Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Ο Μπουρλοτιέρης του ‘21 Κωνσταντίνος Κανάρης – Γιατί η καρδιά του φυλάσσεται σήμερα στην Παλαιά Βουλή

Μία ημέρα σαν σήμερα, στις 2 Σεπτεμβρίου 1877, πέθανε ο Μπουρλοτιέρης του 1821 και (τότε) εν ενεργεία πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Κανάρης.

Γενναίο άνδρα έχεις», είπε κάποτε ένας Άγγλος πλοίαρχος στη ∆έσποινα Κανάρη, όταν τη συνάντησε τυχαία. «Αμ, αν δεν ήταν γενναίος, δεν θα τον έπαιρνα!», απάντησε η Κανάραινα!

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης υπήρξε μία από τις εμβληματικότερες μορφές της Επανάστασης του 1821. Ψαριανός ναυτικός, πυρπολητής, ναύαρχος, υπουργός και πρωθυπουργός, συνδέθηκε περισσότερο από κάθε άλλο πρόσωπο με τον Αγώνα στη θάλασσα.

Η δράση του δεν περιορίστηκε στην καταστροφή εχθρικών πλοίων. Τα πυρπολικά του Κανάρη έπληξαν την Οθωμανική ναυτική ισχύ σε στιγμές κατά τις οποίες η επαναστατημένη Ελλάδα είχε ανάγκη από στρατιωτικές επιτυχίες με τεράστια πολιτική και ψυχολογική σημασία.

Η πυρπόληση της ναυαρχίδας του Καρά Αλή στη Χίο, η καταστροφή του οθωμανικού δικρότου στην Τένεδο και οι επιχειρήσεις του στη Σάμο και τη Μυτιλήνη έκαναν το όνομά του γνωστό πολύ πέρα από τα όρια του ελλαδικού χώρου.

«Κάποιοι δαιμόνοι τον είχαν στείλει. Έγινε αχείλι κόσμου που επόνει. (Ήρωες χρόνοι!) Και πώς εμίλει, με το φιτίλι, με το τρομπόνι! Το πέρασμά του, μήνυμα κρύο μαύρου θανάτου. Κι είχε το θείο χέρι που φλόγα κράταε κι ευλόγα» έγραψε για εκείνον ο Κώστας Καρυωτάκης στο ποίημα του «Κανάρης» (Ελεγεία και Σάτιρες, Ηρωική Τριλογία).

Από τα Ψαρά στην Αγώνα για Ελευθερία

Η ακριβής ημερομηνία γέννησης του Κανάρη δεν είναι απολύτως εξακριβωμένη. Οι περισσότερες βιογραφικές πηγές τοποθετούν τη γέννησή του στα 1793 ή 1795, στα Ψαρά. Ο πατέρας του ήταν ο Μιχαήλ (ή Μικές) Κανάριος, δημογέροντας του νησιού, ενώ η οικογένεια είχε μακρά ναυτική παράδοση.

Ο Κωνσταντής έμεινε ορφανός σε μικρή ηλικία και αναγκάστηκε να στραφεί από νωρίς στη θάλασσα. Εργάστηκε ως μούτσος στο μπρίκι του θείου του Δημήτρη Βουρέκα, μαθαίνοντας στην πράξη τη ναυτική τέχνη και τις ιδιαιτερότητες των ταξιδιών στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο.

Σε νεαρή ηλικία ανέλαβε καπετάνιος και πραγματοποίησε εμπορικά ταξίδια. Παντρεύτηκε τη Δέσποινα Μανιάτη, κόρη επίσης ναυτικής οικογένειας των Ψαρών. Έζησαν μαζί πάνω από 60 χρόνια και απέκτησαν επτά παιδιά (έξι αγόρια και μία κόρη)!

Ο Κανάρης δεν φαίνεται ότι είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία αλλά αυτό μικρή σημασία έχει αφού με το που ξέσπασε η Επανάσταση εντάχθηκε από τους πρώτους στον Αγώνα, υπηρετώντας αρχικά στον ψαριανό στολίσκο του Νικολή Αποστόλη.

