωγών Nord Stream ως μέρος μιας ευρύτερης συμφωνίας με τη Ρωσία. Το ενδεχόμενο αυτό θα απαιτούσε, ωστόσο, την υπέρβαση σημαντικών πολιτικών, τεχνικών και κανονιστικών εμποδίων.
Ο Nord Stream 1 σταμάτησε να παραδίδει φυσικό αέριο τον Αύγουστο του 2022, ενώ ο Nord Stream 2 δεν τέθηκε ποτέ σε λειτουργία. Και οι δύο αγωγοί υπέστησαν σοβαρές ζημιές από υποθαλάσσιες εκρήξεις τον Σεπτέμβριο του 2022.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία και λόγω της αλλαγής στάσης που θα συνεπαγόταν για την κυβέρνηση Τραμπ. Κατά την πρώτη του θητεία, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε επικρίνει επανειλημμένα τη Γερμανία για την κατασκευή του Nord Stream 2, προειδοποιώντας ότι η εξάρτηση από το ρωσικό αέριο θα μπορούσε να καταστήσει τη χώρα ευάλωτη στη Μόσχα. Το 2019, μάλιστα, οι ΗΠΑ είχαν επιβάλει κυρώσεις που στόχευαν το έργο.
Η πρόταση για την επανέναρξη των ρωσικών εξαγωγών μέσω Ουκρανίας είχε, σύμφωνα με το δημοσίευμα, περάσει σε δεύτερο πλάνο τον προηγούμενο μήνα, μετά την προσωρινή παύση των ουκρανικών επιθέσεων σε ρωσικά διυλιστήρια. Το Κίεβο επανέλαβε στη συνέχεια τις επιθέσεις, εντείνοντας την πίεση για μια ευρύτερη συμφωνία που θα περιλαμβάνει τις ενεργειακές υποδομές. Το δημοσίευμα αναφέρει ότι σχεδιάζονταν τριμερείς ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας και Ουκρανίας στο Άμπου Ντάμπι στα μέσα Νοεμβρίου, ενώ η Μόσχα δεν είχε αποδεχθεί μέχρι τότε τις αμερικανικές προσπάθειες για συμφωνία ενεργειακής εκεχειρίας.
Παρά τις διπλωματικές πρωτοβουλίες, η επανέναρξη των ρωσικών πωλήσεων φυσικού αερίου στην Ευρώπη παραμένει αβέβαιη. Η υλοποίησή της θα εξαρτηθεί από την πορεία των διαπραγματεύσεων, τη στάση του Κιέβου και των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, καθώς και από το κατά πόσο μπορεί να ενταχθεί σε μια συνολικότερη συμφωνία για τον πόλεμο. Το βασικό δίλημμα για την Ευρώπη είναι αν η πιθανότητα χαμηλότερων τιμών ενέργειας και νέων εσόδων για την Ουκρανία μπορεί να συμβιβαστεί με τη στρατηγική απεξάρτησης από τη Ρωσία που υιοθέτησε μετά το 2022.