Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
RadioGamma Live

 

Παιδιά δημοτικού: 6+1 συμπεριφορές που δείχνουν ότι κάτι τα βασανίζει, αλλά οι γονείς δυσκολεύονται να αποκωδικοποιήσουν

Ένα παιδί στο δημοτικό μπορεί να επιστρέψει από το σχολείο, να αφήσει την τσάντα του στο πάτωμα, να εκνευριστεί με την παραμικρή παρατήρηση ή να κλειστεί στο δωμάτιό του χωρίς να εξηγήσει τι του συμβαίνει.

Αυτό είναι ένα από τα πιο λεπτά σημεία της σχέσης γονέα και παιδιού, καθώς το παιδί μπορεί να βιώνει κάτι έντονα χωρίς να διαθέτει τις λέξεις για να το εξηγήσει, ενώ ο γονιός μπορεί να βλέπει καθαρά τη συμπεριφορά του χωρίς να καταλαβαίνει τι προσπαθεί να του επικοινωνήσει. Ανάμεσα στους δύο δημιουργείται, χωρίς να το επιδιώκει κανείς, ένα κενό. Το παιδί αισθάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά, ο ενήλικας περιμένει να ακούσει μια ξεκάθαρη εξήγηση και, όταν αυτή δεν έρχεται, η δυσκολία συχνά παραμένει αόρατη.

Στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, τα παιδιά αρχίζουν να κατανοούν καλύτερα τον εαυτό τους και τους άλλους, όμως η συναισθηματική τους ωρίμανση δεν προχωρά πάντα με τον ίδιο ρυθμό με τις σχολικές τους γνώσεις. Ένα παιδί μπορεί να διαβάζει, να γράφει, να λύνει ασκήσεις και να ακολουθεί σύνθετες οδηγίες, αλλά να δυσκολεύεται να εξηγήσει γιατί αισθάνεται άσχημα όταν οι συμμαθητές του δεν το επιλέγουν στο παιχνίδι, γιατί ντρέπεται όταν κάνει λάθος μπροστά στην τάξη ή γιατί μια παρατήρηση του δασκάλου το ακολουθεί μέχρι το σπίτι.

Για έναν ενήλικα, αυτές οι καταστάσεις μπορεί να μοιάζουν μικρές ή διαχειρίσιμες. Για ένα παιδί, όμως, που ανακαλύπτει ακόμη πώς λειτουργούν οι σχέσεις και ποια θέση έχει μέσα σε μια ομάδα, μπορεί να έχουν πολύ μεγαλύτερη συναισθηματική βαρύτητα. Το παιδί δεν σκέφτεται απαραίτητα «αισθάνομαι απόρριψη» ή «φοβάμαι ότι δεν είμαι αρκετά καλό». Μπορεί απλώς να νιώθει έναν κόμπο στο στομάχι, να θυμώνει, να θέλει να φύγει από το σχολείο ή να αποφασίζει ότι την επόμενη μέρα δεν θα ξαναμιλήσει σε κανέναν.
Η ικανότητα να καταλαβαίνουμε τι αισθανόμαστε αναπτύσσεται σταδιακά μέσα από τις σχέσεις μας με τους άλλους. Στα πρώτα χρόνια της ζωής, το παιδί χρειάζεται συχνά τη βοήθεια ενός ενήλικα για να συνδέσει αυτό που νιώθει με αυτό που του συνέβη. Όταν ο γονιός αναγνωρίζει τη δυσφορία του χωρίς να την υποτιμά ή να του επιβάλλει μια εξήγηση, το βοηθά σταδιακά να αποκτήσει τη δική του συναισθηματική κατανόηση.

Οι ενήλικες συχνά περιμένουν ότι ένα παιδί που δυσκολεύεται θα το δείξει με έναν τρόπο που μπορούν να αναγνωρίσουν, δηλαδη θα κλάψει, θα πει ότι το πείραξαν, θα παραδεχτεί ότι φοβάται ή θα ζητήσει βοήθεια. Στην πραγματικότητα, όμως, τα παιδιά δεν εκφράζουν όλα τη δυσφορία τους με τον ίδιο τρόπο. Κάποια γίνονται ευερέθιστα, άλλα αντιδρούν έντονα σε όρια που μέχρι πρόσφατα αποδέχονταν, ενώ ορισμένα αποσύρονται και προσπαθούν να μη γίνουν αντιληπτά.

