Αυτό που μέχρι πρότινος παρουσιαζόταν ως σενάριο επιστημονικής φαντασίας ή υπερβολή, παίρνει πλέον επίσημη μορφή μέσα από τις διατάξεις του νέου νομοσχεδίου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Με τα άρθρα 299 και 300, η κυβέρνηση καταργεί πλήρως τα μετρητά κατά την παράδοση δεμάτων μέσω courier, καθιστώντας υποχρεωτική την πληρωμή αποκλειστικά με κάρτα ή ψηφιακά μέσα «ανεξαρτήτως ποσού».
Ακόμη κι αν παραγγείλεις ένα αντικείμενο αξίας 3 ή 5 ευρώ, ο διανομέας απαγορεύεται διά νόμου να δεχτεί χαρτονόμισμα ή κέρματα.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εταιρεία ταχυμεταφοράς απειλείται φυσικά με τι άλλο μα με πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο της αξίας της συναλλαγής.
Η τακτική του «βήμα-βήμα»: Πώς νομιμοποιείται η απαγόρευση
Το μοτίβο είναι πλέον γνώριμο. Η σταδιακή περιθωριοποίηση των μετρητών δεν επιβάλλεται με ένα σαρωτικό προεδρικό διάταγμα από τη μια μέρα στην άλλη κάτι τέτοιο θα προκαλούσε άμεσες κοινωνικές αντιδράσεις.
Αντίθετα, εφαρμόζεται με τη μέθοδο της σταδιακής αποδόμησης και όσο το δυνατόν αθόρυβα στην αρχή.
Πρώτα μπήκε το όριο των 500 ευρώ στις λιανικές συναλλαγές, στο όνομα της καταπολέμησης του «μαύρου χρήματος».
Στη συνέχεια, ήρθε η εξοικείωση: Καθιερώθηκαν τα POS παντού, το IRIS, και η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών.
Στην αντικαταβολή το όριο δεν μειώνεται απλώς — καταργείται εντελώς.
Τα μετρητά τίθενται εκτός νόμου για οποιοδήποτε ποσό! Μιλάμε για επίσημα χαρτονομίσματα, απόλυτα έγκυρα και νόμιμα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, των οποίων η χρήση στην πράξη ποινικοποιείται!
Κι όμως, το θράσος φτάνει ως εκεί: να καθιστούν παράνομο το ίδιο το φυσικό χρήμα.
Παράλογο; Προφανώς. Αλλά κανείς δεν μοιάζει να ασχολείται.
Το πρόσχημα παραμένει πάντοτε ευγενές και τεχνοκρατικό: «φορολογική συμμόρφωση» και «χτύπημα της παραοικονομίας στο ηλεκτρονικό εμπόριο». Ωστόσο, η ουσία του μέτρου ξεπερνά κατά πολύ τη φορολογική πολιτική.
Ο πολίτης όμηρος του τραπεζικού δικτύου
Η κατάργηση της δυνατότητας πληρωμής με φυσικό χρήμα αφαιρεί από τον πολίτη το θεμελιώδες δικαίωμα της επιλογής. Τα μετρητά αποτελούν το μοναδικό νόμιμο μέσο πληρωμής που δεν εξαρτάται από:
Τραπεζικές προμήθειες και χρεώσεις συντήρησης.
Τεχνικές βλάβες δικτύων ή διακοπές ρεύματος.
Την προηγούμενη έγκριση ενός τρίτου ιδιωτικού χρηματοπιστωτικού ιδρύματος.
Τι συμβαίνει με τους ηλικιωμένους, τους ψηφιακά αναλφάβητους ή τους ανθρώπους στην περιφέρεια που δεν διαθέτουν κάρτες ή e-banking;
Πολύ απλά, εξοστρακίζονται από την αγορά των ταχυμεταφορών και μελλοντικά (γιατί απλά ειναι θέμα χρόνου) από οποιαδήποτε αγορά.
Ταυτόχρονα, κάθε πολίτης μετατρέπεται σε πλήρως ιχνηλατήσιμο οικονομικό υποκείμενο, του οποίου η κάθε αγορά, όσο ασήμαντη κι αν είναι, καταγράφεται και φακελώνεται σε ψηφιακές βάσεις δεδομένων.
Το επόμενο βήμα: Χωρίς καν δικαιολογία
Η διάταξη για τα courier αποτελεί τον «δούρειο ίππο». Αν η κοινωνία αποδεχθεί (και θα το αποδεχθεί αυτό είναι βέβαια) ότι για μια παράδοση στο σπίτι είναι παράνομο να πληρώσεις με μετρητά «ανεξαρτήτως ποσού», το επόμενο βήμα είναι προφανές: η επέκταση του μέτρου στα φυσικά καταστήματα, στα σούπερ μάρκετ, στην εστίαση.
Το διακύβευμα της απόλυτης εξουσίας: Ο έλεγχος του δικτύου είναι ο έλεγχος των πάντων
Στον πυρήνα της, η σταδιακή εξάλειψη του φυσικού χρήματος δεν είναι ζήτημα φορολογικής τεχνικής, αλλά αναδιανομής ισχύος.
Τα μετρητά αποτελούν το τελευταίο προπύργιο πραγματικής αυτονομίας και ιδιωτικότητας του πολίτη απέναντι στην κεντρική εξουσία: δεν χρειάζονται ρεύμα, δεν απαιτούν άδεια από τρίτους και δεν αφήνουν ψηφιακό αποτύπωμα.
Αντίθετα, σε ένα αμιγώς ψηφιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον, όποιος ελέγχει το δίκτυο των πληρωμών, ελέγχει αυτόματα και τις ζωές των ανθρώπων.
Όταν η πρόσβαση στο φαγητό, στη στέγη και στην επιβίωση εξαρτάται αποκλειστικά από την άδεια ενός server και ενός τραπεζικού συστήματος, η έννοια της ατομικής ελευθερίας μετατρέπεται σε συνδρομητική υπηρεσία που μπορεί ανά πάσα στιγμή να απενεργοποιηθεί με το πάτημα ενός κουμπιού.
Όταν η υποδομή ολοκληρωθεί και η συνήθεια εμπεδωθεί, η πλήρης απαγόρευση του φυσικού χρήματος δεν θα χρειάζεται καν δικαιολογίες περί φοροδιαφυγής. Θα παρουσιαστεί απλώς ως μια «τυπική αναβάθμιση» μιας ήδη ελεγχόμενης, απόλυτα ψηφιοποιημένης κοινωνίας.