― Βλέπουμε στη Γαλλία και την Ισπανία δύο διαφορετικές αφετηρίες της κρίσης, την εκπαίδευση στη μία περίπτωση, τη στέγαση στην άλλη, αλλά πίσω τους μοιάζει να υπάρχει η ίδια γενιά που αισθάνεται ότι το μέλλον της γίνεται ολοένα πιο ακριβό και πιο αβέβαιο. Είναι αυτό ένα νέο πολιτικό ρήγμα στην Ευρώπη;
Ναι, μπορούμε να μιλήσουμε για ένα ρήγμα που αφορά τη δυνατότητα πρόσβασης στο μέλλον. Η εκπαίδευση και η κατοικία είναι βασικές προϋποθέσεις για να αποκτήσει ένας νέος ανεξαρτησία, να εργαστεί και να δημιουργήσει οικογένεια. Όταν αυτές οι προϋποθέσεις γίνονται επισφαλείς, αμφισβητείται η ίδια η υπόσχεση της κοινωνικής προόδου: ότι η προσπάθεια μπορεί να οδηγήσει σε μια καλύτερη ζωή. Ωστόσο, δεν θα αντιμετώπιζα τη νεολαία ως ενιαίο πολιτικό σώμα. Οι κοινωνικές ανισότητες διαπερνούν και τις γενιές. Διαφορετικές δυνατότητες έχει ένας νέος με οικογενειακή περιουσία και διαφορετικές κάποιος που πρέπει να καλύπτει μόνος του κάθε ανάγκη. Η κοινή συνισταμένη των δύο χωρών είναι η αίσθηση ότι οι θεσμοί δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν αυτή την ανασφάλεια. Χρειάζεται όμως προσοχή στις εξομοιώσεις: μπορούμε να αναγνωρίσουμε κοινούς μηχανισμούς δυσαρέσκειας χωρίς να θεωρούμε τα κινήματα, τις κοινωνίες και τις πολιτικές συνθήκες ταυτόσημα. Αυτή είναι μια διάκριση που θεωρώ κρίσιμη και στην ανάλυση της πόλωσης.
«Η ευρωπαϊκή πολιτική θα κριθεί από το αν μπορεί να μετατρέψει αυτή την πίεση σε κοινωνική πρόοδο, διατηρώντας ισχυρή τη δημοκρατική συμμετοχή και σαφή τα όρια απέναντι στη βία».
― Στην Ισπανία, η στεγαστική κρίση βγήκε στον δρόμο, πέρασε μέσα από το κοινοβούλιο και τελικά συνδέθηκε με την απόφαση για πρόωρες εκλογές. Τι σημαίνει όταν ένα τόσο καθημερινό ζήτημα όπως το ενοίκιο μετατρέπεται σε ζήτημα επιβίωσης μιας κυβέρνησης;
Σημαίνει ότι η καθημερινότητα γίνεται το ουσιαστικό μέτρο αξιολόγησης της πολιτικής. Ο πολίτης κρίνει την οικονομία από το αν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο, να διατηρήσει το σπίτι του και να σχεδιάσει τη ζωή του. Όταν η οικονομική πρόοδος δεν μεταφράζεται σε προσωπική ασφάλεια, η απόσταση ανάμεσα στο κυβερνητικό αφήγημα και την κοινωνική εμπειρία μεγαλώνει. Στην Ισπανία, η απόρριψη των στεγαστικών μέτρων και η ανακοίνωση πρόωρων εκλογών δείχνουν πώς ένα κοινωνικό πρόβλημα μπορεί να εξελιχθεί σε κρίση κοινοβουλευτικής στήριξης και πολιτικής νομιμοποίησης. Δεν θα απέδιδα, βέβαια, συνολικά την κυβερνητική κρίση αποκλειστικά στο ζήτημα της στέγασης. Το βαθύτερο ζήτημα είναι ποιος μπορεί να δώσει πειστικές και υλοποιήσιμες απαντήσεις-προγραμματικές δεσμεύσεις. Η κοινωνική οργή δεν εξασφαλίζει από μόνη της ούτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία ούτε αποτελεσματική πολιτική. Οι εκλογές μπορούν να ανανεώσουν την εντολή, αλλά η εμπιστοσύνη θα κριθεί τελικά από το αποτέλεσμα: πιο προσιτή κατοικία και μεγαλύτερη ασφάλεια για όσους κινδυνεύουν να αποκλειστούν από αυτήν.

