Του Νίκου Καραχάλιου*
Σε άλλες εποχές θα το λέγαμε «μπούνκερ».
Μόνο που η λέξη δεν ταιριάζει. Στο μπούνκερ ξέρεις ότι έξω γίνεται πόλεμος. Ακούς τις εκρήξεις, αισθάνεσαι την πολιορκία και κάποια στιγμή αντιλαμβάνεσαι ότι μπορεί να πλησιάζει το τέλος.
Στο Παλατάκι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Έξω μπορεί να έρχεται βαρύς χειμώνας. Μέσα έχει λιακάδα.
Καλώς ήρθατε στο Παλατάκι του 25%.
Δεν κατοικούν απαραίτητα εκεί οι πολύ πλούσιοι. Κατοικεί ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας που εξακολουθεί να αισθάνεται ασφαλές. Τα βγάζει πέρα. Καταναλώνει. Ταξιδεύει. Πηγαίνει στα πάρτι και στους γάμους του. Βγάζει selfies. Κάνει like στους ανθρώπους που του μοιάζουν και εισπράττει likes από τους ίδιους.
Και το σημαντικότερο: δεν προσποιείται απαραίτητα ότι περνάει καλά.
Περνάει καλά.
Γι’ αυτό και δυσκολεύεται να καταλάβει γιατί οι υπόλοιποι γκρινιάζουν.
Το Παλατάκι περιβάλλεται από τέσσερα τείχη.
Το πρώτο είναι η σχετική ευημερία. Δεν χρειάζεται να είσαι πλούσιος. Αρκεί να αισθάνεσαι ότι δεν κινδυνεύεις. Η ακρίβεια σε ενοχλεί, αλλά δεν σε γονατίζει. Ο λογαριασμός έρχεται, αλλά πληρώνεται.
Το δεύτερο είναι η ασφάλεια. «Μη μου διακινδυνεύσεις αυτά που έχω». Ίσως έτσι πρέπει να ξαναδιαβάσουμε και την κυβερνητική αυτοσυγκράτηση στις παροχές. Όχι μόνο ως δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά και ως πολιτική επιλογή: στους πολλούς που δυσκολεύονται, στοχευμένες ενισχύσεις. Στον πυρήνα που ακόμη αντέχει, σταθερότητα.
Ίσως η κυβέρνηση να έχει καταλήξει ότι μεγάλο μέρος των υπολοίπων έχει ήδη φύγει πολιτικά απέναντι. Και αντί να διακινδυνεύσει το Παλατάκι για να τους επαναφέρει, προτιμά να προστατεύσει εκείνους που βρίσκονται ακόμη μέσα.
Το τρίτο τείχος είναι η κανονικοποίηση της αλαζονείας.
Και εδώ δεν χρειάζονται χαρακτηρισμοί. Αρκούν οι λέξεις.
Ο Σπύρος Κουλκουδίνας είδε τη γεμάτη Συγγρού και την επικαλέστηκε ως δείκτη ανθεκτικότητας της οικονομίας: αν δεν αντέχεις τα 10 ευρώ τη μέρα για βενζίνη, υπάρχουν και τα μέσα μαζικής μεταφοράς.
Ο Γιώργος Φλωρίδης όχι μόνο δεν πήρε πίσω το περίφημο «όσοι από τους πολιτικούς μιλούν για μπάζωμα είναι για τα μπάζα», αλλά επέστρεψε για να δηλώσει ότι η φράση του «δικαιώθηκε απολύτως».
Και η Χριστίνα Αλεξοπούλου, στη συζήτηση για τα δυσβάσταχτα έξοδα των εκπαιδευτικών στα νησιά, μας ενημέρωσε ότι «ο τζάμπας πέθανε». Αργότερα ζήτησε συγγνώμη για την προβληματική, όπως η ίδια παραδέχθηκε, διατύπωση. Είχε προηγηθεί η πολυσυζητημένη εικόνα της στη Λέσβο μέσα σε Porsche — έστω κι αν η ίδια υποστήριξε ότι επρόκειτο για μια έκτακτη μετακίνηση μόλις 150 μέτρων.
Τρία διαφορετικά περιστατικά. Τρεις διαφορετικές αφορμές. Ένα πολιτικό ερώτημα:
Γιατί το Μαξίμου ανέχεται συμπεριφορές που κάποτε θα έσπευδε να διορθώσει;
Ίσως επειδή αυτό που έξω από τα τείχη ακούγεται ως πρόκληση, μέσα στο Παλατάκι δεν ακούγεται απαραίτητα έτσι.
Η Συγγρού είναι γεμάτη. Ο τζάμπας πέθανε. Τα μπάζα δικαιώθηκαν.
Μέσα στο Παλατάκι, όλα πάνε καλά.
Το τέταρτο τείχος είναι πιο λεπτό. Είναι η πρόσβαση.
Δεν χρειάζεται να συμμετέχεις στη μεγάλη διαφθορά για να έχεις εξοικειωθεί με τη μικρή συναλλαγή της εξουσίας. Μια κλήση που σβήστηκε. Μια σύνταξη που επιταχύνθηκε. Μια πόρτα που άνοιξε επειδή κάποιος πήρε ένα τηλέφωνο.
Αυτό δεν σε κάνει μέρος της μεγάλης διαφθοράς. Μπορεί όμως να σε κάνει μικρομέτοχο της εξουσίας.
Και οι μικρομέτοχοι έχουν κάτι να χάσουν όταν αλλάζει η διοίκηση.
Κάπως έτσι δημιουργείται και η Ελλάδα του φίλτρου.
Ταξίδια, πάρτι, γάμοι, selfies, stories, likes. Οι Βερσαλλίες του Instagram. Ένα μέρος των media και ένα πολύ μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού feed επιστρέφουν καθημερινά την ίδια εικόνα: ανθρώπους σαν εμάς, στα ίδια μέρη, με παρόμοιες ζωές και παρόμοια προβλήματα.
Όταν το feed σου γίνεται η κοινωνία σου, εύκολα πιστεύεις ότι η κοινωνία σου είναι ολόκληρη η Ελλάδα.
Έτσι γεννιέται η Ομάδα της Λιακάδας.
Έξω μπορεί να έρχεται βαρύς χειμώνας. Μέσα ο καιρός παραμένει θαυμάσιος.
Υπάρχει όμως κι ένας παλιός ένοικος.
Για την ακρίβεια, ένας από τους παλιούς ιδιοκτήτες του Παλατιού.
Σήμερα βρίσκεται έξω από τα τείχη.
Λέγεται Αντώνης Σαμαράς.
Οι δημοσκοπήσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας ξεκινούν ένα ενδεχόμενο εγχείρημά του περίπου από το 5% των απολύτως αποφασισμένων, ενώ η ευρύτερη δυνητική επιρροή του περνά καθαρά σε διψήφια περιοχή.
Και όσο διογκώνεται η δυσαρέσκεια μέσα και γύρω από τη Νέα Δημοκρατία, αυτή η δεξαμενή μπορεί να μεγαλώσει.
Δεν χρειάζεται όμως να ξέρουμε πόσες ψήφους μπορεί να πάρει ο Σαμαράς.
Χρειάζεται να ξέρουμε πόσες μπορεί να αφαιρέσει από το Παλατάκι.
Για ένα πράγμα μπορούμε να είμαστε βέβαιοι:
Κρατάει το Γαλάζιο Κλειδί.
Γιατί το 25% δεν είναι μόνο το συμβολικό μέγεθος του Παλατιού.
Είναι και το κρίσιμο κατώφλι του εκλογικού νόμου.
Στο 25% ενεργοποιείται η ενίσχυση του πρώτου κόμματος με 20 επιπλέον έδρες. Κάτω από το 25%, δεν υπάρχει μπόνους.
Και κάποια στιγμή η απόσταση ανάμεσα στην ασφάλεια και στον πανικό μπορεί να μην είναι πέντε μονάδες.
Ούτε μία μονάδα.
Μπορεί να είναι μία ψήφος.
25% μείον μία ψήφος.
Τότε αυτή η μία ψήφος παύει να είναι απλώς ψήφος.
Γίνεται κλειδί.
Το Γαλάζιο Κλειδί.
Και από παιχνίδι της Ιστορίας μπορεί να βρίσκεται στα χέρια ενός ανθρώπου που κάποτε κρατούσε τα κλειδιά ολόκληρου του Παλατιού.
Δεν χρειάζεται να ανοίξει την κεντρική πύλη.
Αρκεί να ανοίξει την Κερκόπορτα.
Και τότε ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το Παλατάκι μπορεί να μην έρθει από όσους βρίσκονται έξω από τα τείχη.
Μπορεί να ξεκινήσει από τους αυλικούς μέσα.
Όταν οι 156 αρχίσουν να μετρούν έδρες, περιφέρειες και πιθανότητες προσωπικής επιβίωσης, οι καθρέφτες μπορεί ξαφνικά να πάψουν να δείχνουν την ίδια ωραία εικόνα.
Και τα κρύσταλλα στους πολυελαίους μπορεί τελικά να μη σπάσουν από το πλήθος.
Μπορεί να τα σπάσουν οι ίδιοι οι αυλικοί.
Υστερόγραφο
Μετά από τόσα χρόνια στενών σχέσεων με τον Εμανουέλ Μακρόν, αναρωτιέμαι μήπως το Παλατάκι απέκτησε τελικά και το look and feel των Βερσαλλιών.
Πολυέλαιοι, καθρέφτες, αυλικοί, πάρτι και αυτάρεσκες παρέες που φωτογραφίζονται και καθρεφτίζονται η μία στην άλλη, ενώ έξω από τα τείχη υπάρχει μια εντελώς διαφορετική χώρα.
Άραγε πώς θα περιέγραφε ο Μολιέρος αυτή την κατάσταση από το σπίτι του;
*Πρόεδρος forumgreece.org