Γονείς και παιδιά. Ένα χαμόγελο ή ένα συνοφρύωμα μπορεί να αποκαλύπτει περισσότερα από ένα απλό συναίσθημα. Τα πρόσωπα που προσελκύουν περισσότερο την προσοχή ενός παιδιού ενδέχεται να παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για την ψυχική του υγεία και για τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται η κατάθλιψη.
Νέα έρευνα του Binghamton University, State Universityof New York, δείχνει ότι η κατάθλιψη μπορεί να επηρεάζει τον βαθμό στον οποίο τα παιδιά εστιάζουν σε συναισθηματικές εκφράσεις, όπως χαρούμενα ή λυπημένα πρόσωπα. Το μοτίβο αυτό φαίνεται να διαφέρει ανάλογα με το αν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό κατάθλιψης.
Οι ερευνητές του Mood Disorders Institute μελετούν την ανάπτυξη της κατάθλιψης σε παιδιά και εφήβους, εξετάζοντας ιδιαίτερα τον ρόλο της οικογενειακής προδιάθεσης και των συναισθηματικών εμπειριών. Στόχος είναι να εντοπιστούν έγκαιρα παράγοντες που μπορεί να αυξάνουν την ευαλωτότητα και, μακροπρόθεσμα, να βελτιωθούν οι στρατηγικές πρόληψης.
Παλαιότερες έρευνες έχουν συνδέσει την κατάθλιψη με αυξημένη προσοχή στα λυπημένα πρόσωπα. Ωστόσο, η σχέση αυτή δεν είναι ιδιαίτερα ισχυρή και μέχρι σήμερα δεν ήταν σαφές αν η συγκεκριμένη προκατάληψη της προσοχής συμβάλλει στην εμφάνιση της κατάθλιψης ή αν αποτελεί συνέπειά της.
Για να διερευνήσουν το ζήτημα, οι ερευνητές παρακολούθησαν 242 παιδιά και τις μητέρες τους για δύο χρόνια, πραγματοποιώντας αξιολογήσεις κάθε έξι μήνες. Η μελέτη εξέτασε για πρώτη φορά πώς οι αλλαγές στην προσοχή και στα καταθλιπτικά συμπτώματα μπορούν να προβλέπουν αμοιβαία η μία την άλλη με την πάροδο του χρόνου.
Κατά τη διάρκεια κάθε αξιολόγησης, τα παιδιά έβλεπαν στην οθόνη ζεύγη προσώπων. Το ένα είχε ουδέτερη έκφραση, ενώ το άλλο ήταν χαρούμενο, λυπημένο ή θυμωμένο. Με τη χρήση τεχνολογίας παρακολούθησης της κίνησης των ματιών (eye tracking) οι ερευνητές κατέγραφαν ποιο πρόσωπο τραβούσε περισσότερο την προσοχή των παιδιών και για πόσο χρόνο.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η αύξηση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων δεν επηρεάζει όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο. Το οικογενειακό ιστορικό φάνηκε να παίζει σημαντικό ρόλο.
Στα παιδιά των οποίων οι μητέρες είχαν ιστορικό μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής, η αύξηση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων συνδεόταν με μεγαλύτερη προσοχή στα λυπημένα πρόσωπα. Δηλαδή, όσο αυξάνονταν τα συμπτώματα, τόσο δυσκολότερο γινόταν για τα παιδιά να απομακρύνουν την προσοχή τους από τα σημάδια θλίψης.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι στα παιδιά που έχουν ήδη αυξημένο κίνδυνο, η ίδια η εμπειρία της κατάθλιψης μπορεί να ενισχύει αυτή την τάση. Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι τα παιδιά μητέρων με κατάθλιψη μπορεί να εκτίθενται συχνότερα σε εκφράσεις θλίψης κατά τις αλληλεπιδράσεις τους με τη μητέρα. Έτσι, όταν τα ίδια εμφανίζουν καταθλιπτικά συμπτώματα, οι λυπημένες εκφράσεις μπορεί να γίνονται ακόμη πιο έντονες και δύσκολο να αγνοηθούν.
Στα παιδιά των οποίων οι μητέρες δεν είχαν ιστορικό κατάθλιψης, παρατηρήθηκε διαφορετικό μοτίβο. Όταν αυξάνονταν τα καταθλιπτικά συμπτώματα, τα παιδιά δεν εστίαζαν περισσότερο στα λυπημένα πρόσωπα. Αντίθετα, έδειχναν μικρότερη προσοχή στα χαρούμενα πρόσωπα.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η μειωμένη προσοχή στα θετικά συναισθηματικά ερεθίσματα μπορεί να σημαίνει ότι η κατάθλιψη εξασθενεί έναν προστατευτικό παράγοντα. Η ικανότητα ενός παιδιού να παρατηρεί και να ανταποκρίνεται σε θετικά συναισθηματικά σήματα ενδέχεται να λειτουργεί προστατευτικά απέναντι στην κατάθλιψη.
Επομένως, η κατάθλιψη φαίνεται να επηρεάζει την επεξεργασία των συναισθηματικών πληροφοριών με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με το επίπεδο οικογενειακού κινδύνου: σε ορισμένα παιδιά η προσοχή μπορεί να «κολλάει» περισσότερο στη θλίψη, ενώ σε άλλα μπορεί να μειώνεται η έλξη προς τα θετικά συναισθήματα.
Οι ερευνητές συνεχίζουν να παρακολουθούν τα παιδιά καθώς περνούν στην εφηβεία, περίοδο κατά την οποία αυξάνεται για πολλούς ο κίνδυνος εμφάνισης κατάθλιψης. Στόχος τους είναι να διαπιστώσουν αν αυτά τα πρώιμα μοτίβα προσοχής συνδέονται με αυξημένη πιθανότητα μελλοντικής διάγνωσης κατάθλιψης.