Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
RadioGamma Live

 

Έχουν λόγο να εξεγείρονται οι άνθρωποι;

ΟΙ ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΙΣ, ΟΙ «ΤΑΡΑΧΕΣ» (emeutes), οι συγκρούσεις. Η κυβέρνηση και οι πολιτικοί εκπρόσωποι της μακρονικής παράταξης και της δεξιάς που καταγγέλλουν –στη Γαλλία– το κόμμα της «Ανυπότακτης Γαλλίας», το LFI, για τα έκτροπα, και έπειτα η εμπλοκή της αστυνομίας, των υπηρεσιών και η εξέλιξη με απαγορεύσεις συγκεντρώσεων.

Διαλέγω, επίτηδες, τον άχρωμο και άγευστο όρο «κινητοποιήσεις» για να σταθώ και αυτήν τη βδομάδα στη Γαλλία, που ωστόσο δεν μονοπωλεί τον χάρτη αυτής της εν κινήσει ανυποταξίας πολλών τόπων-πόλεων, από τη γειτονιά της Γαλλίας (Βέλγιο, Ιταλία) ως τη δική μας βαλκανική περιφέρεια και πολύ πέρα, σε ένα τόξο από τη Νότια Αμερική ως την Ινδία.

Πριν από όλα, όμως, πριν και απ’ τους χαρακτηρισμούς των γεγονότων και τη γεωγραφία των εξεγέρσεων, προκύπτει το ερώτημα: υπάρχει λόγος να συμβαίνουν αυτά τα «γεγονότα»; Έχουν λόγο να εξεγείρονται οι άνθρωποι; Ή μήπως είναι ασήμαντες μιμητικές χορογραφίες πάνω στα πτώματα των παλαιών ονομάτων και της Επανάστασης (που ως λέξη έχει κηρυχτεί αρμοδιότητας των ιστορικών;).

Ο ορισμός, εν τέλει, που θα έδινα σε αυτό τον κύκλο συλλογικής δράσης θα ήταν αυτός: αφύπνιση για ένα δικαίωμα στην ελπίδα που τρέφει μέσα της τόσο μια επιθυμία δικαιοσύνης όσο και ένα αίτημα χαράς.

Προς μεγάλη λύπη κάποιων δικών μας, οι περισσότεροι διεθνείς παρατηρητές, οι κοινωνικοί επιστήμονες, ακόμα και άνθρωποι από πολύ μετριοπαθείς αφετηρίες και ξένοι προς την κουλτούρα του δρόμου και των πορειών απαντούν καταφατικά. Υπάρχουν, παραδέχονται, πολλοί λόγοι να εξοργίζεται κανείς από την τροπή των δημόσιων πραγμάτων, την επιδείνωση των προοπτικών, την απόσχιση των κύκλων της εξουσίας από τις κοινωνικές ανάγκες και τις εμπειρίες κυρίως των νεότερων. Λόγοι να μην αποδέχεται δηλαδή σχέδια ζωής που έχουν μέσα τους την επιβεβλημένη διακινδύνευση, την απουσία χαράς μαζί με έναν αποθηριωμένο ανταγωνισμό πάνω σε έναν καθημαγμένο πλανήτη.  Αυτό που λέγεται συχνά για τη «γενιά που θα ζήσει χειρότερα από τους προηγούμενους» είναι, αν το σκεφτούμε, ανατριχιαστικό στον κυνισμό του. Δεν μπορεί να το ακούει κανείς δίχως να θεωρεί πως εισπράττει μια μορφή πυκνής βίας, πολύ πιο επώδυνης πάντως από τη λαφυραγώγηση ενός μαγαζιού. Ποιος αποφάσισε για αυτά τα εικοσάχρονα να «ζήσουν χειρότερα;». Πώς ορθώνεται ως υπερβατική μοίρα πάνω από τα κεφάλια τους και πώς θα αποτραπεί μαζί με τόσα άλλα που παρουσιάζονται πλέον περίπου ως τεχνικά θέματα;

Αμέσως μάλιστα μετά την παραδοχή πως υπάρχει όντως βάσιμος λόγος να εξεγείρονται οι νέοι (μέχρι και ο ψυχρός Μακρόν την υπονόησε στο διάγγελμά του) αρχίζει η γνωστή, φτηνή ρητορική της εύρεσης άλλων ενόχων: κατηγορίες για κάποιους  πανίσχυρους «ακροαριστερούς» μαζί με τη βεβαιότητα ότι ο «δρόμος» και οι πορείες είναι παιχνίδι μεσοαστών σε φάση πλήξης είτε πλιάτσικο για λούμπεν τυχοδιώκτες. Έτσι, μετά την τυπική –και προφανώς υποκριτική– παραδοχή του «προβλήματος», υψώνεται πάλι η περιφρόνηση γι’ αυτό που συμβαίνει και για τον κόσμο του. Τι συμβαίνει όμως;

