Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
RadioGamma Live

 

Φρίντριχ Μερτς: Τρία σενάρια για το μέλλον του στην καγκελαρία μετά την ιστορική πανωλεθρία του CDU στο Μεκλεμβούργο και τη νέα νίκη του ακροδεξιού AfD

Με το κόμμα του να πέφτει κάτω από το όριο του 5% και να μένει εκτός Βουλής στο Μεκλεμβούργο – αποτέλεσμα που ο ίδιος χαρακτήρισε ως «καταστροφή» – οι ήττες για την CDU του καγκελάριου της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς αυξάνονται επικίνδυνα.

Παρά την ιστορική συντριβή για τον Φρίντριχ Μερτς, με το CDU εκτός Βουλής στο Μεκλεμβούργο, το AfD πρώτο και την Αριστερά κατακτά το Βερολίνο, ο ίδιος έχει δηλώσει ότι δεν προτίθεται να εγκαταλείψει τη θέση του καγκελαρίου. Η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) επικράτησε στις εκλογές στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία με ποσοστό 38,2%, ενώ το CDU περιορίστηκε μόλις στο 4,9%.

Πλέον το ερώτημα που κυριαρχεί στην πολιτική ζωή της χώρας είναι αν ο Μερτς διαθέτει ακόμα την υποστήριξη του κόμματός του, των Χριστιανοδημοκρατών (CDU), καθώς και των εταίρων του συνασπισμού, της Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης της Βαυαρίας (CSU) και του κεντροαριστερού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) και ποιο είναι το μέλλον του.

Σύμφωνα με τη Deutsche Welle, η υποστήριξη προς τον καγκελάριο έχει φτάσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Στην τελευταία αντιπροσωπευτική έρευνα «Deutschlandtrend», που διεξήχθη από την εταιρεία δημοσκοπήσεων Infratest-Dimap για λογαριασμό του γερμανικού δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα ARD στις αρχές Σεπτεμβρίου, μόνο το 13% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι ο Μερτς κάνει καλή δουλειά. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, η CDU του Μερτς υπέστη συντριπτική ήττα στις κοινοβουλευτικές εκλογές του κρατιδίου της Σαξονίας-Άνχαλτ, με το αποτέλεσμα του κόμματος να μειώνεται στο μισό σε σύγκριση με τις εκλογές του 2021.

Το εκλογικό αποτέλεσμα ενίσχυσε την κριτική εναντίον του Μερτς, ακόμη και από τα ίδια του τα στελέχη, καθώς και τον τρόπο επικοινωνίας του, ο οποίος συχνά αποξενώνει το ακροατήριό του. Ωστόσο, ο Μερτς παραμένει καγκελάριος. Ποιες είναι οι επιλογές για να αλλάξει αυτό;

Σενάριο 1: Παραίτηση

Ο ίδιος ο Μερτς μπορεί να αποφασίσει να παραιτηθεί για οποιονδήποτε λόγο. Αυτό δεν θα σήμαινε απαραίτητα το τέλος της κυβέρνησης συνασπισμού που ηγείται.

Για παράδειγμα, τον Μάιο του 1974, ο τότε καγκελάριος Βίλι Μπραντ του SPD παραιτήθηκε, αφού αποκαλύφθηκε ότι ένας κατάσκοπος από την κομμουνιστική Ανατολική Γερμανία (DDR) δραστηριοποιούνταν στον στενό του κύκλο. Τα κυβερνώντα κόμματα, το SPD και οι φιλοεπιχειρηματικοί Ελεύθεροι Δημοκράτες (FDP), συμφώνησαν γρήγορα να συνεχίσουν τη συμμαχία τους.

Μόλις 10 ημέρες αργότερα, ο υπουργός Οικονομικών Χέλμουτ Σμιντ, επίσης μέλος του SPD, εξελέγη νέος καγκελάριος. Για να συμβεί αυτό, απαιτήθηκε απόλυτη πλειοψηφία όλων των βουλευτών στο Μπουντεστάγκ, το κάτω σώμα του κοινοβουλίου (όχι μόνο εκείνων που ήταν παρόντες κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας).

Η πλειοψηφία αυτή ονομάζεται «πλειοψηφία του καγκελάριου». Ο Σμιντ πέτυχε την απαραίτητη πλειοψηφία, τελικά επανεκλέχθηκε και παρέμεινε επικεφαλής της γερμανικής κυβέρνησης για 8 χρόνια.

Σενάριο 2: Ψήφος μομφής

Εάν σχηματιζόταν μια νέα πλειοψηφία μέσω συμμαχιών στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο ή εάν ένας καγκελάριος έχανε τόσο πολύ την εμπιστοσύνη του κοινού, ώστε ακόμη και οι ίδιοι οι υποστηρικτές του να μην πιστεύουν πλέον σε αυτόν, θα μπορούσε να τεθεί σε εφαρμογή το μέσο της «εποικοδομητικής ψήφου μη εμπιστοσύνης». Αυτό σημαίνει ότι η πλειοψηφία των βουλευτών ψηφίζει υπέρ ενός νέου υποψηφίου για την καγκελαρία.

Για παράδειγμα, ο Χέλμουτ Σμιντ του SPD έχασε την υποστήριξη του μικρότερου εταίρου του συνασπισμού, του FDP, το 1982. Ενώθηκαν με τους συντηρητικούς της CDU και της CSU και από κοινού πρότειναν τον ηγέτη της CDU, Χέλμουτ Κολ, ως νέο καγκελάριο. Αυτός κέρδισε την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο, αντικατέστησε τον Σμιντ και ανέλαβε το αξίωμα του καγκελάριου, όπου παρέμεινε για 16 χρόνια.

Η πιθανότητα να συμβεί κάτι τέτοιο στην περίπτωση του Μερτς είναι πολύ μικρή. Οι συντηρητικοί και οι Σοσιαλδημοκράτες δεν επιθυμούν να διαλύσουν τον συνασπισμό τους. Δεν υπάρχει σαφής αντίπαλος υποψήφιος για τον Μερτς. Ο πρωθυπουργός της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας Χέντρικ Βούστ της CDU θεωρείται πιθανός διάδοχος, αλλά δεν έχει κάνει κανένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Εξάλλου, το CDU είναι συνήθως πολύ πιστό στους πολιτικούς ηγέτες της.

Η ανατροπή του καγκελάριου μέσω ψήφου μη εμπιστοσύνης στην ανοιχτή αίθουσα του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου φαντάζει απλά αδιανόητη για τους περισσότερους συντηρητικούς βουλευτές.

Σενάριο 3: Ψήφος εμπιστοσύνης

Το γερμανικό κοινοβούλιο δεν μπορεί απλώς να αυτοδιαλυθεί και να προκηρύξει νέες εκλογές. Ωστόσο οι βουλευτές μπορούν να ζητήσουν ψήφο εμπιστοσύνης για τον καγκελάριο και την κυβέρνησή του. Αρκετοί καγκελάριοι έχουν ήδη χρησιμοποιήσει αυτόν τον μηχανισμό, συνδυάζοντάς τον με ψηφοφορία για ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα.

Ως καγκελάριος, τον Νοέμβριο του 2001, ο Γκέρχαρντ Σρέντερ (SPD) υπέβαλε πρόταση ψήφου εμπιστοσύνης στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο και τη συνέδεσε με το ζήτημα του αν η κυβέρνησή του θα έπρεπε να αποστείλει γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις στο Αφγανιστάν για να υποστηρίξει την αποστολή του ΝΑΤΟ υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Ο Σρέντερ κέρδισε, παρέμεινε στην εξουσία και συνέχισε την στρατιωτική του πολιτική.

Ο Μερτς έχει ήδη δηλώσει ότι δεν βλέπει λόγο να ζητήσει ψηφοφορία εμπιστοσύνης. Επίσης, δεν υπάρχουν ενδείξεις για μεγάλες αποσχίσεις μελών της κυβέρνησης στο Κοινοβούλιο. Εάν ένας καγκελάριος χάσει ψηφοφορία εμπιστοσύνης, το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο μπορεί να διαλυθεί και να προκηρυχθούν νέες εκλογές.

Μετά την ήττα στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο, ο καγκελάριος μπορεί να ζητήσει από τον Πρόεδρο της Γερμανίας να διαλύσει το κοινοβούλιο και να καλέσει τους ψηφοφόρους στις κάλπες. Ο Πρόεδρος δεν είναι υποχρεωμένος να το πράξει, αλλά συνήθως το κάνει.
Φαίνεται ότι ο Μερτς έχει αποκλείσει αυτή την επιλογή. Ούτε το SPD ούτε η συντηρητική Χριστιανική Ένωση (CDU/CSU) ενδιαφέρονται για τη διεξαγωγή νέων εκλογών σε μια περίοδο που τα ποσοστά αποδοχής τους είναι χαμηλά. Θα παραμείνει λοιπόν η κυβέρνηση η ίδια; Προς το παρόν, έτσι φαίνεται.

Ωστόσο, η κατάσταση στους πολιτικούς κύκλους του Βερολίνου τις τελευταίες ημέρες και εβδομάδες είναι τόσο δυναμική, ώστε δεν πρέπει να αποκλειστεί τίποτα.

Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς μίλησε ήδη νωρίς το απόγευμα της Κυριακή (20.09.2026) για «καταστροφή». Κι αυτό προτού καν η καταμέτρηση δείξει ότι το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (CDU) μένει τελικά εκτός κοινοβουλίου στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία.

Τι γράφει ο Γερμανικός Τύπος: «Τίθεται ζήτημα καγκελάριου»

«Το γεγονός ότι ο Μερτς έκανε καν δήλωση το βράδυ των κρατιδιακών εκλογών δείχνει την τεράστια εσωτερική πίεση που δέχεται. Θέλει τώρα να διασφαλίσει ότι θα υπάρχουν όσο το δυνατόν λιγότερες εικασίες σχετικά με τον μελλοντικό του ρόλο τις ημέρες που ακολουθούν τις εκλογές (…) Η στρατηγική του: παιχνίδι με τον χρόνο.

Δεν υπάρχουν κρατιδιακές εκλογές ως τον Απρίλιο του 2027 και ο Μερτς ελπίζει σε καλύτερα πρωτοσέλιδα από τις επιχειρήσεις, εν μέρει επειδή οι επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από το ειδικό ταμείο αρχίζουν να αποδίδουν», εκτίμησε το πρώτο κανάλι της γερμανικής δημόσιας τηλεόρασης ARD.

Φρίντριχ Μερτς
Φρίντριχ Μερτς / REUTERS/Christian Mang

«Ασφαλώς και τίθεται ζήτημα καγκελάριου», έκρινε το περιοδικό Der Spiegel σε σχόλιό του επισημαίνοντας ότι οι τρεις κρατιδιακές εκλογές του φετινού καλοκαιριού επιτέλους τελείωσαν.

«Ο καγκελάριος Μερτς και ο συνασπισμός του έχουν τώρα την ευκαιρία να μεταρρυθμίσουν τη Γερμανία. Θα μπορούσαν να κάνουν τη χώρα ανθεκτική στις κρίσεις. Η πολιτική ηγεσία θα πρέπει να πάρει μια ανάσα και να επικεντρωθεί στην πραγματική δουλειά: την καλή διακυβέρνηση», νουθέτησε το περιοδικό προσθέτοντας ότι «εάν υπάρχουν δυνάμεις εντός CDU που θέλουν να αντικαταστήσουν τον Φρίντριχ Μερτς, δύσκολα μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει, αλλά θα πρέπει να βγουν αμέσως από την κρυψώνα τους και να τον αντικαταστήσουν ή να παραμείνουν εντελώς σιωπηλοί». Για τη χώρα, για αυτήν την κυβέρνηση, κατά το δημοσίευμα, το παρατεταμένο αδιέξοδο στην καγκελαρία, μια παρακμή του Μερτς το φθινόπωρο, θα ήταν ταπεινωτική.

«Ο Μερτς αγοράζει χρόνο – αλλά για ποιον λόγο ακριβώς;», διερωτάται αρθρογράφος της εφημερίδας Handelsblatt: «Οι άνθρωποι θέλουν να λειτουργήσει ξανά σωστά το κράτος και να βελτιωθεί η ζωή τους. Δεν θέλουν να αλλάξουν πολλά. Αυτό προσδιορίζει τον πραγματικό ηττημένο της βραδιάς: τον Φρίντριχ Μερτς. Ο δύο ψηφοφορίες ήταν επίσης μια αναμέτρηση με τις πολιτικές του και πιθανώς με αυτόν ως καγκελάριο. Οι μεγαλύτεροι αντίπαλοί του δεν είναι ούτε οι πρωθυπουργοί των κρατιδίων του CDU, ούτε η AfD. Ο μεγαλύτερος αντίπαλός του είναι η γερμανική ακινησία», κατά το άρθρο.

Η Welt είδε τον «θάνατο του αστικού κέντρου»: ο θρίαμβος της Αριστεράς στο Βερολίνο συνιστά για μια αστική κοινωνία μεγαλύτερο πρόβλημα από την AfD, υποστήριξε. Το έδαφος για αυτό το είχαν προετοιμάσει τα ίδια τα αστικά κόμματα. Αναφερόμενος στον καγκελάριο, αρθρογράφος της εφημερίδας σημειώνει ότι «οι φυγόκεντρες δυνάμεις ενισχύονται», ενώ αναδεικνύει το γεγονός ότι π.χ. στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία στην ηλικιακή ομάδα 16-24 ετών το CDU έλαβε μόλις 2% και στους ψηφοφόρους 25-34 ετών 3%.

«Η ετυμηγορία του εκλογικού σώματος είναι πλέον σκληρή για όσους δεν προσφέρουν είτε εξαιρετική προσωπικότητα, είτε συναρπαστικό μήνυμα», εκτίμησε η Süddeutsche Zeitung περιγράφοντας το CDU με όρους όπως «τόσο διασκεδαστικό όσο το ξερό ψωμί και τόσο ζωντανό όσο το νεκρό ψάρι».

Το CDU, «σκιά του εαυτού του, κατέρρευσε απόψε και κάηκε στο όριο του 5%. Πρόκειται για ταπείνωση που όμοιά της δεν έχει ξαναζήσει αυτός ο πυλώνας του κράτους», υπογραμμίζεται στο σχόλιο.

Η εφημερίδα Tagesspiegel ανέδειξε σε σχόλιό της την «απώλεια εμπιστοσύνης στους βασικούς παράγοντες της ομοσπονδιακής πολιτικής» και την «ενίσχυση των άκρων και στις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος».

Όσο για το μέλλον του καγκελάριου: «Το κόμμα του θα χρειαστεί επομένως μια διέξοδο για την απογοήτευσή του. Αυτό θα τον ωθήσει σε ταχύτερες και πιο αποφασιστικές μεταρρυθμίσεις, ενώ μπορεί σύντομα να αναγκαστεί να παραιτηθεί από την προεδρία του CDU, κίνηση που θα του έδινε την ευκαιρία να κατευνάσει τους επικριτές του και να επικεντρωθεί αποκλειστικά στην καγκελαρία. Αν θέλει ακόμα να την κάνει επιτυχημένη, θα πρέπει να υιοθετήσει πιο αδιάλλακτη στάση απέναντι στον εταίρο του στον συνασπισμό. Αυτό είναι επικίνδυνο. Αλλά δεν έχει πολλά να χάσει», είναι η «ανάγνωση» της εφημερίδας του Βερολίνου.

Σε ανάλογο πνεύμα, η Bild τόνισε ότι με το CDU κάτω από το 5% στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, «δεν υπάρχουν εγγυήσεις». Προειδοποίησε για πιθανή «εξέγερση της βάσης» του CDU εναντίον του Φρίντριχ Μερτς.

Η επόμενη μέρα

Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, παρότι δεύτερη μετά την AfD, η Μανουέλα Σβέζιγκ του SPD θα παραμείνει κατά πάσα πιθανότητα πρωθυπουργός, σε συνασπισμό με την Αριστερά και τους Πράσινους.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου δεν δίστασε να δηλώσει κατ’ επανάληψη τη δυσαρέσκειά της για τον καγκελάριο και τη διαφωνία της ειδικά για την πολιτική στο συνταξιοδοτικό, ακόμη και όταν ήρθε σε αντιπαράθεση με τον αρχηγό της και υπουργό Οικονομικών Λαρς Κλινγκμπάιλ.

H επιβίωσή της ωστόσο, παρά την πίεση της AfD, καθιστά σήμερα την κυρία Σβέζιγκ ίσως την ισχυρότερη πολιτικό εντός SPD.

H αμηχανία του αρχηγού του SPD ήταν εμφανής όταν η πρωθυπουργός του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας υποστήριζε ότι έχασε ψήφους λόγω της στήριξης της Ουκρανίας και της διακοπής προμήθειας ενέργειας από τη Ρωσία, πολιτικές που υποστηρίζει και το κόμμα της.

Στο Βερολίνο η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Η Ελίφ Εράλπ θα γίνει η πρώτη τουρκικής καταγωγής κυβερνήτης-δήμαρχος της γερμανικής πρωτεύουσας, τόπου κατοικίας της μεγαλύτερης τουρκικής κοινότητας εκτός Τουρκίας. Θα κυβερνήσει, εκτός απροόπτου, σε συνεργασία με το SPD και τους Πράσινους.

Οι θέσεις της για κοινωνικοποίηση κατοικιών, αποδυνάμωση της αστυνομίας και οι υποψίες περί αντισημιτισμού του κόμματός της δυσκολεύουν πάντως τον σχηματισμό συμμαχίας, ιδίως με τους Σοσιαλδημοκράτες. Το πρώτο «σκάνδαλο» ήρθε ήδη το βράδυ του εκλογικού θριάμβου της «Μαμντάνι του Βερολίνου», όπως περιγράφουν πολλοί την κυρία Εράλπ.

Στο πάρτι της Αριστεράς για τη νίκη της το «παρών» έδωσε και o Ίσα Ρέμο, επικεφαλής της διαβόητης συμμορίας των Ρέμο και δήλωσε μάλιστα ότι «για πρώτη φορά αισθάνεται ότι υποστηρίζεται από κόμμα του Βερολίνου». Εκπρόσωπος της Αριστεράς δικαιολόγησε την παρουσία του Ίσα Ρέμο λέγοντας ότι οι οικοδεσπότες δεν έκαναν έλεγχο των παριστάμενων. «Μετά θέλαμε να πιούμε ίσως την τρίτη ή την πέμπτη μπίρα μας χωρίς τα ΜΜΕ. Φαίνεται ότι θα εκλέξουμε δήμαρχο και μόνο αυτό έχει σημασία. Όλα τα άλλα θα τα βρούμε μετά», δήλωσε η εκπρόσωπος.

Η οικογένεια Ρέμο, με αραβικές ρίζες, είναι ευρέως γνωστή στη Γερμανία για τις σχέσεις της με το οργανωμένο έγκλημα, ενώ μέλη της έχουν συνδεθεί με εμπορία ναρκωτικών, ξέπλυμα χρήματος και θεαματικές ληστείες, με χαρακτηριστικότερη την κλοπή χρυσού νομίσματος 100 κιλών από το Μουσείο Bode του Βερολίνου το 2017.

Σε κάθε περίπτωση η Αριστερά στο Βερολίνο έχει κάθε λόγο να πανηγυρίζει – ακόμη περισσότερο επειδή αναδείχθηκε το «κόμμα της νεολαίας». Στους ψηφοφόρους μεταξύ 16 και 24 ετών έλαβε 43% των ψήφων, στους 25-34 ετών το 49%.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο