Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
RadioGamma Live

 

Αθάνατη Τζέιν Όστιν

“Λογική και ευαισθησία”. Δηλαδή, δεν μπορείς να πας μπροστά βασισμένος μονάχα στο ένα από τα δύο. Τρεις τηλεοπτικές μεταφορές (όλες παραγωγής BBC), και τέσσερις κινηματογραφικές μετράει αισίως το μυθιστόρημα της Τζέιν Όστιν, και φαίνεται πως κάθε γενιά θα έχει και τη δική της εκδοχή. Συμβαίνει με όλα τα σπουδαία μυθιστορήματα, κι ας το προσπερνούν πολλοί ως “ελαφρύ” ανάγνωσμα. Γιατί κάνουν λάθος: Η Όστιν δεν ενδιαφέρεται τόσο για τους έρωτες των ηρωίδων της, αλλά κυρίως για το σύμπαν που τις περιβάλλει. Που θα πει, κάτω από αυτή την ελαφράδα, κρύβεται μια σοφά διαρθρωμένη αποδόμηση του υλισμού του 18ου αιώνα, και της πατριαρχικής νομοθεσίας που τόσο τον χαρακτήριζε.

Ο Ανγκ Λι, το 1995, σκηνοθέτησε την καλύτερη μεταφορά του, ισορροπώντας μοναδικά ανάμεσα στην ελαφράδα και την κριτική, και η Τζόρτζια Όκλεϊ (του πολύ καλού “Blue Jean” που είδαμε πρόπερσι), επιχειρεί μια νέα ανάγνωση του μύθου, δίχως να αισθάνεται την ανάγκη να διαφυλάξει αυτές τις ισορροπίες. Με άλλα λόγια… “διορθώνει” κάπως την Τζέιν Όστιν, αντιπροτείνοντας λίγη παραπάνω ευαισθησία: Οι διάλογοι εδώ θα μιλήσουν κατευθείαν στη ψυχή της gen Z. Αισθητικά δε πρόκειται για κομψοτέχνημα καθώς η ‘Οκλεϊ αποφεύγει το “επικό” σινεμασκόπ και στήνει τα “κλειστά” κάδρα της με μια αισθητική φροντίδα που παραπέμπει στην ανάλογη δουλειά που είχε γίνει στα “Ανεμοδαρμένα Ύψη” της Αντρέα Άρνολντ.

 

Ο Μπραντ Πιτ φιγουράρει στο πόστερ του “Στη καρδιά του κτήνους”, ενσαρκώνοντας τον αξιωματικό των Ειδικών Δυνάμεων Τζέιμς Μπελμόντ, που μετά από ένα αεροπορικό δυστύχημα, βρίσκεται εγκαταλελειμμένος στα βάθη της άγριας φύσης της Αλάσκας, παρέα με τον σκύλο του, που τον είχε σύντροφο και στους πολέμους – γι’ αυτό άλλωστε τον λένε Όντιν. Ιστορία επιβίωσης δηλαδή, χωρίς πολλές παρακάμψεις, αλλά και χωρίς κανένα ειδικό βάρος. Δεν υπάρχει δηλαδή ο υπαρξισμός που συνήθως προκύπτει απ’ αυτή τη δραματουργική συνθήκη – θυμηθείτε το υπέροχο “All is lost” με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ.


Άλλη φιλόδοξη αμερικάνικη παραγωγή: “Το φρούριο”, με Ίθαν Χοκ και Ράσελ Κρόου (ο τελευταίος εμφανίζεται μονάχα στην αρχή και στο τέλος της ταινίας). Όπου, στην Αμερική του 1933, ένας διεφθαρμένος αστυφύλακας υπόσχεται πρόωρη αποφυλάκιση σε έναν βετεράνο που κινδυνεύει να χάσει την κηδεμονία της κόρης του αν εκτίσει την πλήρη ποινή του. Ποιο είναι το αντάλλαγμα; Η κλοπή χρυσού – μόνο που η μπίζνα απαιτεί ένα δύσκολο ταξίδι στην απροσπέλαστη άγρια φύση. Θα ήθελε να έχει λίγο από το νεύρο του “Sorcerer” του Γουίλιαμ Φρίτκιν τούτο εδώ, και είναι αλήθεια πως υπάρχουν καλές στιγμές έντασης στο φιλμ, όμως εντέλει τα κλισέ κυριαρχούν, και το χάπι εντ έρχεται σχεδόν με το ζόρι.

Πάμε τώρα σε δυο Ισπανικές ταινίες που έχουν πραγματικό ενδιαφέρον και βγαίνουν αυτή την εβδομάδα. Η πρώτη έχει τίτλο “Λος Τίγκρες” και έχει ως κεντρικό της ήρωα έναν δύτη, που μαζί με την αδελφή του, ανακαλύπτουν ένα παράνομο φορτίο ναρκωτικών, κρυμμένο σε ένα πετρελαιοφόρο. Η δουλειά τους έχει τσακίσει, τα λεφτά που παίρνουν δε φτάνουν πια για τίποτα, η υγεία του ήρωα μας είναι σε κακή κατάσταση, αγωνιά επίσης κι αυτός για την κόρη του, και στο τέλος αποφασίζει να ενδώσει στον πειρασμό, φυσικά για να το μετανιώνει πολύ, πολύ σύντομα. Ο Αλμπέρτο Ροντρίγκεζ είχε σκηνοθετήσει “Το μικρό νησί” πριν κάτι χρόνια (μεγάλη ταινιάρα αυτό), και έχει αποδείξει πως μπορεί να στήνει μεγαλεπίβολες παραγωγές διατηρώντας παράλληλα ένα προσωπικό στίγμα. Όχι τυχαία, η ταινία κέρδισε βραβείο Γκόγια για τα ειδικά της εφέ: Οι υποβρύχιες σεκάνς σου κόβουν κυριολεκτικά την ανάσα.

Στο “Μια φάρμα στην Πορτογαλία”, ένας καθηγητής γεωγραφίας που αντιπαθεί τα ταξίδια (ο κόσμος αποκτά συνοχή όταν τον ζωγραφίζεις, λέει στους μαθητές του) γυρίζει σπίτι του και ανακαλύπτει πως η γυναίκα του τον έχει εγκαταλείψει – δίχως την παραμικρή εξήγηση. Αναζητώντας απαντήσεις, ο ήρωας αφήνει κι αυτός το σπίτι του, και ξεκινά μια περιπλάνηση που τον οδηγεί σε μια φάρμα στην Πορτογαλία, όπου αποφασίζει να επαναπροσδιορίσει τη ζωή του, παίρνοντας τη θέση του… κηπουρού σε μια φάρμα. Είναι η ερμηνεία του Φερνάντο Σόλο, προσεκτική και πολυεπίπεδη, αυτή στην οποία “πατά” πάνω το δράμα για να ξεδιπλωθεί, και η σκηνοθέτις Αβελίνα Πρατ συγκεντρώνεται στο βλέμμα του, και σε αυτό της Μαρία Ντε Μεντέιρος (εκείνης που ρωτά τον Μπρους Γουίλις στο “Pulp Fiction” ποιος είναι ο Ζεντ – μεγάλωσε κι αυτή) για να ολοκληρώσει έναν γλυκόπικρο, σχεδόν αραχνοΰφαντο στοχασμό πάνω σ’ αυτό τον στίχο του Πολ Μακ Κάρτνεϊ από το “Eleanor Rigby”: “Από που έρχονται όλοι αυτοί οι μοναχικοί άνθρωποι, και που καταλήγουν;”.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.