Ο Bashir Chedrawee πήγε την έννοια του εταιρικού ταξιδιού και του bonding μεταξύ των συναδέλφων κυριολεκτικά στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, διοργανώνοντας ένα ταξίδι από τη Νέα Υόρκη στην Ελλάδα για τους υπαλλήλους του.
Ο Chedrawee είναι ιδιοκτήτης και διευθύνων σύμβουλος του Simone’s Kitchen, ενός εστιατορίου με μεσογειακή κουζίνα με τρία καταστήματα στην πολιτεία της Νέας Υόρκης.
Ξεκίνησε το Simone’s Kitchen μαζί με τη μητέρα του το 2018, αντλώντας έμπνευση από χώρες της λεκάνης της Μεσογείου, από την Ελλάδα, τον Λίβανο και το Μαρόκο, μέχρι την Ιταλία.
Στην διάρκεια της λειτουργίας του, είχε διοργανώσει πολλές εκδρομές για το προσωπικό στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως επισκέψεις σε παραλίες δίπλα σε λίμνες ή ενοικίαση κάποιου κέντρου ψυχαγωγίας.
«Ωστόσο, το να επισκεφθούμε ένα μέρος με το οποίο ερχόμαστε σε επαφή σε καθημερινή βάση –αλλά στο οποίο οι περισσότεροι από εμάς δεν είχαμε βρεθεί ποτέ– ήταν μια εμπειρία που είχε περισσότερο νόημα», αναφέρει ο ίδιος μιλώντας στο Business Insider.
Γιατί επιλέχθηκε η Ελλάδα
Εξηγώντας γιατί διάλεξε την Ελλάδα, σημειώνει ότι πιστεύει πως η χώρα διαθέτει μια κουλτούρα που ενσαρκώνει τη φιλοσοφία φιλοξενίας της Simone’s Kitchen.
Επιπλέον, φάνταζε ως μια εφικτή επιλογή.
«Είχα ξαναπάει εκεί, οπότε ένιωθα σίγουρος ότι μπορούσα να οργανώσω αυτό το ταξίδι μόνος μου, αντί να το αναθέσω σε κάποιο ταξιδιωτικό γραφείο. Ήξερα τι να περιμένω κατά την άφιξή μας και γνώριζα ότι η Ελλάδα δεν είναι ακριβή χώρα για επίσκεψη, εφόσον υπάρχει σωστός προγραμματισμός», εξηγεί, προσθέτοντας πως η ομάδα του δεν μπορούσε να το πιστέψει αρχικά.
Η χασούρα από το κλείσιμο των εστιατορίων
Αναφερόμενος στη χασούρα που σήμαινε το ταξίδι για την επιχείρηση, καθώς τα καταστήματα έκλεισαν για μία εβδομάδα, δηλώνει ότι προσπάθησε να δημιουργήσει συνθήκες ευελιξίας και να τις εκμεταλλευθεί.
«Διατηρούσαμε συνεργασίες με πολλούς προμηθευτές, οπότε, κατά το εξάμηνο που προηγήθηκε του ταξιδιού, δώσαμε μεγαλύτερη έμφαση στη σύγκριση τιμών και στην επιλογή του προμηθευτή που προσέφερε τη χαμηλότερη τιμή. Για παράδειγμα, δαπανούμε περίπου 300.000 δολάρια ετησίως μόνο για μπούτια κοτόπουλου. Όταν οι τιμές μεταξύ των προμηθευτών παρουσιάζουν διακυμάνσεις της τάξης του 15%, είναι δυνατόν να εξοικονομηθούν δεκάδες χιλιάδες δολάρια μέσα σε έναν χρόνο», αναφέρει.
Παράλληλα, «επιβραδύναμε τον ρυθμό των δαπανών για το νέο κατάστημα που βρισκόταν υπό κατασκευή. Για παράδειγμα, καθυστερήσαμε την αγορά ορισμένων ειδών τα οποία δεν ήταν απαραίτητο να παραγγείλουμε νωρίς. Επίσης, φροντίσαμε να μην υπερστελεχώνουμε τα καταστήματά μας», συνεχίζει.
«Αυτό που βοήθησε ήταν ότι καταγράψαμε σημαντική ανάπτυξη μέσα σε εκείνους τους έξι μήνες. Είχαμε δημοσιεύσει την ανακοίνωση για το ταξίδι στο προφίλ μας στο Instagram και πιστεύω ότι αυτό επηρέασε την εικόνα που είχε το κοινό για την εταιρεία μας», συμπληρώνει.
Το ταξίδι
Το ταξίδι αποφασίστηκε να γίνει στην Αθήνα και τη Νάξο.
Για κάθε στάδιο, από τα αεροπορικά και ακτοπλοϊκά εισιτήρια μέχρι τις μετακινήσεις με λεωφορείο και τα ξενοδοχεία, πραγματοποίησε εκτεταμένη έρευνα αγοράς και διαπραγματεύσεις ώστε να κλείσει την οικονομικότερη και πιο εξυπηρετική για τις ανάγκες του προγραμματισμού επιλογή.
Οι αναπάντεχες στιγμές
Το ταξίδι συνοδεύτηκε από πολλές ξεχωριστές στιγμές.
«Μια μέρα κάναμε περιήγηση στα νησιά, η οποία περιλάμβανε και μπάρμπεκιου στο σκάφος. Έγιναν δύο προτάσεις γάμου, ενώ κάποιοι έκαναν μαζί τατουάζ», αποκαλύπτει.
«Μια ιδιαίτερα ξεχωριστή στιγμή που ζήσαμε ήταν το τελευταίο δείπνο στη Νάξο. Εκπλήξαμε τους πάντες, ζητώντας τους να ετοιμαστούν για το δείπνο φορώντας τα καλά τους. Πήραμε δύο λεωφορεία από την παραλία και ανεβήκαμε στα ορεινά της Νάξου, όπου δειπνήσαμε σε ένα χωριό φτιαγμένο εξ ολοκλήρου από μάρμαρο», αναφέρει επίσης.
«Ο κλάδος της φιλοξενίας και εστίασης είναι συχνά ένας χώρος όπου όλοι εργάζονται με τον κατώτατο μισθό ή προσπαθούν να βγάλουν τα προς το ζην από τα φιλοδωρήματα. Δεν συνειδητοποιούμε ότι οι εταιρείες μπορούν να προσφέρουν στους εργαζομένους εμπειρίες τις οποίες ίσως να μην αποκτούσαν ποτέ από μόνοι τους – ή ακόμα και να μην είχαν συνειδητοποιήσει ότι επιθυμούσαν», καταλήγει.