Τι ήταν αυτό που έκανε από την πρώτη στιγμή τον Κανάρη να ξεχωρίσει; Το πυρπολικό! Η μέθοδος ήταν απλή στη σύλληψη αλλά εξαιρετικά επικίνδυνη στην εκτέλεση. Ένα μικρό πλοίο φορτωνόταν με εύφλεκτα υλικά και εκρηκτική ύλη. Το πλήρωμα το οδηγούσε όσο πιο κοντά γινόταν στο εχθρικό πλοίο, το προσκολλούσε με γάντζους και αφού άναβε την πυρά, εγκατέλειπε το πυρπολικό με μικρή βάρκα.

Η πρώτη μεγάλη στιγμή ήταν το 1822, μετά την καταστροφή της Χίου. Ο οθωμανικός στόλος, υπό τον αρχιναύαρχο Καρά Αλή, έκανε το λάθος και παρέμεινε στην περιοχή. Ο Κανάρης και ο Υδραίος Ανδρέας Πιπίνος δεν άφησαν την ευκαιρία να πάει χαμένη.

Τη νύχτα της 6ης προς 7ης Ιουνίου 1822, το πυρπολικό του Κανάρη προσέγγισε τη ναυαρχίδα του Καρά Αλή. Η συγκυρία ήταν ιδανική για επίθεση καθώς η ναυαρχίδα ήταν φωταγωγημένη και στο εσωτερικό της γιορταζόταν το τέλος του Ραμαζανιού.

Ο Κανάρης εκμεταλλεύτηκε το σκοτάδι και τον άνεμο. Προσκόλλησε το πυρπολικό του στη ναυαρχίδα και… χάος! Το πλοίο καταστράφηκε ενώ ο Καρά Αλής τραυματίστηκε θανάσιμα. Η επιτυχία ήταν τεράστια και ήταν «ένεση» ηθικού μετά την καταστροφή της Χίου.

Και αφού πέτυχε τη μία φορά, γιατί να μην το επαναλάβει; Τη νύχτα της 28ης προς 29η Οκτωβρίου 1822, στην περιοχή της Τενέδου και της Τρωάδας ο Κανάρης και οι άνδρες του πυρπόλησαν το οθωμανικό δίκροτο, την υποναυαρχίδα του στόλου. Οι δύο αυτές επιτυχίες μετέτρεψαν τον Κανάρη σε θρύλο για τους Έλληνες και φόβο και τρόμο για τους Οθωμανούς.

Μετά την καταστροφή της ιδιαίτερης πατρίδας του, των Ψαρών (1824), ο Κανάρης ρίχτηκε με μεγαλύτερη λύσσα στον Αγώνα. Τον Αύγουστο, στη θαλάσσια περιοχή της Σάμου, επιτέθηκε σε μία μεγάλη οθωμανική φρεγάτα, ενώ αργότερα πυρπόλησε οθωμανική κορβέτα στα ανοιχτά της Μυτιλήνης.

Η πιο φιλόδοξη επιχείρησή του ήταν εκείνη της Αλεξάνδρειας, τον Αύγουστο του 1825. Στόχος του Κανάρη ήταν να χτυπηθεί ο αιγυπτιακός στόλος μέσα στη βάση του. Η επιχείρηση, όμως, δεν ολοκληρώθηκε με επιτυχία κυρίως εξαιτίας της αλλαγής των ανέμων.

Μέχρι και το τέλος του Αγώνα ο Κανάρης συνέχισε να πολεμά με πείσμα τόσο τους Οθωμανούς όσο και τους Αιγύπτιους. Το 1826 τραυματίστηκε σε επιχείρηση εναντίον τουρκικής φρεγάτας και λίγο έλειψε να πέσει στα χέρια του εχθρού.

«Χαίρε καρδία Ναυάρχου Κανάρη»

Όταν ολοκληρώθηκε η Επανάσταση ο Κανάρης ήταν, πλέον, όχι εκείνος ο νεαρός ναυτικός από τα Ψαρά αλλά ένα σύμβολο. Έτσι το να έμενε εκτός δημόσιας ζωής ήταν μάλλον δύσκολο. Ήταν, άλλωστε, από τους λίγους ήρωες του ’21 που δεν ενεπλάκη στις εμφύλιες διαμάχες. Στόχος του ήταν πάντα να ενώνει και για τον λόγο αυτό είχε ελάχιστους εχθρούς.

