Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
RadioGamma Live

 

Δημοκρατία δύο ταχυτήτων

Του Απόστολου Αποστόλου*

Η υπόθεση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, με την απόφαση για την απομάκρυνσή της από τη θέση της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Αθήνα, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα θεμελιώδες ζήτημα για την ποιότητα της δημοκρατίας. Ποια είναι η πραγματική δύναμη των θεσμών και πόσο αποτελεσματικά μπορούν να ελέγχουν εκείνους που ασκούν εξουσία; Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η προσωπικότητα της Αμερικανίδας πρέσβειρας, ούτε οι πολιτικές διασυνδέσεις της, αλλά είναι η αρχή ότι καμία δημόσια ιδιότητα δεν μπορεί να αποτελεί ασπίδα απέναντι στον έλεγχο και τη λογοδοσία.

Όταν προκύπτουν σοβαρά ζητήματα, η πολιτική ηγεσία οφείλει να εξετάζει τα δεδομένα, να ενεργοποιεί τους προβλεπόμενους μηχανισμούς και να αναλαμβάνει τις ευθύνες της. Η λογοδοσία δεν προϋποθέτει καταδίκη ούτε υποκαθιστά τη δικαιοσύνη, αλλά προϋποθέτει, ότι κανείς δεν δικαιούται να θεωρεί τη θέση του απρόσβλητη.

Αυτό ακριβώς είναι το μέτρο με το οποίο οφείλουμε να κρίνουμε κάθε δημοκρατικό σύστημα. Οι θεσμοί δεν υπάρχουν για να αυτοσυντηρούνται, να περιχαρακώνουν την εξουσία τους ή να προστατεύουν την πολιτική τάξη από τις συνέπειες των πράξεών της, αντιθέτως υπάρχουν για να υπηρετούν την κοινωνία, να διασφαλίζουν την ισονομία και να παρεμβαίνουν αποτελεσματικά όταν εμφανίζονται ενδείξεις παραβίασης των κανόνων. Η αυτοτέλειά τους έχει νόημα μόνο όταν υπηρετεί τη δημοκρατική λειτουργία και όχι όταν μετατρέπεται σε προνόμιο ανεξέλεγκτης εξουσίας.

Η αμερικανική περίπτωση, αναδεικνύει τη σημασία της θεσμικής πίεσης, της δημοσιογραφικής έρευνας και της πολιτικής ευθύνης. Δεν σημαίνει ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες όλα λειτουργούν υποδειγματικά, σημαίνει, όμως, ότι η δημοκρατία κρίνεται και από την ικανότητά της να διορθώνει τις δυσλειτουργίες της, αντί να τις μετατρέπει σε μόνιμο καθεστώς.

Και εδώ αρχίζει η ελληνική προβληματική. Τα τελευταία χρόνια, η ελληνική κοινωνία έχει παρακολουθήσει διαδοχικές υποθέσεις που έθεσαν επιτακτικά ερωτήματα για τη διαφάνεια, την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης, τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και την ανάληψη πολιτικών ευθυνών. Από σκάνδαλα και διοικητικές παραλείψεις έως σοβαρές θεσμικές κρίσεις, το επαναλαμβανόμενο ερώτημα είναι αν η διερεύνηση οδηγεί πράγματι σε σαφείς απαντήσεις, ουσιαστικές συνέπειες και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών.

Επί διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, η δυσλειτουργία των θεσμών απέκτησε ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς διαδοχικές υποθέσεις έθεσαν σε δοκιμασία την εμπιστοσύνη των πολιτών. Οι υποκλοπές, η τραγωδία των Τεμπών και οι αντιπαραθέσεις για τη διαφάνεια, τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και την απόδοση ευθυνών διαμόρφωσαν ένα επίμονο έλλειμμα αξιοπιστίας. Όταν η κυβερνητική πλειοψηφία αντιμετωπίζει την κριτική ως πολιτική απειλή και οι διαδικασίες ελέγχου εκλαμβάνονται ως εμπόδια, ενισχύεται η εντύπωση ότι η εξουσία προστατεύει πρωτίστως τον εαυτό της. Το ζητούμενο δεν είναι η προκαταβολική ενοχοποίηση, αλλά η ανεξάρτητη διερεύνηση, η διαφάνεια και η ισότιμη απόδοση ευθυνών, χωρίς κομματικές εξαιρέσεις.

Δεν αρκεί να ανακοινώνονται έρευνες, να συγκροτούνται επιτροπές ή να διατυπώνονται υποσχέσεις για πλήρη διαλεύκανση, γιατί η  δημοκρατία αποδεικνύει την ποιότητά της όταν οι διαδικασίες ολοκληρώνονται, τα στοιχεία αξιολογούνται ανεξάρτητα και οι ευθύνες αποδίδονται χωρίς επιλεκτικές εξαιρέσεις. Ούτε η πολιτική σκοπιμότητα ούτε η προστασία κυβερνητικών ισορροπιών μπορούν να υπερισχύουν της απαίτησης για ισονομία.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν τιμωρείται κάποιος. Είναι αν εμπεδώνεται η πεποίθηση ότι κανείς δεν βρίσκεται πάνω από τον νόμο. Όταν όμως αυτή η πεποίθηση κλονίζεται, η κοινωνία απομακρύνεται από τους θεσμούς, η δυσπιστία ενισχύεται και η δημοκρατική συμμετοχή χάνει το ουσιαστικό της περιεχόμενο.

Η σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν χρειάζεται εξιδανικεύσεις, αλλά χρειάζεται να γίνει αφορμή για αυτοκριτική. Διότι η δημοκρατία δεν μετριέται μόνο με εκλογές, κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες και συνταγματικές διακηρύξεις. Μετριέται με την καθημερινή λειτουργία των θεσμών, την ανεξαρτησία του ελέγχου και την πραγματική δυνατότητα της κοινωνίας να απαιτεί λογοδοσία.

Και το ερώτημα για την Ελλάδα παραμένει αμείλικτο: όταν οι καταγγελίες είναι σοβαρές και οι ευθύνες πρέπει να διερευνηθούν, λειτουργεί το κράτος δικαίου με την ίδια αυστηρότητα για όλους; Από την απάντηση δεν εξαρτάται απλώς η εικόνα της πολιτικής εξουσίας, εξαρτάται όμως η ίδια η ποιότητα της δημοκρατίας μας.

*Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.