Οι συγκρίσεις και οι ιστορικές αναλογίες έχουν κάποιο νόημα, μπορεί όμως να λειτουργούν και παραπλανητικά. Υποθέτοντας πάντως ότι έχει ανοίξει ένας νέος κύκλος συγκρούσεων με διεθνική διασπορά –«σαν το 1968»–, πρέπει να δούμε ότι η σημερινή διάταξη των κινητοποιημένων είναι κατά βάση αμυντική και προστατευτική: ο κόσμος τους θέλει να ανακοπεί η πορεία προς τη φτωχοποίηση, να μην επιβαρύνονται διαρκώς με το κόστος των «μεταρρυθμίσεων» και να σταματήσει ο υποβιβασμός της κοινωνικής θέσης των νεότερων και άλλων μη ευνοημένων μερίδων. Προβάλλει κυρίως μια πρόθεση αντίστασης σε ένα πλέγμα δεινών για τα οποία τα άτομα που κινητοποιούνται –ιδίως οι μαθητές/-τριες, ο πιο νεανικός εκπαιδευτικός πληθυσμός– έχουν ασαφή ιδέα. Παρ’ όλα αυτά, οι κινητοποιημένοι γνωρίζουν πως έχουν απέναντί τους σοβαρές απειλές, ακόμα κι αν δεν διαθέτουν τα εξηγητικά σχήματα και τις θεωρητικές κατασκευές που χειρίζονταν περισσότεροι (πάντα όμως ήταν μια μειοψηφία σε σχέση με τους αριθμούς των γενικών διαδηλωτών) στους παλαιότερους κύκλους των κοινωνικών συγκρούσεων.

Ας ξαναθυμηθούμε το κεντρικό χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου: σε μεγάλο μέρος του κόσμου παρατηρούμε μια διπλής στροφής κίνηση προς την αταξία και τον αυταρχισμό, την αύξηση της σύγχυσης και έναν πειρασμό εκφασισμού των πνευμάτων. Η ρευστοποίηση συμβαδίζει με τάσεις αυταρχικής περίσφιξης για τον έλεγχο ζωτικών χώρων και επικράτειας. Κράτη, μεγάλες εταιρείες, όπως και μητροπολιτικές ομάδες στις μικρο-επικράτειές τους, δείχνουν να κινούνται σπασμωδικά, επιδιώκοντας να κατοχυρώσουν πόρους, να εξασφαλίσουν ενεργειακά αποθέματα, εξαπολύοντας ακόμα και προληπτικά πλήγματα στον αντίπαλο. Μεγεθύνεται η συμμοριοποίηση εις βάρος των κοινοτήτων αγώνα και των πιο κλασικών θεσμών. Αυτή η συνθήκη εξαγρίωσης, με μικρά και μεγάλα πραξικοπήματα, δεν έχει ικανοποιητική πολιτική απόκριση, τουλάχιστον στο συμβατικό πεδίο. Τα πολιτικά κόμματα δυσκολεύονται να χειριστούν τις νέες υλικές ανάγκες, ακόμα και τα κοινωνικά συναισθήματα των νεότερων γενιών. Η παλιότερη ένταση μεταξύ εξασφαλισμένων/ενταγμένων και επισφαλών αποκτά μεγαλύτερο βάθος και παράγει βαρύτερες συνέπειες. Πάει να γίνει διαχωρισμός γηγενών και μη γηγενών, να εκφυλετιστεί. Συγχρόνως, μεγαλώνει η διαίρεση μεταξύ περισσότερο ανθεκτικών και ανίσχυρων και ευπαθών τομέων της μεσαίας τάξης. Οι μετέωροι και οι ξεκρέμαστοι δεν μπορούν να αισθανθούν μέλη της ίδιας κοινότητας με τους κληρονόμους των προνομίων και εκείνες τις μερίδες που διατηρούν διαπραγματευτική ισχύ. Και άπαντες, βολεμένοι και αβόλευτοι, συναντούν την επιτάχυνση του άγνωστου και του άδηλου μέσα σε μια τεχνολογική μετάβαση που λειτουργεί ως γενικός θόρυβος ανησυχιών πίσω από όλα τα γεγονότα (ακόμα κι αν δεν έχει γίνει η ίδια ακόμα κεντρικό θέμα πολιτικών κινημάτων).

ιπόν οι δεκαοχτάρηδες του 2026 να μη διαβάζουν Μαρκούζε ή Ράιχ, να μην αισθάνονται ότι τους αφορά ή τους αγγίζει ο μαοϊσμός, η σοσιαλιστική αυτοδιαχείριση ή άλλα τεκμήρια της παλιάς εξεγερτικής φαντασίας που απέχει πια, το ξεχνάμε, σχεδόν εξήντα χρόνια. Μπορεί ακόμα να εξαπλώνεται γύρω –πάλι σε κυματισμούς από χώρα σε χώρα και στην ψηφιακή no man’s land– και μια alt-right στάση που θεωρεί όλο το προοδευτικό οικοσύστημα ως κατεστημένο και τις αριστερές καταβολές ως αιτία των σημερινών κακών. Παρ’ όλα αυτά, μπορεί κανείς να δει από τη Γαλλία μέχρι τα Τίρανα κι από τις ΗΠΑ ως την Ινδία μια ευαισθησία η οποία έχει πολιτικό περιεχόμενο. Δεν αφορά ούτε τους casseurs ούτε όσους θεωρούν πως το βασικό πρόβλημα είναι η αποκατάσταση της τάξης ή κάποια συνωμοσία των Ισλαμιστών και των Ρώσων.

Πρόκειται ουσιαστικά για την ίδια ευαισθησία που έχει ήδη εκφραστεί στις ΗΠΑ με το ωραίο σύνθημα «No Kings» και δεν περιλαμβάνει μόνο τον συγκεκριμένο τραγικό Πρόεδρο. Το ζήτημα είναι οι μηχανισμοί καταχρηστικής εξουσίας που δεν λογοδοτούν πραγματικά. Σε αντίθεση μάλιστα με την αφ’ υψηλού άποψη που διακινήθηκε και σε μας σε σχέση με τα μαθητικά κινήματα, δεν είναι όλα θολά, «ψυχολογικά» και αβαθή στο μάγμα των εξεγέρσεων, είτε στη Γαλλία είτε στις άλλες χώρες. Είναι ορατή η στάση κατά της ολιγαρχικής και πλουτοκρατικής κάστας και των τρόπων που αυτή διασφαλίζει τα συμφέροντά της στεγανοποιώντας και αποκλείοντας. Επειδή, μάλιστα, αυτές τις μέρες διάβαζα ξανά τα πολιτικά μανιφέστα κάποιων γκουρού της Σίλικον Βάλεϊ που ψάχνουν πια μια πειθαρχική μοναρχία στη θέση της παλιάς αντικρατικής τους δημαγωγίας, σκέφτομαι πως στο κύμα των τωρινών κινημάτων βρίσκεται το ακριβώς αντίθετο: μια απαίτηση αληθινής ζωής μαζί με την ανάγκη συλλογικής συνάντησης και αμοιβαίας σύγκλισης σε ένα πλαίσιο πέρα από τη βία του ανταγωνισμού, την καταστροφή του μέλλοντος και την απανθρωποποίηση.

Ο ορισμός, εν τέλει, που θα έδινα σε αυτό τον κύκλο συλλογικής δράσης θα ήταν αυτός: αφύπνιση για ένα δικαίωμα στην ελπίδα που τρέφει μέσα της τόσο μια επιθυμία δικαιοσύνης όσο και ένα αίτημα χαράς. Φαίνεται αντιφατικό, τουλάχιστον για τις προσλαμβάνουσες της δικής μου γενιάς, που δεν θα φανταζόταν να τραγουδάει Πάριο (ή Αζναβούρ) στη διαδήλωση.

Για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια, είδαμε –μέχρι να αρχίσει η ρουτίνα των καταστροφών και των σπασιμάτων– μια διάθεση για ευφάνταστες και πραγματικά εγκάρδιες πρακτικές. Είδαμε να υπάρχει ένα απόθεμα πολιτικής δημιουργίας και κοινωνικής συνείδησης που έλαβε πολλά σχήματα να φέρνει χαμόγελα, προτού το καταπλακώσουν οι επιμελημένες σκηνές χάους και η πολιτική πορνογραφία που φούντωσε.

Αυτό το απόθεμα δημιουργίας, ξεγλιστρώντας από τις αμήχανες ή συνθλιπτικές εμπειρίες του παρόντος, είναι, όπως και να το κάνουμε, μια υπόσχεση για το μέλλον: μια υπενθύμιση ότι η Ιστορία δεν είναι τεχνολογία, ούτε εκλογική αριθμητική.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.