Τα άρματα μάχης έχουν ήδη πάρει θέση στους δρόμους της Τεχεράνης όταν οι πρώτοι διαδηλωτές αρχίζουν να φτάνουν στην πλατεία Ζαλέχ. Το ημερολόγιο γράφει Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 1978. Το ρολόι δείχνει 07:10 το πρωί. Και πολλοί δεν γνωρίζουν ακόμη ότι λίγες ώρες νωρίτερα η κυβέρνηση είχε επιβάλλει στρατιωτικό νόμο στην πρωτεύουσα και ακόμη 11 πόλεις.
Άλλοι το γνωρίζουν, αλλά έχουν αποφασίσει να αψηφήσουν την απαγόρευση. Μπροστά τους παρατάσσονται στρατιώτες με αυτόματα όπλα και τεθωρακισμένα οχήματα. Δίνονται εντολές να διαλυθεί η συγκέντρωση, αλλά το πλήθος παραμένει. Η ακριβής αλληλουχία των πρώτων λεπτών θα αποτελέσει αργότερα αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης: το καθεστώς θα μιλήσει για ένοπλους ταραξίες, ενώ η αντιπολίτευση για απρόκλητη σφαγή άοπλων πολιτών.
Ένα γεγονός, όμως, δεν αμφισβητείται: ο στρατός ανοίγει πυρ και δεκάδες άνθρωποι πέφτουν νεκροί. Η ημέρα περνά στην Ιστορία ως η «Μαύρη Παρασκευή» του Ιράν. Δεν είναι η ημέρα που ανάβει το φιτίλι της επανάστασης. Η χώρα είναι σε αναταραχή επί μήνες. Είναι όμως ένα σημείο καμπής.
Πριν από τη ματωμένη πλατεία Ζαλέχ, υπήρχε ακόμη χώρος για μεταρρυθμίσεις, εκλογές ή επιστροφή σε μια συνταγματική μοναρχία. Μετά τους πυροβολισμούς, το αίτημα δεν είναι πια να αλλάξει ο Σάχης. Είναι να φύγει.
Το «νησί σταθερότητας» που έβραζε
Μόλις οκτώ μήνες νωρίτερα, την παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1978, ο Αμερικανός πρόεδρος, Τζίμι Κάρτερ, βρισκόταν στην Τεχεράνη. Υψώνοντας το ποτήρι του προς τον Μοχαμάντ Ρεζά Παχλαβί, είχε χαρακτηρίσει το Ιράν «νησί σταθερότητας» σε μία από τις πιο ταραγμένες περιοχές του κόσμου.
Η φράση, καταγεγραμμένη στο αρχείο της αμερικανικής προεδρίας, θα αποδεικνυόταν μία από τις πιο άστοχες πολιτικές εκτιμήσεις του 20ού αιώνα.
Στα μάτια της Ουάσιγκτον, ο Σάχης ήταν ένας απολύτως απαραίτητος σύμμαχος: φύλακας των πετρελαϊκών δρόμων του Περσικού Κόλπου, μεγάλος αγοραστής αμερικανικών όπλων και ανάχωμα απέναντι στη Σοβιετική Ένωση. Στο εσωτερικό της χώρας, όμως, το καθεστώς έχανε ταχύτατα τη νομιμοποίησή του. Τα πετρελαϊκά έσοδα είχαν χρηματοδοτήσει μια θεαματική εκβιομηχάνιση, νέα έργα υποδομών και έναν από τους ισχυρότερους στρατούς της περιοχής. Ταυτόχρονα, όμως, η ανάπτυξη είχε φέρει υψηλό πληθωρισμό, στεγαστική πίεση, διεύρυνση των ανισοτήτων και μαζική μετακίνηση πληθυσμού προς τις πόλεις.

Η διαβόητη SAVAK, οι υποσχέσεις και οι διαδηλώσεις
Πάνω σε αυτήν την κοινωνική ένταση προστίθεντο η διαφθορά, η αυταρχική διακυβέρνηση και ο φόβος της SAVAK, της διαβόητης μυστικής αστυνομίας.
Η αντιπολίτευση δεν αποτελούσε ένα ενιαίο μέτωπο. Περιλάμβανε φιλελεύθερους που ζητούσαν δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, μαρξιστικές οργανώσεις, φοιτητές, εμπόρους των παζαριών και ισλαμιστές κληρικούς. Αυτό που τους ένωνε δεν ήταν ένα κοινό σχέδιο για την επόμενη ημέρα, αλλά η απόρριψη του Σάχη.
Στις 27 Αυγούστου, ο Σάχης διορίζει πρωθυπουργό τον Τζαφάρ Σαρίφ-Εμαμί, ο οποίος παρουσιάζει την κυβέρνησή του ως κυβέρνηση «εθνικής συμφιλίωσης». Υπόσχεται πολιτική χαλάρωση και επιχειρεί να προσεγγίσει τον κλήρο. Είναι ήδη αργά.
Στις 4 Σεπτεμβρίου, στο τέλος του Ραμαζανιού, τεράστια πλήθη κατεβαίνουν στους δρόμους. Τρεις ημέρες αργότερα πραγματοποιείται ακόμη μεγαλύτερη πορεία στην Τεχεράνη. Τα συνθήματα δεν ζητούν πλέον μόνο ελευθερίες. Όλο και συχνότερα ακούγεται το «Θάνατος στον Σάχη».
Το βράδυ της 7ης Σεπτεμβρίου, η κυβέρνηση απαντά κηρύσσοντας στρατιωτικό νόμο. Η ανακοίνωση γίνεται τόσο αργά ώστε πολλοί από εκείνους που έχουν κανονίσει να συγκεντρωθούν το επόμενο πρωί στην πλατεία Ζαλέχ δεν προλαβαίνουν να ενημερωθούν.
Το καθεστώς έχει παγιδευτεί στην ίδια του τη στρατηγική. Αν αφήσει τη διαδήλωση να πραγματοποιηθεί, κινδυνεύει να εμφανιστεί αδύναμο από την πρώτη ημέρα του στρατιωτικού νόμου. Αν χρησιμοποιήσει βία, μπορεί να καταστρέψει την τελευταία πιθανότητα συνεννόησης. Επιλέγει τη βία.
Τα θύματα
Ο αριθμός των θυμάτων της «Μαύρης Παρασκευής» μετατρέπεται σχεδόν αμέσως σε ένα δεύτερο πεδίο μάχης. Η στρατιωτική διοίκηση ανακοινώνει 58 νεκρούς στην κύρια σύγκρουση της πλατείας και 86 συνολικά στην Τεχεράνη. Από την άλλη πλευρά, μέσα σε ένα περιβάλλον λογοκρισίας, φημών και επαναστατικής προπαγάνδας, κυκλοφορούν εκτιμήσεις για εκατοντάδες ή ακόμη και χιλιάδες νεκρούς.
Οι αριθμοί αυτοί δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ. Χρόνια αργότερα, ο Ιρανός ερευνητής Εμαντεντίν Μπάγκι μελέτησε τα στοιχεία του Ιδρύματος Μαρτύρων της ίδιας της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Εντόπισε 64 καταγεγραμμένους νεκρούς στην πλατεία Ζαλέχ και άλλους 24 σε διαφορετικά σημεία της Τεχεράνης – συνολικά 88 ανθρώπους. Άλλες έγκυρες ιστορικές καταγραφές εξακολουθούν να κάνουν λόγο για τουλάχιστον 100 θύματα, επομένως ένας απολύτως κοινά αποδεκτός αριθμός δεν υπάρχει.
Η απόσταση, ωστόσο, στους αριθμούς αποκαλύπτει κάτι πιο ουσιαστικό: το καθεστώς είχε χάσει κάθε αξιοπιστία. Ύστερα από χρόνια λογοκρισίας, βασανιστηρίων και πολιτικής καταστολής, ακόμη και όταν έδινε έναν αριθμό κοντά στην πραγματικότητα, μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν είχε κανέναν λόγο να το πιστέψει.
Αυτό δεν κάνει την αιματοχυσία λιγότερο πραγματική. Δείχνει, όμως, ότι στις επαναστάσεις η πολιτική ισχύς ενός γεγονότος δεν καθορίζεται μόνο από όσα συνέβησαν, αλλά και από όσα μια κοινωνία πιστεύει ότι συνέβησαν.
Η ημέρα που έκλεισε ο δρόμος του συμβιβασμού
Η «Μαύρη Παρασκευή» δεν έφερε αυτομάτως ολόκληρη την αντιπολίτευση κάτω από την ηγεσία του Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί. Η συμμαχία εναντίον του Σάχη παρέμενε ετερόκλητη και πολλοί από τους διαδηλωτές δεν επιθυμούσαν ένα θεοκρατικό κράτος.
Έδωσε όμως το αποφασιστικό πλεονέκτημα στην πιο οργανωμένη δύναμη της εξέγερσης: το δίκτυο των σιιτών κληρικών, των τζαμιών και των εμπόρων των παζαριών. Οι μετριοπαθείς που υποστήριζαν μια σταδιακή πολιτική μετάβαση έχασαν έδαφος. Κάθε νέα κηδεία γινόταν διαδήλωση και κάθε διαδήλωση δημιουργούσε νέους νεκρούς και νέες κηδείες.
Ο Χομεϊνί βρισκόταν ακόμη εξόριστος στο Ιράκ. Τον Οκτώβριο θα εγκατασταθεί κοντά στο Παρίσι, αποκτώντας πολύ ευκολότερη πρόσβαση στα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Από εκεί, τα μηνύματα και οι ηχογραφημένες ομιλίες του φτάνουν καθημερινά στο Ιράν, επιτρέποντάς του να καθοδηγεί μια επανάσταση από απόσταση.
Το καθεστώς, αντίθετα, ταλαντεύεται ανάμεσα στις παραχωρήσεις και την καταστολή. Η μία κίνηση ακυρώνει την άλλη: οι υποσχέσεις εκλαμβάνονται ως αδυναμία και η βία ως απόδειξη ότι καμία ειρηνική αλλαγή δεν είναι δυνατή.

Οι εργάτες του πετρελαίου κατεβάζουν τον διακόπτη
Η οικονομική έκρηξη δεν σημειώνεται στις 8 Σεπτεμβρίου. Η «Μαύρη Παρασκευή», όμως, επιταχύνει την κινητοποίηση που τις επόμενες εβδομάδες περνά από τους δρόμους στους χώρους εργασίας.
Οι απεργίες εξαπλώνονται στις δημόσιες υπηρεσίες, στις τράπεζες, στα μέσα ενημέρωσης και τελικά στην καρδιά του καθεστώτος: την πετρελαϊκή βιομηχανία. Το φθινόπωρο του 1978, χιλιάδες εργαζόμενοι στα διυλιστήρια και στις πετρελαιοπηγές σταματούν την παραγωγή. Το κράτος χάνει το βασικό του έσοδο και ο Σάχης το οικονομικό μέσο με το οποίο χρηματοδοτούσε τον στρατό και τον διοικητικό του μηχανισμό.
Έως τον Ιανουάριο του 1979, η ιρανική παραγωγή έχει μειωθεί κατά περίπου 4,8 εκατ. βαρέλια ημερησίως – ποσότητα που αντιστοιχούσε στο 7% της παγκόσμιας παραγωγής. Το Ιράν, ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς πετρελαίου στον κόσμο, έχει σχεδόν εξαφανιστεί από την αγορά.
Η πραγματική μείωση της παγκόσμιας προσφοράς ήταν μικρότερη, καθώς άλλες πετρελαιοπαραγωγές χώρες αύξησαν την παραγωγή τους. Αυτό, όμως, δεν απέτρεψε τον πανικό. Σύμφωνα με την ιστορική ανάλυση της Federal Reserve, ο φόβος νέων ελλείψεων και η αποθεματοποίηση από κυβερνήσεις, εταιρείες και καταναλωτές μεγέθυναν το σοκ.
Μέσα στους επόμενους 12 μήνες, η τιμή του πετρελαίου υπερδιπλασιάστηκε. Στις ΗΠΑ σχηματίστηκαν ουρές στα πρατήρια καυσίμων, ο πληθωρισμός ενισχύθηκε και το δεύτερο πετρελαϊκό σοκ της δεκαετίας του 1970 επιβάρυνε μια παγκόσμια οικονομία που ήταν ήδη εύθραυστη.
Οι 5 μήνες που άλλαξαν τη Μέση Ανατολή
Στις 16 Ιανουαρίου 1979, ο Σάχης εγκαταλείπει το Ιράν. Την 1η Φεβρουαρίου, ο Χομεϊνί επιστρέφει στην Τεχεράνη μπροστά σε ένα ανθρώπινο ποτάμι υποστηρικτών. Στις 11 Φεβρουαρίου, οι ένοπλες δυνάμεις δηλώνουν ουδετερότητα και η μοναρχία καταρρέει.
Σε διάστημα πέντε μηνών, ένα καθεστώς που η Ουάσιγκτον θεωρούσε ακλόνητο έχει εξαφανιστεί. Στη θέση ενός βασικού συμμάχου των ΗΠΑ γεννιέται η Ισλαμική Δημοκρατία, η οποία θα ανατρέψει τις γεωπολιτικές ισορροπίες στον Περσικό Κόλπο, θα οδηγήσει στην κρίση των Αμερικανών ομήρων και θα μετατρέψει το Ιράν σε έναν από τους πιο επίμονους αντιπάλους της Δύσης.
Η «Μαύρη Παρασκευή» δεν δημιούργησε μόνη της την Ιρανική Επανάσταση ούτε προκάλεσε από την επόμενη ημέρα την πετρελαϊκή κρίση. Ήταν, όμως, η στιγμή κατά την οποία ένα ήδη εύθραυστο πολιτικό οικοδόμημα έχασε την τελευταία του έξοδο κινδύνου.
Κάθε νέα κρίση γύρω από το Ιράν μετριέται ακόμη απέναντι στο 1979. Επειδή εκείνη η χρονιά απέδειξε ότι οι πυροβολισμοί σε μια πλατεία μπορούν, μέσα σε λίγους μήνες, να ρίξουν έναν θρόνο, να σταματήσουν εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και να αλλάξουν την πορεία ολόκληρου του κόσμου.