Η Ουάσιγκτον αγοράζει ρωσικό καύσιμο για να ρίξει τις τιμές και να προστατεύσει τους Αμερικανούς καταναλωτές ενώ η Αθήνα (και η ΕΕ) πλήρωσε την πολιτική που οι ίδιες οι ΗΠΑ μόλις εγκατέλειψαν!
Καταρχάς πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έκλεισε τη συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για να σώσει τη Μόσχα. Την έκλεισε για να ρίξει την τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ.
Ανακοίνωσε άμεση προμήθεια πάνω από 300.000 τόνων στην αμερικανική και την παγκόσμια αγορά, 500.000 τον Νοέμβριο, 1.000.000 στη συνέχεια και, ανάλογα με την κατάσταση των ρωσικών διυλιστηρίων, άλλους 3.000.000 τόνους.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε προσωρινή άδεια για ρωσικό ντίζελ έως τις 7 Απριλίου.
Οι άλλες κυρώσεις μένουν. Το καύσιμο όμως θα είναι ελεύθερο.
Η συμφωνία συνήφθη γιατί οι ουκρανικές επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια περιόρισαν τη διύλιση, η Μόσχα περιόρισε τις εξαγωγές ντίζελ, και η διεθνής αγορά ήταν ήδη πιεσμένη από τον πόλεμο στο Ιράν.
Η μέση τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε φτάσει τα 6,28 δολάρια το γαλόνι.
Ο Τραμπ είχε δηλώσει πως οι τιμές των καυσίμων γι’ αυτόν ήταν η μεγαλύτερη προτεραιότητα. Ζήτησε από το Κίεβο να σταματήσει μονομερώς τα πλήγματα και μάλιστα το έκανε έξι φορές!
Το Κίεβο πρότεινε αμοιβαία παύση, δηλαδή να σταματήσουν και τα ρωσικά χτυπήματα στους ουκρανικούς σταθμούς.
Δεν έγινε δεκτό. Η συμφωνία είναι επί του πρακτέου μοχλός πίεσης στο Κίεβο: Όσο η Ουκρανία χτυπά διυλιστήρια, τόσο ανεβαίνει η τιμή στην αμερικανική αντλία, και τόσο η Ουάσιγκτον έχει λόγο να της απαγορεύσει να συνεχίζει να το κάνει.
Βέβαια η Ουκρανία αμέσως μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας έπληξε το διυλιστήριο στο Ροστόφ επί του Ντον, δείχνοντας ότι αγνοεί εντελώς τις ΗΠΑ, την απαίτησή τους και την συμφωνίας τους.
Θα απαντήσουν οι ΗΠΑ με κάποιο τρόπο; Σίγουρα, το πως μένει να φανεί.
Η Ευρώπη μένει κυριολεκτικά «με τον μουτζούρη στα χέρια» και μαζί της και η Ελλάδα.
Εφάρμοσε χιλιάδες κυρώσεις, έκοψε το ρωσικό αέριο, πλήρωσε την αντικατάστασή του με τεράστια ακρίβεια, και τώρα βλέπει τον σύμμαχο που της επέβαλε αυτή την πολιτική, να αγοράζει ο ίδιος καύσιμο για να κατεβάσει τις δικές του τιμές!
Στην Ελλάδα, η ευθύνη της κυβέρνησης, είναι τεράστια, γιατί ακολούθησε την αντι-ρωσική πολίτική στο έπακρο.
Η σταθμισμένη μέση τιμή της αμόλυβδης, στις 8 Οκτωβρίου, στην χώρα, ήταν 2,202 ευρώ το λίτρο.
Το ντίζελ κίνησης 2,135. Σε νησιά και σε πρατήρια ξεπερνά τα 2,30 και φτάνει τα 2,50.
Στην Τουρκία, που δεν συμμετέχει στις κυρώσεις της ΕΕ και αγοράζει από όπου την βολεύει, η βενζίνη κινείται γύρω στα 85 τουρκικές λίρες το λίτρο και το ντίζελ γύρω στα 98.
Με ισοτιμία ευρώ-λίρας κοντά στο 55, αυτό είναι περίπου 1,55 και 1,78 ευρώ. Μαντέψτε ποιος είναι το κορόιδο…
Η διαφορά δεν είναι στην «ιδιοφυΐα» της Άγκυρας, αλλά στην επιβράβευσή της για την μη συμμετοχή της σε υποθέσεις που δεν την αφορούν.
Η άφρων πολιτική κατά της Ρωσίας είχε ένα επιχείρημα: Ότι το κόστος θα το πληρώσει η Μόσχα και ότι η Δύση θα μείνει ενωμένη.
Το πρώτο δεν συνέβη, ή τουλάχιστον δεν συνέβη αρκετά για να τελειώσει ο πόλεμος. Αυτό γιατί η Ρωσία είναι η χώρα η οποία διαθέτει τα πάντα στο έδαφός της, όπως πρώτες ύλες, ενέργεια, τρόφιμα, επιστημονικό δυναμικό, ισχυρές ένοπλες δυνάμεις κ.α.
Δεν «λυγίζει» έτσι μία τέτοια χώρα και ειδικά όταν οι κυρώσεις εφαρμόζονται από τους Ευρωπαίους οι οποίοι θέλουν να πιστεύουν ότι είναι «πλούσιοι» αλλά δεν είναι. Γιατί όποιος εισάγει ότι χρειάζεται για να στηρίζει το βιοτικό του επίπεδο, μπορεί εύκολα να βρεθεί σε απόγνωση.
Αυτό στην Ευρώπη δεν το είχαν καταλάβει και δυστυχώς ούτε στην Ελλάδα.
Σε ότι αφορά την Ρωσία, με την συμφωνία αυτή θα αποκτήσει πολύ μεγάλα έσοδα με τα οποία θα μπορέσει να χρηματοδοτήσει με άνεση τον πόλεμο στην Ουκρανία, τουλάχιστον μέχρι τον Απρίλιο του 2027, σε καθοριστικό βαθμό για την τελική του έκβαση.
Ένα ερώτημα που προκύπτει είναι αν Ελλάδα και ΕΕ μπορούν να επωφεληθούν από την ρωσοαμερικανική συμφωνία.
Μπορούν, μόνο αν την αποδεχθούν. Δηλαδή, αν άρουν τις κυρώσεις και αρχίσουν να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο.
Τότε βέβαια θα είναι σαν να παραδέχονται πως η Ρωσία κέρδισε…
Αν δεν το κάνουν όμως, το ρωσικό πετρέλαιο που θα κυκλοφορήσει στις αγορές θα «θρέψει» άλλες οικονομίες και αντίθετα στην Ευρώπη θα συνεχίσουν να αναρωτιούνται «τι πάει στραβά» και δεν είναι πλέον ανταγωνιστικοί και οι βιομηχανίες τους συνεχίζουν να κλείνουν.