Σε μια συντονισμένη παρέμβαση προκειμένου να συγκρατηθούν οι τιμές των καυσίμων που έχουν εκτιναχθεί στα ύψη, οι ηγέτες της ομάδας των G7 ανακοίνωσαν την απελευθέρωση 100 εκατομμυρίων βαρελιών αργού πετρελαίου και ντίζελ από τα στρατηγικά τους αποθέματα, καθησυχάζοντας τις έντονες ανησυχίες για την επάρκεια της παγκόσμιας αγοράς.
Η απόφαση περιλαμβάνει μια «γενναία αποδέσμευση» αποθεμάτων ντίζελ εντός των πρώτων 20 ημερών, ενώ παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο για πρόσθετες αποδεσμεύσεις εάν κριθεί απαραίτητο, όπως υπογράμμισαν σε κοινή τους δήλωση οι ηγέτες των ισχυρότερων οικονομιών του πλανήτη.
Η διαδικασία από τις προηγμένες οικονομίες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ΗΠΑ, ξεκινά άμεσα και θα διαρκέσει συνολικά τέσσερις μήνες.
Χωρίς εξαγωγικούς περιορισμούς – Η αναδίπλωση Τραμπ
Όπως μεταδίδει το BBC, στο πλαίσιο των μέτρων αυτών —τα οποία αποφασίστηκαν αφού προηγουμένως ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε απειλήσει με απαγόρευση των εξαγωγών αμερικανικού ντίζελ— ξεκαθαρίστηκε ότι δεν θα επιβληθεί κανένας περιορισμός στις εξαγωγές ενέργειας και ενεργειακών προϊόντων μεταξύ των κρατών-μελών της G7.
Υπενθυμίζεται ότι στην ομάδα των G7 συμμετέχουν οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Γερμανία, η Ιταλία και η Γαλλία, ενώ στις συναντήσεις εκπροσωπείται εκτός των άλλων και η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε προειδοποιήσει νωρίτερα ότι θα προχωρούσε σε απαγόρευση των εξαγωγών ντίζελ από τις ΗΠΑ, εάν οι ευρωπαϊκές χώρες δεν συμφωνούσαν να διοχετεύσουν μεγαλύτερο μέρος των δικών τους αποθεμάτων στην αγορά. Μια τέτοια κίνηση από πλευράς ΗΠΑ θα ανακούφιζε τις πιέσεις στις τιμές για τους αμερικανούς καταναλωτές ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, αλλά παράλληλα θα εκτόξευε το κόστος των καυσίμων στον υπόλοιπο κόσμο.
Την Παρασκευή, ο αμερικανός πρόεδρος σημείωσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: «Η Ευρώπη μόλις συμφώνησε να απελευθερώσει μια τεράστια ποσότητα από τα μεγάλα αποθέματα ντίζελ που διαθέτει. Η διαδικασία ξεκινά αμέσως».
Παράλληλα, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, είχε υποστηρίξει ότι οι αμερικανοί αγρότες, οι μεταφορείς και οι επιχειρήσεις «δεν θα έπρεπε να επωμιστούν το βάρος» της αλματώδους αύξησης των τιμών.
«Δεν ήταν ποτέ πραγματικά στο τραπέζι η απαγόρευση εξαγωγών»
Μιλώντας αργότερα από τον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ υποστήριξε ότι μια ενδεχόμενη απαγόρευση εξαγωγών στο ντίζελ «δεν ήταν ποτέ πραγματικά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων».
Αναφερόμενος στην απόφαση της G7 για την αποδέσμευση των καυσίμων, πρόσθεσε: «Αυτό που έκανε η Ευρώπη ήταν σπουδαίο. Η Ευρώπη διαθέτει άφθονο ντίζελ και πρόκειται να κάνει μια τεράστια παγκόσμια συνεισφορά — το ίδιο κι εμείς. Συνεπώς, δεν πρόκειται να προχωρήσουμε σε απαγόρευση εξαγωγών, θα πράξουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε».
Ο Τραμπ είχε ταχθεί για πρώτη φορά υπέρ της απαγόρευσης των εξαγωγών ντίζελ στις αρχές της προηγούμενης εβδομάδας, ενώ εξέταζε ακόμα το ενδεχόμενο αυτό μέχρι και την Πέμπτη, καθώς η διακυβέρνησή του ασκούσε έντονες πιέσεις στην Ευρώπη για να ανοίξει τις «κάνουλες» των στρατηγικών της αποθεμάτων.
Γιατί είναι κομβικής σημασίας το ντίζελ
Το ντίζελ χρησιμοποιείται ευρύτατα στις εμπορευματικές μεταφορές και στον αγροτικό τομέα. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε αύξηση στο κόστος του μετακυλίεται άμεσα στις τιμές βασικών αγαθών, όπως τα τρόφιμα.
Μετά τη συνεδρίαση των ηγετών της G7, ο γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν δήλωσε ότι το μπλοκ συμφώνησε στην αποδέσμευση αποθεμάτων «έως και 100 εκατομμυρίων βαρελιών» εντός τεσσάρων μηνών, υπό τον συντονισμό του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA).
Από την πλευρά του Ηνωμένου Βασιλείου, ο υπουργός Εξωτερικών Εντ Μίλιμπαντ, που εκπροσώπησε τη χώρα στη συνάντηση, τόνισε ότι τα μέτρα αυτά θα «σταθεροποιήσουν την ενεργειακή επάρκεια, θα ενισχύσουν την ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων και θα προστατεύσουν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις από τα σοκ των τιμών».
Ο Μακρόν υπογράμμισε επίσης ότι η συντονισμένη αυτή δράση θα «μειώσει τις τιμές των πετρελαϊκών προϊόντων, και ιδιαίτερα του ντίζελ». Εστιάζοντας στη συμφωνία για τη μη επιβολή απαγορεύσεων στις εξαγωγές, ο γάλλος πρόεδρος σημείωσε χαρακτηριστικά πως «ειδικά ο Πρόεδρος Τραμπ ήταν πολύ ξεκάθαρος σε αυτό το σημείο».
Στην κοινή τους ανακοίνωση, οι ηγέτες της G7 ανέφεραν:
«Θα υλοποιήσουμε τις δεσμεύσεις μας μέσω μιας συντονισμένης αποδέσμευσης 100 εκατομμυρίων βαρελίων μέσω του IEA, η οποία ξεκινά αμέσως και θα απλωθεί σε τέσσερις μήνες. Η απόφαση περιλαμβάνει μια εμπροσθοβαρή, σημαντική αποδέσμευση ντίζελ εντός των πρώτων 20 ημερών από τα μέλη της G7 και τους εταίρους μας».
Μέχρι στιγμής δεν έχει διευκρινιστεί ποιες επιπλέον χώρες-εταίροι θα αποδεσμεύσουν αποθέματα, ούτε με τι ρυθμό θα προχωρήσει η διαδικασία.
Νέα νευρικότητα στις αγορές και το πετρέλαιο Brent
Τα 100 εκατομμύρια βαρέλια θα αποτελούνται από ένα μίγμα ντίζελ και αργού πετρελαίου.
Η τιμή του πετρελαίου διεθνούς αναφοράς Brent υποχώρησε πρόσκαιρα κάτω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ωστόσο ανέκαμψε γρήγορα κοντά στα 102 δολάρια μέχρι το βράδυ της Παρασκευής. Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν από την εισβολή των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν, η τιμή του διαπραγματευόταν γύρω στα 73 δολάρια.
Ο Ματ Σμιθ, διευθυντής έρευνας εμπορευμάτων στην εταιρεία ανάλυσης Kpler, εξήγησε ότι η εκ νέου άνοδος των τιμών οφείλεται στην επανέναρξη των στρατιωτικών πληγμάτων μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και των ανταρτών Χούθι στην Υεμένη.
«Οι τιμές του πετρελαίου σημείωναν ισχυρή υποχώρηση λόγω της ανακοίνωσης για την απελευθέρωση των στρατηγικών αποθεμάτων στην Ευρώπη, αλλά άλλαξαν πορεία εξαιτίας των φημών ότι η Σαουδική Αραβία σχεδιάζει επίθεση στην Υεμένη, στην προσπάθειά της να αποκαταστήσει μια ασφαλή θαλάσσια δίοδο μέσω του Στενού Μπαμπ αλ-Μαντέμπ», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Οι ευρωπαϊκές χώρες είχαν αντιδράσει εντονότατα στις αμερικανικές απειλές για διακοπή των εξαγωγών ντίζελ από τις ΗΠΑ, σε μια περίοδο που σημαδεύεται από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή υπό την ηγεσία των ΗΠΑ και τις μειωμένες ενεργειακές ροές από τη Ρωσία και την Κίνα.
Παράλληλα, οι ηγέτες της G7 δήλωσαν ότι θα συντονίσουν τα προγράμματα συντήρησης των διυλιστηρίων ώστε να αποφευχθεί η ταυτόχρονη διακοπή λειτουργίας πολλών μονάδων, ενώ παράλληλα θα ενθαρρύνουν τις χώρες που διαθέτουν τη σχετική παραγωγική ικανότητα να αυξήσουν τη διύλιση, ιδιαίτερα στο ντίζελ.
Ανάσες ανακούφισης για την Ευρώπη και τη Βρετανία
Η αποφυγή μιας απαγόρευσης στις εξαγωγές αμερικανικού ντίζελ προσφέρει τεράστια ανακούφιση στις χώρες που εξαρτώνται άμεσα από τις εισαγωγές του συγκεκριμένου καυσίμου. Ανάμεσα σε αυτές είναι και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η τιμή του ντίζελ στα πρατήρια ξεπέρασε την Παρασκευή τις 2 λίρες το λίτρο για πρώτη φορά στα χρονικά.
Πάνω από το μισό ντίζελ που καταναλώνεται στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι εισαγόμενο, με το 31% αυτών των εισαγωγών να προέρχεται απευθείας από τις ΗΠΑ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν έναν από τους μεγαλύτερους προμηθευτές ντίζελ παγκοσμίως. Σύμφωνα με την Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας (EIA), τα εγχώρια διυλιστήρια των ΗΠΑ παράγουν καθημερινά περίπου 4 έως 5 εκατομμύρια βαρέλια.
Από αυτή την ποσότητα, η εγχώρια αμερικανική κατανάλωση απορροφά περίπου 3,6 εκατομμύρια βαρέλια. Τα διυλιστήρια εξαγάγουν τα υπόλοιπα 1,2 έως 1,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, καθιστώντας τις ΗΠΑ έναν κρίσιμο και αδιαμφισβήτητο τροφοδότη της παγκόσμιας αγοράς.
Τα αλλεπάλληλα πλήγματα στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα
Η διαθεσιμότητα ντίζελ σε διεθνές επίπεδο έχει περιοριστεί δραματικά λόγω της πολεμικής σύρραξης στη Μέση Ανατολή, η οποία έχει στραγγαλίσει τις ροές τόσο του αργού πετρελαίου όσο και του επεξεργασμένου ντίζελ προς τις διεθνείς αγορές.
Την ίδια στιγμή, η Ρωσία —που αποτελεί επίσης έναν από τους κορυφαίους παραγωγούς παγκοσμίως— έχει επιβάλει δικό της απαγορευτικό στις εξαγωγές ντίζελ, σε συνέχεια των επιθέσεων που δέχτηκαν τα διυλιστήριά της από την Ουκρανία, περιορίζοντας ακόμα περισσότερο την προσφορά.
Από την πλευρά τους, οι ηγέτες της G7 τόνισαν με έμφαση ότι θα διατηρήσουν στο ακέραιο τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας για τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία.
Αξίζει να σημειωθεί πως το ντίζελ είναι τεχνικά πιο δύσκολο στη διύλιση σε σύγκριση με τη βενζίνη. Παράλληλα, εξαιτίας της κομβικής χρήσης του στις βαριές μεταφορές και τη γεωργία, η συμπίεση της ζήτησης για το συγκεκριμένο καύσιμο θεωρείται σχεδόν αδύνατη.