δρ. Ευρωπαϊκής Ασφάλειας και Νέων Απειλών και κύριος ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ
― Στη Γαλλία οι μαθητικές κινητοποιήσεις ξεκίνησαν από πολύ συγκεκριμένα προβλήματα (υποστελέχωση, συνθήκες στα σχολεία, εξαντλητικά ωράρια) που γρήγορα απέκτησαν ευρύτερη πολιτική διάσταση. Γιατί η νέα γενιά φαίνεται να δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να εκφράσει τη δυσαρέσκειά της μέσα από τους παραδοσιακούς θεσμούς;
Γιατί για ένα μέρος των νέων η θεσμική συμμετοχή δεν φαίνεται να παράγει ορατό αποτέλεσμα. Όταν ένα πρόβλημα παραμένει παρά τις επανειλημμένες επισημάνσεις, ενισχύεται η πεποίθηση ότι πρέπει να προκαλέσεις αναστάτωση για να ακουστείς. Οι γαλλικές κινητοποιήσεις έχουν πράγματι συγκεκριμένο εκπαιδευτικό υπόβαθρο, το οποίο αναγνωρίζουν και οργανώσεις γονέων. Εδώ συναντάμε αυτό που έχω περιγράψει ως αίσθηση αποκοπής: ένας νέος αισθάνεται ότι δεν συμμετέχει στις αποφάσεις και δεν μπορεί να επηρεάσει τους όρους της ζωής του. Τα κοινωνικά δίκτυα προσφέρουν αμεσότητα, κοινότητα και δυνατότητα κινητοποίησης. Μπορούν όμως επίσης να ενισχύσουν την οργή και να επιβραβεύσουν τις πιο ακραίες συμπεριφορές. Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαμαρτυρία οδηγεί αναπόφευκτα στη βία. Ο κίνδυνος μεγαλώνει όταν η δυσπιστία γίνεται βεβαιότητα ότι κάθε θεσμική διέξοδος είναι κλειστή. Η απάντηση χρειάζεται ουσιαστική εκπροσώπηση των μαθητών, συγκεκριμένες δεσμεύσεις και προστασία της ειρηνικής κινητοποίησης, μαζί με σαφή αντιμετώπιση των βίαιων ενεργειών.
― Υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής πίσω από αυτές τις κινητοποιήσεις: η αίσθηση ότι οι νέοι πληρώνουν το κόστος μιας Ευρώπης στην οποία η εκπαίδευση, η εργασία και η κατοικία δεν προσφέρουν πλέον την κοινωνική κινητικότητα που υπόσχονταν. Πόσο βαθιά είναι αυτή η κρίση εμπιστοσύνης;
Είναι βαθιά στον βαθμό που αγγίζει το κοινωνικό συμβόλαιο. Η εμπιστοσύνη στη δημοκρατία συνδέεται και με την πεποίθηση ότι οι κανόνες είναι δίκαιοι, ότι υπάρχει δυνατότητα προόδου και ότι οι θεσμοί μπορούν να διορθώνουν τις αδικίες. Όταν αυτή η πεποίθηση υποχωρεί, η δυσαρέσκεια μπορεί να στραφεί συνολικά εναντίον του πολιτικού συστήματος. Οι διαδοχικές κρίσεις δημιουργούν κόπωση και συσσωρεύουν απογοήτευση. Σε αυτό το περιβάλλον, η μετατροπή των πολιτικών αντιπάλων σε εχθρούς και η κανονικοποίηση του εξτρεμιστικού λόγου μπορούν να κάνουν τη βία πιο αποδεκτή για ορισμένους. Αυτή είναι η σύνδεση ανάμεσα στις κρίσεις, την πόλωση και τον βίαιο αντισυστημισμό. Πρέπει όμως να κρατήσουμε καθαρό το όριο: η διεκδίκηση κοινωνικής δικαιοσύνης αποτελεί δημοκρατικό δικαίωμα. Η κρίσιμη μετατόπιση συμβαίνει όταν κάποιοι θεωρούν ότι δικαιούνται να αποδώσουν δικαιοσύνη ασκώντας βία. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης απαιτεί κοινωνικά αποτελέσματα, λογοδοσία και πειστική λειτουργία των θεσμών.
― Αν η στέγαση, η εκπαίδευση και το κόστος ζωής γίνουν οι βασικές πολιτικές μάχες της επόμενης δεκαετίας, τι θα αλλάξει στην ευρωπαϊκή πολιτική; Θα δούμε νέα κινήματα και νέες μορφές εκπροσώπησης ή θα ενισχυθούν τα ήδη υπάρχοντα κόμματα και οι πολιτικές δυνάμεις;
Εκτιμώ ότι θα δούμε και τις δύο εξελίξεις. Θα ενισχυθούν κινήματα γύρω από συγκεκριμένες ανάγκες, όπως η κατοικία, και τα υπάρχοντα κόμματα θα πιεστούν να προσαρμόσουν τις προτεραιότητές τους. Το ποιος θα ωφεληθεί δεν είναι προδιαγεγραμμένο. Η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να οδηγήσει σε μεταρρυθμιστική συμμετοχή, σε αποχή ή σε στήριξη δυνάμεων που υπόσχονται συνολική ρήξη. Θα αποκτήσει μεγαλύτερο βάρος η πολιτική αξιοπιστία στην καθημερινότητα. Οι πολίτες θα ζητούν να γνωρίζουν ποιος μπορεί να εξασφαλίσει προσιτή στέγη, λειτουργικά σχολεία και εργασία που επιτρέπει αξιοπρεπή ζωή. Για να πετύχουν, τα κινήματα χρειάζονται συνέχεια και συγκεκριμένες προτάσεις, ενώ τα κόμματα χρειάζονται πραγματικούς διαύλους συμμετοχής. Υπάρχει παράλληλα ο κίνδυνος ετερογενείς δυσαρέσκειες να συναντηθούν σε μια γενικευμένη απόρριψη των θεσμών, όπως έχω επισημάνει για τη Γαλλία. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν κοινή ιδεολογία ή κοινή οργάνωση. Η ευρωπαϊκή πολιτική θα κριθεί από το αν μπορεί να μετατρέψει αυτή την πίεση σε κοινωνική πρόοδο, διατηρώντας ισχυρή τη δημοκρατική συμμετοχή και σαφή τα όρια απέναντι στη βία.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.