H τωρινή Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, στη Νέα Υόρκη, δεν ήταν από τις επιτυχέστερες για τον Τούρκο πρόεδρο, που συνάντησε αρκετές ανατροπές στα σχέδιά του.
Η πρώτη μεγάλη απογοήτευση για τον Τ. Ερντογάν ήταν η εμφανής άρνηση του Ντ. Τραμπ να τον συναντήσει κατ’ ιδίαν. Μια τέτοια συνάντηση θα αποσκοπούσε για την τουρκική πλευρά σε ένα ξεμπλοκάρισμα στο αδιέξοδο με την πώληση των αμερικανικών F-35 και στην αναβάθμιση των F-16, που εκκρεμούν για πολύ μεγάλο διάστημα, ή έστω σε μια ανανέωση των αμερικανικών υποσχέσεων για την άρση των εμποδίων.
Τίποτα από αυτά δεν έγινε, καθώς ο πρόεδρος Τραμπ απέφυγε τον Τ. Ερντογάν στη Νέα Υόρκη όπως ο διάβολος το λιβάνι και να μην επαναληφθούν τα ήξεις αφήξεις που σημειώθηκαν στην προηγούμενη συνάντηση στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Τουρκία. Στο κάτω κάτω της γραφής, ο απρόβλεπτος πράγματι Αμερικανός πρόεδρος δεν μπορεί να… ακυρώσει τον εαυτόν του και να επιτρέψει την πώληση των αμερικανικών αεροσκαφών στην Τουρκία, διότι ήταν ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ στην πρώτη του θητεία που πέρασε τον απαγορευτικό για την Τουρκία νόμο CAATCA, λόγω της κατοχής των ρωσικών πυραύλων S-400. Και τούτο διότι λίγες ημέρες πριν από τη Σύνοδο του ΟΗΕ ο Τούρκος υπουργός Αμυνας δήλωσε ότι οι S-400 είναι έτοιμοι για πόλεμο, γράφοντας τον CAATCA του Τραμπ στα παλιά του τα παπούτσια.
O Τραμπ δεν θέλησε να συναντήσει τον Ερντογάν, αλλά τον κάλεσε στη συνάντηση που είχε με τους ηγέτες του Κόλπου για να τον στολίσει με λόγια της παρηγοριάς, αφού «είναι τρομερός τύπος και πολύ φίλος» του. Ο Τραμπ όλα αυτά τα είπε με το αζημίωτο βεβαίως, καθώς ο Ερντογάν ακόμα μία φορά προσέφερε στον «φίλο» του Τραμπ το δέλεαρ της αγοράς 150 Boeing για την τουρκική αεροπορική εταιρία. Αλλά ο Τραμπ δεν «τσίμπησε».
Το δεύτερο γιοκ που εισέπραξε ο Ερντογάν στη Νέα Υόρκη ήταν η άρνηση του Γάλλου προέδρου Μακρόν να συναντηθεί μαζί του. Η συνάντηση αυτή, αν πραγματοποιούνταν, θα περιλάμβανε τη γαλλική ανάμειξη στις επιστημονικές έρευνες για την πόντιση ηλεκτρικού καλωδίου από την Κάσο μέχρι την Κύπρο και την απαίτηση Ερντογάν οι εργασίες αυτές να έχουν την άδεια της Τουρκίας όταν οι έρευνες και το καλώδιο θα περνούσαν από την τουρκολιβυκή ΑΟΖ. Επιπροσθέτως θα περιλάμβανε την πίεση της Τουρκίας να συμπεριληφθεί στην αμυντική συνεργασία της Ευρωπαϊκής Ενωσης (και στο πρόγραμμα SAFE, από το οποίο -ως γνωστόν- η Τουρκία έχει αποκλειστεί ύστερα από το βέτο Μητσοτάκη), θέση που συμπεριέλαβε και στην ομιλία του στη Γ.Σ. του ΟΗΕ.
Η τρίτη άρνηση συνάντησης που εισέπραξε ο Τ. Ερντογάν ήταν η βολιδοσκόπηση μια συνάντησης με τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Νετανιάχου. Η συνάντηση αυτή θα γινόταν μετά τον βομβαρδισμό από ισραηλινές δυνάμεις τουρκικής αεροπορικής βάσης στη Συρία τον Σεπτέμβριο και την καταστροφή έξι τουρκικών τανκς και βαρέως τύπου οχημάτων μεταφοράς, για τα οποία ο τουρκικός Τύπος δεν αφιέρωσε ούτε μια αράδα και η επίσημη τουρκική κυβέρνηση δεν βρήκε μια λέξη διαμαρτυρίας, μολονότι υπήρξαν και αρκετοί Τούρκοι στρατιωτικοί νεκροί.
Στην περίπτωση που πραγματοποιούνταν μια τέτοια συνάντηση, έστω και αν κατέληγε σε πλήρη διαφωνία, ο Ερντογάν θα είχε το περιθώριο να διαφημίσει στο εσωτερικό της χώρας του ότι «ο εχθρός της Τουρκίας», το Ισραήλ, αναγκάστηκε σε συνάντηση μαζί του. Αλλά ο Νετανιάχου δεν του έκανε τη χάρη.
Αντιθέτως, πραγματοποιήθηκε την περασμένη Πέμπτη στη Νέα Υόρκη η συνάντηση Μητσοτάκη – Νετανιάχου, μία από τις πολλαπλές συναντήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί το τελευταίο διάστημα στο πλαίσιο της πολυμερούς συνεργασίας, ιδιαίτερα μετά την υπογραφή συμφωνίας για το αμυντικό υλικό από το Ισραήλ στην Ελλάδα. Η συνάντηση αυτή αποτελεί μια σαφή αρνητική απάντηση στο μόνιμο κάλεσμα Ερντογάν για την Πολυμερή Διάσκεψη στην Ανατολική Μεσόγειο, στην οποία καμιά χώρα της περιοχής δεν έχει ανταποκριθεί, καθώς όλοι γνωρίζουν ότι μια τέτοια διάσκεψη θα χρησιμοποιηθεί από την Τουρκία ως κερκόπορτα για την εμφάνιση των Κατεχομένων της Κύπρου ως αυτόνομο και ανεξάρτητο κράτος.