Ένα παιδί που θυμώνει επειδή του ζητούν να διαβάσει, μπορεί να δυσκολεύεται με το μάθημα, να φοβάται μήπως αποτύχει ή να κουβαλά από το σχολείο μια ένταση που δεν ξέρει καν πού να την αφήσει. Εκείνο που αρνείται επίμονα να ετοιμάσει την τσάντα του μπορεί να μην προσπαθεί απλώς να αποφύγει μια υποχρέωση, αλλά να αγωνιά για κάτι που θα συναντήσει την επόμενη ημέρα. Επίσης, ένα παιδί που λέει συνεχώς «βαριέμαι», χωρίς να ενδιαφέρεται για δραστηριότητες που παλαιότερα το ευχαριστούσαν, αξίζει να αναρωτηθούμε αν κάτι το απασχολεί ή το στενοχωρεί.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ξέσπασμα κρύβει στενοχώρια ή ότι κάθε άρνηση αποτελεί ένδειξη βαθύτερης δυσκολίας. Τα παιδιά κουράζονται, δοκιμάζουν όρια, απογοητεύονται και θυμώνουν για πολλούς λόγους. Το σημαντικό είναι να μην αντιμετωπίζεται η συμπεριφορά ως απόδειξη κακής πρόθεσης πριν ο γονιός προσπαθήσει να καταλάβει τι την προκαλεί. Το όριο και η κατανόηση δεν είναι αντίθετα μεταξύ τους. Ένας γονιός μπορεί να εξηγήσει ότι δεν επιτρέπεται να φωνάζουμε ή να προσβάλλουμε τους άλλους, χωρίς να ακυρώνει το συναίσθημα που οδήγησε στο ξέσπασμα.

Γιατί οι γονείς δεν αναγνωρίζουν πάντα τα σημάδια

Δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει αδιαφορία για να περάσει απαρατήρητη η δυσκολία ενός παιδιού. Πολλοί γονείς αγαπούν βαθιά τα παιδιά τους, ενδιαφέρονται για την καθημερινότητά τους και προσπαθούν να τα προστατεύσουν, αλλά έχουν μάθει να αναζητούν συγκεκριμένες, ορατές ενδείξεις ότι κάτι συμβαίνει. Αν το παιδί συνεχίζει να πηγαίνει στο σχολείο, κάνει τα μαθήματά του, παίζει και δεν παραπονιέται, μπορεί να θεωρήσουν ότι όλα πηγαίνουν καλά.

Η εξωτερική λειτουργικότητα, ωστόσο, δεν αποκαλύπτει πάντα ολόκληρη την εμπειρία ενός παιδιού. Ένα παιδί μπορεί να έχει καλούς βαθμούς και να αισθάνεται μόνο του στο διάλειμμα. Μπορεί να μην έχει δεχτεί κάποιο ξεκάθαρο περιστατικό εκφοβισμού, αλλά να νιώθει διαρκώς ότι περισσεύει στην παρέα. Μπορεί να αγαπά τη δασκάλα του και ταυτόχρονα να φοβάται μήπως την απογοητεύσει.

Υπάρχει, επίσης, η φυσική τάση του γονιού να ερμηνεύει το παιδί μέσα από όσα γνωρίζει ήδη γι’ αυτό. Αν το θεωρεί ντροπαλό, μπορεί να αποδώσει την απομόνωσή του στον χαρακτήρα του. Αν το ξέρει ως δυναμικό, ίσως δυσκολευτεί να φανταστεί ότι φοβάται τους συμμαθητές του. Αν είναι μαθητής που συνήθως τα καταφέρνει, η ξαφνική του άρνηση να πάει σχολείο μπορεί να εκληφθεί ως πείσμα και όχι ως κάτι που χρειάζεται διερεύνηση. Οι προηγούμενες εμπειρίες μας βοηθούν να κατανοούμε τους ανθρώπους, αλλά μερικές φορές μάς κάνουν να βλέπουμε αυτό που περιμένουμε αντί για αυτό που έχει αλλάξει.

Σε αυτό προστίθεται και η ανάγκη του ενήλικα να βρει γρήγορα μια λύση. Μόλις ακούσει ότι ένα παιδί το κορόιδεψαν, μπορεί να σπεύσει να του πει να μην ασχολείται. Αν μάθει ότι δεν το επέλεξαν στο παιχνίδι, ίσως του εξηγήσει ότι αύριο θα βρει άλλους φίλους.

7 συμπεριφορές των παιδιών που οι γονείς συχνά δυσκολεύονται να αποκωδικοποιήσουν

1. Ζητά συνεχώς επιβεβαίωση

Ρωτά επανειλημμένα «τα έκανα καλά;», «είσαι θυμωμένη μαζί μου;» ή «με αγαπάς;». Ο γονιός μπορεί να θεωρήσει ότι αναζητά διαρκώς προσοχή, ενώ το παιδί ίσως φοβάται μήπως απογοητεύσει τους άλλους ή χρειάζεται περισσότερη ασφάλεια. Αξίζει να παρατηρήσουμε αν η ανάγκη του για επιβεβαίωση εμφανίζεται κυρίως όταν κάνει λάθη ή όταν πιστεύει ότι δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες των άλλων.

2. Δυσκολεύεται να αποδεχτεί ότι έκανε λάθος

Μπορεί να αρνείται πεισματικά ότι έκανε κάτι, να κατηγορεί τους άλλους ή να θυμώνει υπερβολικά όταν χάνει σε ένα παιχνίδι. Πίσω από αυτή την αντίδραση μπορεί να βρίσκεται η δυσκολία του να αντέξει την απογοήτευση ή τον φόβο ότι ένα λάθος θα το κάνει λιγότερο άξιο στα μάτια των άλλων. Αντί να επικεντρώνεται μόνο στο ποιος έχει δίκιο, ο γονιός μπορεί να το βοηθήσει να καταλάβει ότι το λάθος είναι μέρος της μάθησης και δεν καθορίζει την αξία του.

3. Προσπαθεί να ευχαριστεί διαρκώς τους πάντες

Ένα παιδί που δεν διαφωνεί ποτέ, ζητά συνεχώς συγγνώμη ή δυσκολεύεται να πει «όχι» μπορεί να φαίνεται ιδιαίτερα υπάκουο και ώριμο. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να φοβάται τη δυσαρέσκεια των άλλων ή να αισθάνεται υπεύθυνο για τα συναισθήματά τους. Είναι σημαντικό να γνωρίζει ότι μπορεί να εκφράζει διαφορετική γνώμη, να κάνει λάθη και να θέτει όρια χωρίς να κινδυνεύει να χάσει την αγάπη των ανθρώπων που το φροντίζουν.

4. Κάνει συνεχώς αστεία ή προσπαθεί να τραβά την προσοχή

Το παιδί που διακόπτει, κάνει τον κλόουν ή προκαλεί γέλιο σε κάθε περίσταση μπορεί απλώς να έχει έντονη κοινωνικότητα και παιχνιδιάρικη διάθεση. Αν, όμως, η συμπεριφορά εμφανίζεται κυρίως όταν οι άλλοι δεν ασχολούνται μαζί του ή δυσκολεύεται να συμμετάσχει σε μια παρέα, αξίζει να αναρωτηθούμε αν προσπαθεί να βρει τη θέση του ή να εξασφαλίσει την αποδοχή των άλλων. Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι υπάρχει πάντα κάποιο κρυφό συναίσθημα, αλλά να παρατηρήσουμε πότε και σε ποιες συνθήκες εμφανίζεται η συμπεριφορά.

5. Ενοχλεί συχνά τα αδέλφια ή τους φίλους του

Όταν ένα παιδί πειράζει επανειλημμένα τους άλλους, προκαλεί καβγάδες ή δυσκολεύεται να σταματήσει ακόμη κι όταν του το ζητούν, ο γονιός μπορεί να το χαρακτηρίσει κακότροπο. Χρειάζεται, βέβαια, να τεθούν σαφή όρια, ώστε να προστατεύονται οι άλλοι. Παράλληλα, όμως, αξίζει να διερευνηθεί αν το παιδί δυσκολεύεται να διαχειριστεί τη ζήλια, τον ανταγωνισμό, την απογοήτευση ή την ανάγκη του να γίνει αποδεκτό. Η κατανόηση της αιτίας δεν δικαιολογεί την πληγωτική συμπεριφορά· βοηθά να αντιμετωπιστεί πιο αποτελεσματικά.

6. Δυσκολεύεται να αποχωριστεί τον γονιό σε καθημερινές στιγμές

Μπορεί να επιμένει να το συνοδεύει ο γονιός παντού, να αγχώνεται όταν εκείνος απομακρύνεται ή να χρειάζεται πολλή ώρα για να νιώσει άνετα σε ένα νέο περιβάλλον. Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι κακομαθημένο ή εξαρτημένο. Ανάλογα με την ηλικία και τις συνθήκες, μπορεί να χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να νιώσει ασφαλές ή να δυσκολεύεται να διαχειριστεί έναν αποχωρισμό. Όταν, όμως, το άγχος είναι έντονο, επιμένει ή περιορίζει σημαντικά την καθημερινότητά του, χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.

7. Αλλάζει συμπεριφορά ανάλογα με το ποιος βρίσκεται μπροστά του

Ένα παιδί μπορεί να είναι ήρεμο στο σχολείο και να ξεσπά στο σπίτι ή, αντίστροφα, να φαίνεται χαρούμενο στην οικογένεια αλλά να δυσκολεύεται στις κοινωνικές του σχέσεις. Ο γονιός μπορεί να αναρωτηθεί γιατί συμπεριφέρεται τόσο διαφορετικά από το ένα περιβάλλον στο άλλο. Συχνά, όμως, τα παιδιά αντιδρούν διαφορετικά ανάλογα με τις απαιτήσεις και το αίσθημα ασφάλειας που βιώνουν. Η αλλαγή αυτή δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά μπορεί να αποτελέσει αφορμή για μια πιο προσεκτική συζήτηση με το παιδί και, αν χρειάζεται, με τους εκπαιδευτικούς του.

Το «πώς πέρασες σήμερα;» δεν αρκεί πάντα

Οι γονείς συχνά ρωτούν τα παιδιά τους πώς πέρασαν στο σχολείο, αν έπαιξαν με τους φίλους τους ή αν συνέβη κάτι ενδιαφέρον. Πρόκειται για έναν απλό τρόπο να ανοίξουν συζήτηση, αλλά οι γενικές ερωτήσεις μπορεί να οδηγήσουν σε εξίσου γενικές απαντήσεις: «καλά», «τίποτα», «δεν θυμάμαι». Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το παιδί αποκρύπτει κάτι. Μπορεί απλα να μην ξέρει από πού να αρχίσει, να μην έχει ακόμη επεξεργαστεί όσα συνέβησαν ή να χρειάζεται χρόνο για να αισθανθεί έτοιμο να μιλήσει.

Μια πιο συγκεκριμένη ερώτηση μπορεί να του προσφέρει ένα σημείο εκκίνησης: «Με ποιον έπαιξες σήμερα στο διάλειμμα;», «Υπήρξε κάποια στιγμή που ένιωσες άβολα;» ή «Έγινε κάτι που θα ήθελες να είχε πάει διαφορετικά;». Οι ερωτήσεις αυτές δεν χρειάζεται να μετατρέψουν την επιστροφή από το σχολείο σε ανάκριση. Μπορούν να προκύπτουν φυσικά, την ώρα του φαγητού, στη διαδρομή προς το σπίτι ή σε μια ήσυχη στιγμή που γονιός και παιδί κάνουν κάτι μαζί.

Εξίσου σημαντικό είναι οι γονείς να μην κάνουν ερωτήσεις που δείχνουν ότι έχουν ήδη αποφασίσει τι συνέβη. Για παράδειγμα, αν ρωτούν συνεχώς «Σε πείραξε πάλι εκείνο το παιδί;» ή «Η δασκάλα σου σε στενοχώρησε;», μπορεί να οδηγήσουν άθελά τους το παιδί σε μια συγκεκριμένη απάντηση, χωρίς να μάθουν τι πραγματικά το απασχολεί. Είναι καλύτερο να το αφήνουν να εξηγήσει με τα δικά του λόγια τι συνέβη, χωρίς να βιάζονται να βγάλουν συμπεράσματα. Μπορεί τελικά να ανακαλύψουν ότι αυτό που το στενοχωρεί είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που είχαν αρχικά σκεφτεί.

Η στιγμή που το παιδί μιλά είναι πιο σημαντική από την τέλεια απάντηση

Όταν ένα παιδί βρίσκει τελικά το θάρρος να αποκαλύψει κάτι που το στενοχωρεί, η πρώτη αντίδραση του γονιού μπορεί να επηρεάσει το αν θα συνεχίσει να μιλά και στο μέλλον. Αν ακούσει «σιγά, δεν έγινε τίποτα», «έτσι είναι τα παιδιά» ή «πρέπει να μάθεις να υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου», μπορεί να καταλάβει ότι το συναίσθημά του δεν έχει αρκετή αξία για να συζητηθεί. Ακόμη κι αν ο ενήλικας θέλει να το ενθαρρύνει να γίνει πιο δυνατό, το παιδί ενδέχεται να φύγει από τη συζήτηση με την αίσθηση ότι δεν έγινε κατανοητό.

Μια διαφορετική προσέγγιση ξεκινά με την αναγνώριση της εμπειρίας του: «Φαίνεται ότι σε στενοχώρησε πολύ αυτό που έγινε», «Θέλω να καταλάβω καλύτερα τι συνέβη» ή «Χαίρομαι που μου το είπες». Τέτοιες φράσεις δεν σημαίνουν ότι ο γονιός συμφωνεί με κάθε συμπέρασμα του παιδιού ή ότι αποδέχεται οποιαδήποτε συμπεριφορά. Σημαίνουν ότι αναγνωρίζει πως αυτό που αισθάνεται είναι πραγματικό για εκείνο και αξίζει να ακουστεί.

Μπορεί, επίσης, να χρειαστεί να αφήσει τη συζήτηση για αργότερα. Ορισμένα παιδιά μιλούν πιο εύκολα όταν ζωγραφίζουν, περπατούν ή παίζουν, επειδή η άμεση οπτική επαφή και η απαίτηση να εξηγήσουν τα συναισθήματά τους μπορεί να τους προκαλούν αμηχανία. Άλλα χρειάζονται απλώς να γνωρίζουν ότι ο γονιός είναι διαθέσιμος, χωρίς να πιέζονται να μιλήσουν εκείνη τη στιγμή. Το «δεν χρειάζεται να μου το πεις τώρα, αλλά είμαι εδώ όταν θελήσεις» αφήνει ανοιχτή μια πόρτα χωρίς να απαιτεί από το παιδί να περάσει αμέσως από μέσα.

Το πιο σημαντικό μήνυμα είναι ότι δεν χρειάζεται να έχεις έτοιμη εξήγηση

Ένα παιδί δεν μαθαίνει να αναγνωρίζει και να εκφράζει τα συναισθήματά του μόνο μέσα από τις συζητήσεις που κάνει με τους γονείς του. Μαθαίνει και από τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι αντιμετωπίζουν τα δικά τους λάθη, τη στενοχώρια και τον θυμό τους.

Παράλληλα, είναι σημαντικό το παιδί να μην αισθάνεται ότι πρέπει να αποδείξει πως έχει σοβαρό λόγο για να στενοχωρηθεί. Οι ενήλικες μπορεί να βλέπουν μια απογοήτευση ως προσωρινή και μικρή, όμως το ζητούμενο δεν είναι να αποφασίσουν αν το γεγονός άξιζε τόσο έντονη αντίδραση. Είναι να καταλάβουν τι σήμαινε για το συγκεκριμένο παιδί. Ένα περιστατικό που μοιάζει ασήμαντο από έξω μπορεί να αγγίζει έναν μεγαλύτερο φόβο: ότι δεν το συμπαθούν, ότι δεν είναι αρκετά ικανό ή ότι, αν αποτύχει, θα χάσει την εκτίμηση των άλλων.

Η εμπιστοσύνη χτίζεται μέσα από επαναλαμβανόμενες μικρές εμπειρίες. Όταν το παιδί διαπιστώνει ότι μπορεί να μιλήσει χωρίς να γελοιοποιηθεί, να τιμωρηθεί επειδή αισθάνεται κάτι ή να ακούσει αμέσως τι πρέπει να κάνει, αρχίζει να πιστεύει ότι δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζει μόνο του όσα το δυσκολεύουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα αποκαλύπτει πάντα όσα συμβαίνουν ούτε ότι ο γονιός θα αντιλαμβάνεται κάθε αλλαγή εγκαίρως. Δημιουργεί, όμως, τις προϋποθέσεις ώστε το παιδί να επιστρέφει στη σχέση όταν χρειάζεται βοήθεια.

Πότε μια αλλαγή στη συμπεριφορά χρειάζεται περισσότερη προσοχή

Η διάθεση και η συμπεριφορά των παιδιών μεταβάλλονται φυσιολογικά, επομένως ένα δύσκολο απόγευμα ή μια ημέρα που δεν θέλουν να μιλήσουν δεν αρκούν για να συμπεράνουμε ότι υπάρχει κάποιο σοβαρό πρόβλημα. Χρειάζεται, ωστόσο, να μας απασχολούν αλλαγές που επιμένουν ή επηρεάζουν σημαντικά την καθημερινότητά τους, όπως η επαναλαμβανόμενη άρνηση να πάνε σχολείο, τα συχνά σωματικά ενοχλήματα χωρίς σαφή εξήγηση, οι διαταραχές στον ύπνο, η έντονη απόσυρση, η επίμονη ευερεθιστότητα ή η απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες που παλαιότερα απολάμβαναν.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι χρήσιμο οι γονείς να επικοινωνούν με τον εκπαιδευτικό, ώστε να κατανοήσουν αν παρατηρούνται αντίστοιχες αλλαγές στην τάξη ή στις σχέσεις με τους συμμαθητές. Αν η δυσκολία συνεχίζεται, είναι έντονη ή επηρεάζει τη λειτουργικότητα του παιδιού, η συζήτηση με παιδίατρο ή ειδικό ψυχικής υγείας παιδιών μπορεί να βοηθήσει να διερευνηθεί τι συμβαίνει και ποια υποστήριξη χρειάζεται. Ο στόχος δεν είναι να αναζητήσουμε μια διάγνωση πίσω από κάθε συμπεριφορά, αλλά να μην αφήσουμε μια επίμονη δυσκολία χωρίς την προσοχή που της αξίζει.

Δεν εκφράζεται κάθε δυσκολία με τη φράση «χρειάζομαι βοήθεια». Μερικές φορές εμφανίζεται ως θυμός για μια ασήμαντη αφορμή, ως σιωπή την ώρα του φαγητού, ως μια επίμονη δικαιολογία για να μην πάει σχολείο ή ως ένα «άσε με» που μοιάζει να κλείνει κάθε συζήτηση.

Αυτό που αξίζει να θυμόμαστε ειναι ότι το παιδί χρειάζεται να αισθανθεί ότι ο γονιός του δεν θα ακούσει μόνο όσα καταφέρνει να πει, αλλά θα προσπαθήσει να καταλάβει και όσα ακόμη δεν ξέρει πώς να εκφράσει.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.