Το 1843 συμμετείχε στο Συνταγματικό Κόμμα, που συνδέθηκε με τον Ιωάννη Μακρυγιάννη και το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που ανάγκασε τον Όθωνα να παραχωρήσει στους Έλληνες το δικό τους Σύνταγμα.

Ο Κανάρης ανέλαβε υπουργός Ναυτικών στην κυβέρνηση του Ανδρέα Μεταξά και στη συνέχεια βρέθηκε και στην κυβέρνηση του Ιωάννη Κωλέττη.

Στις 12 Φεβρουαρίου 1844 ανέλαβε για πρώτη φορά την πρωθυπουργία της χώρας, παραμένοντας στο «τιμόνι» της έως τις 30 Μαρτίου 1844. Αργότερα διετέλεσε εκ νέου πρωθυπουργός από τον Οκτώβριο του 1848 έως τον Δεκέμβριο του 1849 και υπουργός Ναυτικών σε διαφορετικές κυβερνήσεις.

Ο Κανάρης, ωστόσο, δεν ήταν Μπουρλοτιέρης μόνο στις θάλασσες. Ήταν και στην πολιτική. Ήρθε σε ανοιχτή σύγκρουση με τον Όθωνα και προσχώρησε στην περιβόητη «αντιοθωνική τριανδρία», μαζί με τον Δημήτριο Βούλγαρη και τον Μπενιζέλο Ρούφο. Στις 11 Οκτωβρίου 1862, μετά την ανατροπή του Όθωνα, ο Κανάρης επανήλθε δυναμικά και συμμετείχε στην προσωρινή κυβέρνηση.

Το 1863 ήταν μέλος της Ελληνικής αντιπροσωπείας που ταξίδεψε στη Δανία για να προσφέρει το ελληνικό στέμμα στον Γεώργιο Α’ ενώ στη συνέχεια έγινε δύο ακόμα φορές πρωθυπουργός, από 5 Μαρτίου έως 16 Απριλίου 1864 και από 26 Ιουλίου 1864 έως 2 Μαρτίου 1865. Αμέσως μετά αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ζούσε στην Κυψέλη, που τότε ήταν… προάστιο της Αθήνας. Το σπίτι αυτό για εκείνον ήταν ένα ησυχαστήριο και ήθελε να ζήσει εκεί ήρεμος τα τελευταία του χρόνια αλλά, όπως αποδείχθηκε, είχε ένα ακόμα «γραμμάτιο» να ξεπληρώσει στην κεντρική πολιτική σκηνή.

Το 1877, εν μέσω της μεγάλης διεθνούς κρίσης που είχε προκληθεί από τον πόλεμο Ρωσίας – Τουρκίας, σχηματίστηκε οικουμενική κυβέρνηση και η πρωθυπουργία προτάθηκε στον ηλικιωμένο Κανάρη, επειδή θεωρούνταν πρόσωπο ευρύτερης αποδοχής και μπορούσε να λειτουργήσει ως παράγοντας πολιτικής συνοχής. Στις 26 Μάη του 1877 ανέλαβε και επίσημα για τελευταία φορά πρωθυπουργός της χώρας αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη θητεία του.

Μία ημέρα σαν σήμερα, στις 2 Σεπτεμβρίου 1877, σε ηλικία περίπου 84 ετών (ίσως και μεγαλύτερος), ο Κανάρης άφησε την τελευταία του πνοή. Οι γιατροί τον είχαν συμβουλέψει να αποσυρθεί και να μην εργάζεται τόσο σκληρά, ωστόσο, εκείνος αδιαφόρησε.

