Περίοπτη θέση στο κυβερνητικό αφήγημα που τα βλέπει «όλα καλά, όλα ανθηρά» στην οικονομία κατέχει και το επιχείρημα ότι «οι ταβέρνες και τα ξενοδοχεία ήταν γεμάτα και αυτό το καλοκαίρι, επιτέλους με την γκρίνια!». Σε επίπεδο υπουργικού συμβουλίου η άποψη αυτή εξεφράσθη από τον υπουργό που συνηθίζει να καταλύει σε πεντάστερα ξενοδοχεία με τη ρήση «γυρίσαμε όλοι μαυρισμένοι». Αρα κάναμε όλοι διακοπές, πατρίκιοι και πληβείοι, κανείς δεν στερήθηκε το κοινωνικό δικαίωμά του.
Ενα θαύμα τρεις ημέρες, το μεγάλο τέσσερις όμως. Οι αυταπάτες κατέρρευσαν αίφνης όταν ο κύριος υπουργός ισχυρίστηκε κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής εκπομπής ότι αυξήθηκε το 2025 ο τζίρος της εστίασης και επί διαφωνίας του με τους παρουσιαστές προσέφυγε στο «Εφετείο» του ChatGPT που δεν κάνει ποτέ λάθος. Η μηχανή διέψευσε δυστυχώς τον κύριο υπουργό! Κατά 1,9% μειώθηκε ο τζίρος της εστίασης το 2025, ενώ για το 2026 ουδείς γνωρίζει πόσο.
Η ιστορία είναι διδακτική. Αυτά συμβαίνουν κατά βάση όταν μια κυβέρνηση καθίσταται σταδιακά ανάμνηση στη συνείδηση της κοινωνίας. Ακόμη και τα μέλη της που προέρχονται από τις λαϊκές τάξεις και πρόκοψαν στη ζωή τους χάνουν σταδιακά την αίσθηση της πραγματικότητας και κλεισμένα μέσα στη γυάλα της εξουσίας περιγράφουν έναν κόσμο που δεν υπάρχει.
Μερικά δεδομένα λοιπόν για τους κατά Κώστα Σκανδαλίδη «καλαμοκαβαλάρηδες»: Οποιος μιλά για την εστίαση, που είναι σε μεγάλο βαθμό ο καθρέφτης της ελληνικής κοινωνίας και της οικονομίας, πρέπει να έχει υπ’ όψιν του ότι ομιλεί για τρεις κατηγορίες πολιτών: Για τους ιδιοκτήτες επιχειρηματίες που ζουν οικογένειες με τις θέσεις εργασίας, για τους εργαζομένους σε αυτήν, που μοχθούν να αλλάξουν τη μοίρα τους, και για τους πελάτες που γύρω από ένα τραπέζι παίρνουν την ανάσα τους.
Ο φετινός απολογισμός
Οι ιδιοκτήτες μάς λένε ότι οι επισκέπτες στους τουριστικούς προορισμούς αυξήθηκαν μεν, αλλά ο τζίρος μειώθηκε εντυπωσιακά. Δεν έχει πολλά λεφτά ο κόσμος στην τσέπη του. Το περιθώριο κέρδους επίσης έχει μειωθεί δραματικά. Το κόστος για τις προμήθειες αγαθών από τους επιχειρηματίες (μπίρες, καφές, κρέας κ.λπ.) αυξάνεται ανά είδος κάθε μέρα. Οι ανελαστικές δαπάνες είναι στα ύψη, με πρώτο το ρεύμα. Η ιστορία με την ψηφιακή κάρτα έχει αναγκάσει τα καταστήματα να κλείνουν τις κουζίνες (σαν το Βέλγιο τον χειμώνα) από τις 10 το βράδυ, καθώς δεν αντέχει ο προϋπολογισμός άλλες βάρδιες.
Τα γνωστά κλιμάκια ελέγχου έχουν γίνει ο φόβος και ο τρόμος τους. Κάνουν τη δουλειά τους σαν ρομπότ, εκτελώντας άνωθεν εντολές, κάποιες φορές και χωρίς ίχνος ανθρωπιάς. Προχθές κάπου η ιδιοκτήτρια μιας καφετέριας πλάνταξε στο κλάμα όταν στην πολλοστή έφοδο που έγινε στην επιχείρησή της φέτος κάποιοι ήταν έτοιμοι να της βάλουν πρόστιμο 500 ευρώ για μία απόδειξη που καταχωρίστηκε με λάθος τρόπο στο σύστημα από έναν σερβιτόρο.
Μιλάμε για ένα κράτος σκληρό και ανάλγητο, το οποίο παράγει αντιπάθεια στους πολίτες του. Η εικόνα που μας δίδεται επίσης από ορισμένες περιοχές της χώρας είναι ότι έχουμε να κάνουμε σε πολλές περιπτώσεις με τουρίστες των δύο ημερών και των 50 ευρώ κατανάλωσης την ημέρα. 25 ευρώ για το γεύμα ενός ζεύγους, για κάποιο παγωτό, ποτό ίσως κ.λπ. Αν δεν έχεις «στήσει αυτί» να ακούσεις δίπλα σου στην παραλία να λέει ο νεαρός άνδρας στη νεαρή γυναίκα τη φράση «ρε συ, μας έμειναν αυτά τα ευρώ, τι θα κάνουμε;» και να ακούσεις την… ψύχραιμη απάντηση εκείνης «εντάξει, και τι έγινε, αντί για δύο μερίδες κοτόπουλο θα παραγγείλουμε μία το βράδυ», δεν μπορείς να πιστέψεις ότι αυτή είναι σε πλείστες όσες περιπτώσεις η κατάσταση στην Ελλάδα σήμερα. Οχι μόνο με τους Ελληνες, αλλά και με τους ξένους.
Οι Αμερικανοί τουρίστες ξοδεύουν μάξιμουμ 500 ευρώ σε κατανάλωση στο έδαφός μας. Ενώ οι Γερμανοί αγνοούνται. Αλλά για να επιστρέψουμε στους Ελληνες, πρέπει το πολιτικό μας σύστημα να καταλάβει ότι Ελλάδα δεν είναι μόνο το 25% που μπορεί να καταναλώνει και να ζει την αγορά. Υπάρχει και το υπόλοιπο 75% που κρύβει τη φτώχεια του μέσα στην αξιοπρέπειά του. Και δεν γίνεται να αντιμετωπίζεται αυτό το πλήθος με τη χλεύη των καλοπληρωμένων τρολ του TikTok «εμείς σας ζούμε, τεμπέληδες!». Αμα ένας μένει πίσω, κοιτάς να βρεις τρόπο να τον φέρεις κι αυτόν κάπως στις μπροστινές σειρές, δεν τον «κλοτσάς».
Ο Ελλην κάνει διακοπές χαμηλότατου κόστους γιατί έχει κι αυτός δικαίωμα στη ζωή αλλά διατρέφεται είτε με σουβλάκια είτε με παραγγελίες των 30 ευρώ. Τόσο αντέχει και «δόξα τω Θεώ» λέει. Δεν είναι Ελλάδα μόνον το ένα εκατομμύριο που μπορεί και καταναλώνει. Υπάρχουν άλλα εννιά. Και ναι, στην πατρίδα μας μοιράζονται τον ίδιο ουρανό, και ίσως και γειτονικά τραπέζια σε ένα εστιατόριο, ένας εφοπλιστής και ένας άνεργος, το ζήτημα είναι όμως τι έχει πάνω στο τραπέζι του ο καθένας. Η φτώχεια στις μέρες μας δεν είναι μόνο αριθμητικό μέγεθος, αλλά και ψυχικό. Κυρίως! Τι μπορεί ο διπλανός μου και δεν το μπορώ εγώ.
Πάμε τώρα στο προσωπικό. Μας το έλεγε ένας «μετρ» σε ένα καφέ – ρεστοράν για τους σερβιτόρους του που απασχολούνται με 8ωρο. Το ημερομίσθιό τους φθάνει τα 50 ευρώ χωρίς τα φιλοδωρήματα. Αλλά η κυβέρνηση είναι τόσο φιλολαϊκή, που αποφάσισε να κάνει κάτι που δεν έκανε ποτέ κανείς. Να κάνει επίθεση και στα… πουρμπουάρ. Να τα φορολογήσει ως εισοδήματα! Για να εισπράξει έτσι φόρο από τους κροίσους της «παραμάνας» (ο μεγάλος δίσκος για τις παραγγελίες).
Στην αρχή τούς έβαλε ένα αφορολόγητο 3.600 ευρώ και στην αρχή της σεζόν ο κουβαρντάς πρωθυπουργός, που δεν ξέρει τι είναι να σου έχουν βγει κάλοι από το τρέξιμο και να βάζεις τη νύχτα τα πόδια σου σε καυτό νερό με σαπούνι για να ξεπρηστούν, τους έκανε τη χάρη να αυξήσει κατά τι το αφορολόγητο. Αλλά ο φόρος φόρος. Ετσι έχει λοιπόν σήμερα η κατάσταση στην εστίαση. Στους εστιάτορες, στους εργαζομένους και στους πελάτες. Κατά τα άλλα, «όλοι μαυρισμένοι». Μάλλον για σκηνές από ταινία προσεχώς ομιλούν στην κυβέρνηση.