Σε μια κίνηση ευθείας παράκαμψης των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης προχώρησε η αμερικανική προεδρία, θέτοντας σε λειτουργία το δικό της 24ωρο ψηφιακό κανάλι υπό τον τίτλο «Trump TV», ως απάντηση στη συντονισμένη απόφαση των μεγάλων δικτύων να αναστείλουν την κάλυψη εκδηλώσεων του Λευκού Οίκου.
Η λειτουργία της νέας πλατφόρμας ξεκίνησε το βράδυ της Δευτέρας. Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση, θα μεταδίδει σε συνεχή ροή ανακοινώσεις, τοποθετήσεις και αρχειακό υλικό από τη θητεία του Αμερικανού προέδρου.
«Η TRUMP TV μεταδίδει τώρα. 24/7, ενημερωμένη σε πραγματικό χρόνο, με κορυφαίες προηγούμενες στιγμές, ανακοινώσεις και τα τελευταία νέα από την κυβέρνηση σε ένα σημείο. Δεν έφτασε κάθε μεγάλη στιγμή στην τηλεόρασή σας, τώρα μπορεί», ανακοίνωσε η κυβέρνηση, με το εναρκτήριο πρόγραμμα να περιλαμβάνει ομιλία που είχε παραχωρήσει ο Τραμπ στο Όρος Ράσμορ στις 3 Ιουλίου.
Το μπλακ άουτ του τηλεοπτικού pool
Το εγχείρημα της προεδρικής πλατφόρμας εκδηλώθηκε αμέσως μετά την κοινή απόφαση των πέντε τηλεοπτικών δικτύων που συγκροτούν το White House television pool (CNN, NBC, ABC, CBS και Fox News) να παγώσουν την κάλυψη των προεδρικών δραστηριοτήτων μέχρι νεωτέρας. Η κίνηση αυτή αποτέλεσε απάντηση στην απαγόρευση εισόδου που επέβαλε ο Λευκός Οίκος στους συντάκτες του CNN, του MS NOW και του Politico.
Στο πλαίσιο αυτό, τα κανάλια δεν μετέδωσαν την τελετή εγκαινίων του νέου προεδρικού ελικοδρομίου πριν από την αναχώρηση του Τραμπ για τη Νέα Υόρκη. Σε κοινή τοποθέτησή τους, τα μέλη του pool υπογράμμισαν: «Το κοινό έχει ζωτικό ενδιαφέρον να λαμβάνει ακριβείς, ανεξάρτητες πληροφορίες για την κυβέρνησή του. Καμία κυβέρνηση δεν θα πρέπει να περιορίζει έναν ειδησεογραφικό οργανισμό επειδή διαφωνεί με την κάλυψή του».
Η προεδρία επιχείρησε να καλύψει την τελετή μέσω των επίσημων λογαριασμών της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ωστόσο, ο θόρυβος από τις μηχανές του προεδρικού ελικοπτέρου Marine One κάλυψε σχεδόν εξ ολοκλήρου τις τοποθετήσεις του προέδρου. Αργότερα μέσα στην ημέρα, ορισμένα δίκτυα μετέδωσαν αποσπάσματα από τις κοινές δηλώσεις του Τραμπ με τον δήμαρχο της Νέας Υόρκης, Ζοχράν Μαντάνι.
Ερωτηθείς για την αποχή των τηλεοπτικών συνεργείων, ο Αμερικανός πρόεδρος σχολίασε: «Είναι ενδιαφέρον γιατί είπαν ότι θα με μποϊκοτάρουν, αλλά ποτέ δεν με μποϊκοτάρουν, οπότε δεν ανησύχησα ιδιαίτερα γι’ αυτό». Στρέφοντας μάλιστα το βλέμμα στους δημοσιογράφους έξω από το Gracie Mansion, συμπλήρωσε: «Κοιτάξτε όλο αυτόν τον Τύπο».
Η αντιπαράθεση διευρύνθηκε όταν εφημερίδες όπως οι The New York Times και η The Washington Post αποφάσισαν, σε ένδειξη αλληλεγγύης, να μην δημοσιεύσουν φωτογραφίες του προέδρου από δικούς τους φωτορεπόρτερ έως τα μεσάνυχτα. Παράλληλα, τα CNN, MS NOW και Politico κατέθεσαν αγωγή 27 σελίδων στην ομοσπονδιακή Δικαιοσύνη, ζητώντας την άμεση επαναφορά των διαπιστεύσεων των συντακτών τους και επικαλούμενα παραβίαση της Πρώτης Τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος.
Στη λίστα των εναγομένων περιλαμβάνονται ο Ντόναλντ Τραμπ, ο διευθυντής επικοινωνίας Στίβεν Τσουνγκ, ο επικεφαλής της Μυστικής Υπηρεσίας Σον Κάραν και η προσωπάρχης Σούζι Γουάιλς.
Η ακροαματική διαδικασία ορίστηκε για την Τετάρτη στις 15:30 ενώπιον του δικαστή Τίμοθι Κέλι, ο οποίος κατά την πρώτη θητεία Τραμπ είχε αποφανθεί κατά του αποκλεισμού του τότε ανταποκριτή του CNN Τζιμ Ακόστα. Ο Τραμπ σχολίασε την εξέλιξη μέσω του Truth Social, δηλώνοντας: «Έχουν έναν σπουδαίο δικαστή για αυτούς, έναν άνθρωπο που αποφάσισε υπέρ του Τζιμ Ακόστα, ο οποίος τώρα φαίνεται να έχει εξαφανιστεί από τον πλανήτη. Με άλλα λόγια, σχεδόν χωρίς αμφιβολία, όπως συνήθως, θα προσφύγουμε σε έφεση».
Το χρονικό της κρίσης
Η ένταση ξεκίνησε όταν η αμερικανική διοίκηση αρνήθηκε τη διαπίστευση στο CNN τη Δευτέρα, κατά την προγραμματισμένη εκπροσώπηση του τηλεοπτικού pool στη Νέα Υόρκη για τις συναντήσεις του προέδρου με τον Ζοχράν Μαντάνι και τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Η κάλυψη συνεχίστηκε κανονικά από έντυπα, ραδιόφωνα, πρακτορεία ειδήσεων και την ομάδα παραγωγής του Λευκού Οίκου.
Από την πλευρά του, ο Τραμπ επέμεινε στη σκληρή στάση του απέναντι στα μέσα που χαρακτηρίζει «fake news», αναφέροντας: «Είναι πολύ κακά για τη χώρα, πολύ κακά για την εθνική ασφάλεια… Θα δούμε πώς θα εξελιχθεί».
Ποιες είναι οι τρεις δημοσιογράφοι που τέθηκαν εκτός
Οι απαγορεύσεις εισόδου αφορούν τρεις διαπιστευμένες συντάκτριες: την Μπέτσι Κλάιν του CNN, την Ακάιλα Γκάρντνερ του MS NOW και τη Σαϊέν Χάσλετ του Politico.
Η Μπέτσι Κλάιν βρέθηκε αντιμέτωπη με την απενεργοποίηση της κάρτας και του προσωπικού κωδικού της κατά τον έλεγχο στην πύλη, με το προσωπικό της Μυστικής Υπηρεσίας να την παραπέμπει για εξηγήσεις στη διοίκηση. Απόφοιτη του Duke, εργάζεται στο CNN από το 2014, έχοντας προηγουμένως βραβευτεί με Emmy στην ομάδα του Good Morning America στο ABC News, ενώ καλύπτει διαδοχικά τις κυβερνήσεις Ομπάμα, Τραμπ και Μπάιντεν.
Αντίστοιχα, η Ακάιλα Γκάρντνερ του MS NOW, με προϋπηρεσία στο Bloomberg News και θητεία στην πρώτη κυβέρνηση Τραμπ αλλά και στην προεδρία Μπάιντεν, είχε πρόσφατα έντονη λεκτική αντιπαράθεση με τον πρόεδρο σχετικά με το κόστος της προεδρικής αίθουσας χορού. Ο Τραμπ είχε υποστηρίξει τότε: «Αυτό που συνέβη είναι ότι έχεις μια αίθουσα χορού που είναι εντός προϋπολογισμού. Διπλασίασα το μέγεθος γιατί προφανώς το χρειαζόμασταν και τώρα είμαστε μέσα στον προϋπολογισμό και μπροστά από το πρόγραμμα». Στην παρατήρηση της Γκάρντνερ ότι «Το κόστος διπλασιάστηκε», εκείνος απάντησε: «Διπλασίασα το μέγεθος, χαζό άτομο (you dumb person)», ενώ σε ερώτησή της για την πισίνα («Και η πισίνα;»), σχολίασε: «Δεν είσαι έξυπνο άτομο».
Η τρίτη δημοσιογράφος, η Σαϊέν Χάσλετ του Politico, ειδικεύεται σε θέματα υγείας, τεχνολογίας και προεδρικού ρεπορτάζ. Μετά από οκτώ χρόνια στο ABC News, όπου εστίασε στην πανδημία και στο ζήτημα των αμβλώσεων, μετακινήθηκε πριν από έναν χρόνο στο Politico. Ο αποκλεισμός της θεωρείται ιδιαίτερης σημασίας, καθώς στοχεύει ένα κατεξοχήν ψηφιακό μέσο με ευρεία επιρροή στα κέντρα λήψης αποφάσεων της Ουάσινγκτον.
Η διαμάχη του Τραμπ με τους ειδησεογραφικούς οργανισμούς, που μέχρι πρότινος εκφραζόταν κυρίως με αναρτήσεις στο Truth Social και λεκτικές συγκρούσεις, περνά πλέον στη δικαστική σφαίρα. Η νομική προσφυγή με επίκληση της συνταγματικής προστασίας της ελευθεροτυπίας καταγράφεται σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο πολιτικό timing, με τον πόλεμο στο Ιράν να παραμένει σε αδιέξοδο και τις ενδιάμεσες εκλογές να απέχουν μόλις ενάμιση μήνα.