Το πρωί εκείνης της ημέρας, η Δέσποινα Κανάρη, μπήκε μέσα στο δωμάτιο και τον βρήκε μπρούμυτα, αναίσθητο στο κρεβάτι του. Είχε παραλύσει η δεξιά πλευρά του και δεν ανταποκρινόταν σε οποιοδήποτε ερέθισμα. Οι γιατροί που τον εξέτασαν κατέληξαν στο συμπέρασμα πως δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για να αντιστρέψουν την κατάσταση και πως απλά ήταν θέμα χρόνου να σταματήσει και η καρδιά του.

«Εν τω μικρώ εκείνω κοιτώνι τω σκοτεινώ, η θέα τοιούτου ασθενούς, η ιδέα της πάλης τοιούτου ήρωος προς τον θάνατον, ήτο μυστήριον θλίβον όλας τας καρδίας», έγραφε για τις τελευταίες ώρες του Κανάρη η «Εφημερίς».

Σύμφωνα με τις αναφορές της εποχής ο Κανάρης άφησε την τελευταία του πνοή περίπου στις 11 τη νύχτα έχοντας στο πλευρό του τη σύζυγό του, τα παιδιά του και τα εγγόνια του, ενώ έξω από το σπίτι ήταν συγκεντρωμένα εκατοντάδες άτομα που θρηνούσαν βουβά για τη μεγάλη απώλεια.

Όπως ήδη αναφέρθηκε ο Κανάρης πέθανε ως εν ενεργεία πρωθυπουργός και έτσι την επόμενη ημέρα το πρωί κηρύχθηκε πενθήμερο εθνικό πένθος. Στα δημόσια κτίρια αναρτήθηκαν μαύρες σημαίες και κάθε ώρα ηχούσε και μία κανονιά. Οι εφημερίδες τυπώθηκαν με μαύρο πλαίσιο.

Η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη στις 4 Σεπτεμβρίου. Ο τάφος του Κανάρη βρίσκεται κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Λαζάρου στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας. Ο επισκέπτης σήμερα μπορεί να δει εκεί έναν απλό, μαρμάρινο σταυρό με το όνομα του Μπουρλοτιέρη, ενώ υπάρχει και μία μαρμάρινη πλάκα που γράφει: «1821, ΚΩΝ. ΚΑΝΑΡΗΣ, ΠΥΡΠΟΛΗΤΗΣ, ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΥΣ, ΝΑΥΑΡΧΟΣ, ΠΡΩ/ΓΟΣ».

Πριν από όλα αυτά, όμως, με την άδεια της οικογένειας, ο γιατρός Ιωάννης Ζωχιός είχε αφαιρέσει την καρδιά από το σώμα του νεκρού, «πολύτιμο της πατρίδος κτήμα όπερ έπρεπε να μείνη αναφαίρετο και υπ’ αυτού του θανάτου». Τοποθετήθηκε σε μεταλλική υδρία και φυλάχθηκε ως ιερό εθνικό κειμήλιο.

Αρχικά, η καρδιά του Κανάρη (όπως και εκείνη του Μιαούλη) τοποθετήθηκε στο υπουργείο Ναυτικών. Αργότερα ο γλύπτης Θωμάς Θωμόπουλος δημιούργησε την ειδική ασημένια λήκυθο στην οποία τοποθετήθηκε, καθώς και τη μαρμάρινη λάρνακα που τη στεγάζει.

Η ίδια η λάρνακα αποτελεί ξεχωριστό ιστορικό αντικείμενο. Πάνω της έχουν αποτυπωθεί τα τοπωνύμια που συνδέθηκαν με τη δράση του Κανάρη — Χίος, Ψαρά, Τσεσμές και Αλεξάνδρεια — ενώ στην κορυφή υπάρχει παράσταση της Νίκης. Στην ασημένια λήκυθο χαράχθηκε η φράση: «Χαίρε καρδία ναυάρχου Κανάρη».

Τον Δεκέμβριο του 1933 παραδόθηκε στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος. Σήμερα, όποιος επιθυμεί να δει από κοντά και να θαυμάσει την ειδική ασημένια λήκυθο καθώς και τη μαρμάρινη λάρνακα που τη στεγάζει, δεν έχει παρά να επισκεφθεί το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, εντός του κτιρίου της Παλαιάς Βουλής στην οδό Σταδίου στο κέντρο της Αθήνας.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο