Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Μαθητικά «μαργαριτάρια»: Γελάμε με τα λάθη των παιδιών, αλλά μήπως πρέπει να κοιτάξουμε το ίδιο το σχολείο;

Τα ακούσια λεκτικά «αριστουργήματα» των μαθητικών γραπτών προκαλούν συχνά γέλιο, πίσω όμως από τις ευφάνταστες παρανοήσεις κρύβεται μια πολύ σοβαρότερη μορφωτική αντίφαση: ένα εκπαιδευτικό σύστημα που φορτώνει τα παιδιά με ύλη, εξετάσεις και πληροφορίες, αλλά αφήνει ολοένα λιγότερο χώρο για κατανόηση, γλώσσα, σκέψη και πραγματική κατάκτηση της γνώσης

Υπάρχουν στιγμές στη δουλειά ενός εκπαιδευτικού κατά τις οποίες ένα μαθητικό γραπτό λειτουργεί σχεδόν σαν μικρός μεγεθυντικός φακός, επειδή δεν αποκαλύπτει μόνο τι θυμήθηκε ή τι ξέχασε ένα παιδί, αλλά φωτίζει ταυτόχρονα τον τρόπο με τον οποίο διδάχθηκε, το είδος της σχέσης που έχει αναπτύξει με τη γνώση, τις πιέσεις κάτω από τις οποίες καλείται να γράψει και, τελικά, ολόκληρη τη σχολική πραγματικότητα μέσα στην οποία μεγαλώνει.

Εκεί γεννιούνται και τα περίφημα «μαθητικά μαργαριτάρια», οι απαντήσεις που περνούν από γενιά σε γενιά στα γραφεία των εκπαιδευτικών και προκαλούν αυθόρμητα χαμόγελα, επειδή μια λέξη αλλάζει απροσδόκητα νόημα, ένα ιστορικό πρόσωπο μεταφέρεται σε άλλη εποχή, μια επιστημονική έννοια συναντά τη φαντασία ή μια φράση που απομνημονεύτηκε μισή ανασυντίθεται με τρόπο που κανένα σχολικό εγχειρίδιο δεν θα μπορούσε να προβλέψει.

Από τα «Χερουβίμ που χερούβιζαν» έως τον «Κωνσταντίνο Καντάφη» και τις περίφημες «τρίκυκλες εφαπτομένες», τέτοιου είδους γλωσσικές παρεκκλίσεις δεν αποτελούν ιδιαιτερότητα των σημερινών μαθητών, αφού ανάλογα παραδείγματα καταγράφονταν ήδη από τον 19ο αιώνα, αποδεικνύοντας ότι η γλώσσα, ιδιαίτερα όταν ο άνθρωπος βρίσκεται κάτω από πίεση και προσπαθεί να ανασύρει πληροφορίες που δεν έχουν αφομοιωθεί πραγματικά, μπορεί να παράγει εντυπωσιακές και συχνά ξεκαρδιστικές κατασκευές.

Μπορούμε λοιπόν να γελάσουμε με ένα «μαργαριτάρι». Αυτό που δεν πρέπει να κάνουμε είναι να γελάσουμε με το παιδί.

Και κυρίως δεν πρέπει να σταματήσουμε στο γέλιο.

Τα λάθη δεν είναι πάντα τόσο αθώα όσο φαίνονται

Πίσω από την κωμική επιφάνεια πολλών μαθητικών απαντήσεων κρύβεται μια πολύ σοβαρότερη πραγματικότητα, επειδή αρκετές από αυτές δεν αποτελούν απλή άγνοια, αλλά μαρτυρούν ότι η πληροφορία πέρασε από τον μαθητή χωρίς ποτέ να μετατραπεί σε ουσιαστική γνώση.

Όταν ένα παιδί θυμάται αποσπασματικά έναν όρο, ένα όνομα ή μια φράση και προσπαθεί την ώρα της εξέτασης να συναρμολογήσει τα κομμάτια ώστε να παραγάγει μια απάντηση που «μοιάζει σωστή», το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στη μνήμη του, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο ένα ολόκληρο εκπαιδευτικό σύστημα έχει μάθει στους μαθητές ότι πολλές φορές αρκεί να συγκρατούν το λεκτικό περίβλημα της γνώσης χωρίς να έχουν προλάβει να κατανοήσουν πραγματικά το περιεχόμενό της.

Έτσι προκύπτει μια παράδοξη κατάσταση: οι μαθητές έχουν διδαχθεί πολλά, έχουν εξεταστεί σε ακόμη περισσότερα και έχουν περάσει αμέτρητες ώρες πάνω από βιβλία και σημειώσεις, όμως, όταν αφαιρεθεί η έτοιμη διατύπωση, δυσκολεύονται συχνά να εξηγήσουν με δικά τους λόγια αυτό που υποτίθεται ότι γνωρίζουν.

Το σχολείο που διδάσκει πολλά αλλά αφήνει λίγα

Για δεκαετίες το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα κινείται γύρω από μια λογική σύμφωνα με την οποία η περισσότερη ύλη θεωρείται σχεδόν αυτονόητα και περισσότερη μόρφωση, παρότι η καθημερινή εμπειρία μέσα στην τάξη δείχνει ότι η πραγματική μάθηση απαιτεί χρόνο, επανάληψη, αμφισβήτηση, εφαρμογή, συζήτηση και κυρίως τη δυνατότητα του μαθητή να επιστρέφει σε μια έννοια μέχρι να την κάνει δική του.

Ο εκπαιδευτικός γνωρίζει πολλές φορές πολύ καλά ότι ένα τμήμα δεν έχει κατακτήσει πλήρως όσα διδάχθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα, αλλά ταυτόχρονα γνωρίζει ότι το πρόγραμμα δεν περιμένει, η εξεταστέα ύλη πρέπει να ολοκληρωθεί, τα διαγωνίσματα έρχονται και η επόμενη ενότητα πρέπει να αρχίσει.

Έτσι παράγεται η μεγάλη μορφωτική αντίφαση:

η ύλη προχωρά, αλλά η γνώση δεν προλαβαίνει πάντα να ακολουθήσει.

Και όταν η γνώση δεν έχει αποκτήσει νόημα, δομή και σύνδεση με όσα ήδη γνωρίζει ο μαθητής, τότε απομένουν θραύσματα, λέξεις, ονόματα και φράσεις που την ώρα της εξέτασης μπορεί να ενωθούν με τους πιο απρόβλεπτους τρόπους.

Το Λύκειο ως εξεταστικός διάδρομος υψηλής πίεσης

Η αντίφαση αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη στο Λύκειο, όπου το μορφωτικό περιεχόμενο του σχολείου υποχωρεί σταδιακά μπροστά στην πίεση της εξέτασης και ιδιαίτερα των Πανελλαδικών, με αποτέλεσμα η ερώτηση «τι σημαίνει αυτό;» να παραχωρεί συχνά τη θέση της στην πολύ πιο πρακτική ερώτηση «αυτό πέφτει;».

Όταν ο μαθητής οργανώνει την καθημερινότητά του γύρω από το τι είναι SOS, πόσες μονάδες δίνει κάθε ερώτηση, ποια ακριβώς διατύπωση πρέπει να χρησιμοποιήσει και πώς θα κερδίσει ή δεν θα χάσει βαθμολογικά μόρια, δεν είναι παράξενο που η γνώση μετατρέπεται σε υλικό βραχυπρόθεσμης αποθήκευσης, χρήσιμο μέχρι την ημέρα της εξέτασης και λιγότερο σημαντικό μετά από αυτήν.

Το σχολείο τότε παύει να λειτουργεί πρωτίστως ως χώρος κατανόησης του κόσμου και γίνεται ένας διάδρομος υψηλής πίεσης προς την επόμενη εξέταση, μέσα στον οποίο ο μαθητής εκπαιδεύεται περισσότερο στο να αποδίδει την κατάλληλη στιγμή την κατάλληλη απάντηση και λιγότερο στο να οικοδομεί προσωπική σχέση με τη γνώση.

Δεν ευθύνεται ο μαθητής γι’ αυτό.

Αυτό ακριβώς του έχουμε ζητήσει.

Η «μία σωστή απάντηση» και η αποστήθιση

Οι σύγχρονες μορφές αξιολόγησης υπόσχονται συχνά μεγαλύτερη αντικειμενικότητα, κάτι απολύτως θεμιτό, ωστόσο όταν η ανάγκη για μετρήσιμη και συγκρίσιμη επίδοση υπερβαίνει κάθε άλλο παιδαγωγικό στόχο, υπάρχει ο κίνδυνος η ίδια η μάθηση να γίνεται όλο και περισσότερο μηχανιστική.

Τα «Σωστό-Λάθος», οι τυποποιημένες απαντήσεις, οι προκαθορισμένες δομές και η αγωνία της βαθμολογικής συμβατότητας μπορούν να οδηγήσουν τον μαθητή στην πεποίθηση ότι για κάθε ερώτηση υπάρχει μια συγκεκριμένη φράση που πρέπει να αναπαράγει, ενώ κάθε διαφορετική διατύπωση αποτελεί ρίσκο.

Γι’ αυτό συναντά κανείς στα μαθητικά γραπτά φράσεις που συχνά μοιάζουν να μην ανήκουν στο ίδιο το παιδί: αποστηθισμένα αποσπάσματα, έτοιμες εισαγωγές, προκατασκευασμένα επιχειρήματα και διατυπώσεις που μεταφέρονται από σημειώσεις ή φροντιστηριακό υλικό σχεδόν αυτούσιες.

Δεν πρόκειται πάντοτε για τεμπελιά ούτε για πνευματική ανεντιμότητα.

Πολλές φορές πρόκειται για άμυνα απέναντι σε ένα σύστημα που έχει πείσει τον μαθητή ότι το ασφαλές είναι προτιμότερο από το αυθεντικό.

Η γλώσσα που αρχίζει να μικραίνει

Τα «μαργαριτάρια», όμως, αποκαλύπτουν και ένα δεύτερο, βαθύτερο πρόβλημα, το οποίο αφορά τη σταδιακή συρρίκνωση του γραπτού λόγου.

Οι εκπαιδευτικοί συναντούν ολοένα συχνότερα γραπτά με μικρότερες προτάσεις, φτωχότερο λεξιλόγιο, δυσκολία στην ανάπτυξη ενός επιχειρήματος και αδυναμία σύνδεσης δύο σκέψεων σε μια συνεκτική συλλογιστική ακολουθία, γεγονός που δεν σημαίνει ότι τα σημερινά παιδιά «δεν έχουν λέξεις», αλλά ότι οι λέξεις δεν ασκούνται αρκετά μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η ανάγνωση μεγάλων κειμένων περιορίζεται και η καθημερινή επικοινωνία γίνεται ολοένα πιο γρήγορη και αποσπασματική.

Η επαφή με τη λογοτεχνία, το δοκίμιο, το καλό δημοσιογραφικό κείμενο, την ιστορική αφήγηση ή ακόμη και ένα απαιτητικό επιστημονικό κείμενο δεν αποτελεί απλώς σχολική πολυτέλεια, αλλά βασικό τρόπο με τον οποίο ο νέος άνθρωπος αποκτά λεξιλόγιο, σύνταξη, ρυθμό, αφηγηματική ικανότητα και, κυρίως, τρόπους να οργανώνει τη σκέψη του.

Όταν αυτή η επαφή περιορίζεται, η γλώσσα γίνεται φτωχότερη και μαζί της φτωχαίνει και η δυνατότητα να εκφραστεί μια σύνθετη σκέψη.

Γιατί το γραπτό είναι καθρέφτης της σκέψης.

Και όταν η σκέψη δεν έχει χώρο να αναπνεύσει, το γραπτό αναπόφευκτα ασθμαίνει.

Από την κλιματική κρίση στις… σχολικές εκδρομές

Όποιος έχει διορθώσει μεγάλο αριθμό μαθητικών εκθέσεων γνωρίζει καλά ένα ακόμη φαινόμενο: ο μαθητής μπορεί να ξεκινήσει από ένα επιχείρημα για την κλιματική κρίση, να περάσει ξαφνικά στη χρήση των κινητών τηλεφώνων, να θυμηθεί τις σχολικές εκδρομές και να καταλήξει κάπου εντελώς διαφορετικά από το ερώτημα που του τέθηκε.

Αυτά τα «άλματα σκέψης» προκαλούν συχνά χαμόγελο, όμως πίσω τους βρίσκεται μια πραγματική δυσκολία στην οργάνωση και ιεράρχηση των ιδεών, στη δημιουργία λογικών συνδέσεων και στην ανάπτυξη μιας επιχειρηματολογικής πορείας που να έχει αρχή, εξέλιξη και συμπέρασμα.

Και αυτή η δεξιότητα δεν κατακτάται επειδή ο μαθητής συμπλήρωσε περισσότερα φύλλα εργασίας.

Καλλιεργείται όταν συζητά, όταν αναγκάζεται να υπερασπιστεί μια άποψη, όταν ακούει την αντίθετη, όταν γράφει ελεύθερα, όταν ξαναγράφει, όταν διορθώνει και όταν διαθέτει χρόνο να σκεφτεί πριν απαντήσει.

Και μετά ήρθαν τα social media

Το σχολείο δεν λειτουργεί φυσικά σε κοινωνικό κενό.

Ο σημερινός μαθητής μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου τεράστιο μέρος της πληροφορίας καταναλώνεται σε μικρά βίντεο, σύντομους τίτλους, αποσπάσματα, ειδοποιήσεις και γρήγορες εναλλαγές περιεχομένου, ενώ η δημόσια συζήτηση δεν επιβραβεύει πάντα την ακρίβεια, τη σύνθετη σκέψη ή την υπομονή που απαιτεί ένα δύσκολο κείμενο.

Όταν η κυρίαρχη κουλτούρα της καθημερινότητας εκπαιδεύει τον εγκέφαλο στην ταχύτητα και το σχολείο ζητά ξαφνικά από έναν έφηβο να αναπτύξει σε τρεις σελίδες ένα σύνθετο επιχείρημα, υπάρχει μια σύγκρουση που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε.

Το σχολείο θα έπρεπε ακριβώς γι’ αυτό να λειτουργεί ως αντίβαρο, προσφέροντας χρόνο για ανάγνωση, διάλογο, συγκέντρωση και βαθιά επεξεργασία.

Όταν όμως και το ίδιο λειτουργεί υπό διαρκή πίεση ύλης, εξετάσεων και προθεσμιών, δυσκολεύεται να παίξει αυτόν τον ρόλο.

Κι όμως, μέσα στα γραπτά υπάρχουν μικρές εκπλήξεις

Μέσα σε μια στοίβα γραπτών όπου εμφανίζονται όλες αυτές οι δυσκολίες, ο εκπαιδευτικός συναντά ξαφνικά και κάτι εντελώς διαφορετικό.

Μια φράση που λάμπει.

Μια μεταφορά που κανένα βοήθημα δεν θα μπορούσε να έχει προβλέψει.

Μια ώριμη παρατήρηση.

Έναν απροσδόκητο συλλογισμό.

Μια γλωσσική επινόηση που μπορεί να είναι τεχνικά «λάθος», αλλά αποκαλύπτει έναν εγκέφαλο που δοκιμάζει, συνθέτει και προσπαθεί να κατασκευάσει νόημα.

Αυτές οι στιγμές υπενθυμίζουν κάτι που συχνά ξεχνά το εξεταστικοκεντρικό σχολείο: ότι ο μαθητής δεν είναι δοχείο πληροφοριών στο οποίο πρέπει να χωρέσει όσο το δυνατόν περισσότερη ύλη.

Είναι ένας άνθρωπος που μαθαίνει να σκέφτεται.

Τα πραγματικά «μαργαριτάρια» της εκπαιδευτικής πολιτικής

Ίσως λοιπόν πρέπει κάποια στιγμή να αλλάξουμε την κατεύθυνση του βλέμματος.

Αστείο είναι ένας μαθητής να μπερδέψει δύο ονόματα.

Πολύ λιγότερο αστείο είναι ένα σχολείο που συνεχίζει να καλύπτει ύλη ακόμη κι όταν γνωρίζει ότι μεγάλο μέρος της τάξης δεν την έχει κατανοήσει.

Αστείο μπορεί να είναι ένα ανορθόδοξο λεκτικό κατασκεύασμα.

Καθόλου αστείο δεν είναι ένα εκπαιδευτικό σύστημα που μιλά διαρκώς για κριτική σκέψη, ενώ ταυτόχρονα οργανώνει μεγάλο μέρος της αξιολόγησής του γύρω από την ασφαλή και προβλέψιμη απάντηση.

Και ασφαλώς δεν είναι αστείο ένα Λύκειο που θεωρητικά αποτελεί αυτοτελή βαθμίδα γενικής μόρφωσης, αλλά στην πράξη για χιλιάδες μαθητές μετατρέπεται σε προθάλαμο των Πανελλαδικών και του φροντιστηρίου.

Ίσως αυτά να είναι τα πραγματικά «μαργαριτάρια» που αξίζει να μας προβληματίσουν.

Λιγότερη ύλη, περισσότερη σκέψη

Η απάντηση δεν βρίσκεται στην κατάργηση των εξετάσεων ούτε στην εγκατάλειψη της απαιτητικής γνώσης.

Βρίσκεται ίσως σε μια διαφορετική ιεράρχηση.

Να διδάσκονται λιγότερα πράγματα, αλλά να διδάσκονται βαθύτερα.

Να υπάρχει χρόνος για να επιστρέψει μια τάξη σε κάτι που δεν κατάλαβε.

Να μπορεί ένας μαθητής να διαφωνήσει χωρίς να ψάχνει πρώτα ποια είναι η «σωστή» απάντηση.

Να γράφει χωρίς έτοιμες φόρμες.

Να διαβάζει ολόκληρα κείμενα.

Να μαθαίνει να συνδέει τις ιδέες του.

Να επιχειρηματολογεί.

Να κάνει λάθος και να καταλαβαίνει γιατί έκανε λάθος.

Γιατί η πραγματική μάθηση δεν είναι η απουσία λαθών.

Είναι η δυνατότητα να χρησιμοποιούμε τα λάθη για να κατακτούμε κάτι βαθύτερο.

Ας γελάμε με τα «μαργαριτάρια» – αλλά όχι μόνο

Τα μαθητικά μαργαριτάρια θα συνεχίσουν να υπάρχουν, όπως υπήρχαν πάντοτε, γιατί όσο υπάρχουν παιδιά, άγχος, γλώσσα και φαντασία, θα υπάρχουν και εκείνες οι απρόβλεπτες απαντήσεις που κάνουν έναν καθηγητή να αφήνει για λίγο το κόκκινο στυλό και να χαμογελά.

Αυτό το χαμόγελο είναι μέρος της ομορφιάς του σχολείου.

Αλλά μετά το χαμόγελο πρέπει να έρχεται και η ερώτηση.

Γιατί ο μαθητής έγραψε αυτό που έγραψε;

Ήταν απλώς απροσεξία; Δεν διάβασε; Δεν κατάλαβε; Απομνημόνευσε κάτι που δεν είχε ποτέ αποκτήσει νόημα; Δεν διαθέτει τις λέξεις για να εκφράσει αυτό που σκέφτεται; Ή μήπως προσπαθεί να επιβιώσει μέσα σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που του ζητά συνεχώς να συγκρατεί, να εξετάζεται, να αποδίδει και να προχωρά;

Γιατί η μεγαλύτερη αποτυχία δεν είναι ένας μαθητής να ξεχάσει μια ημερομηνία ή να γράψει μια αστεία φράση.

Η πραγματική αποτυχία είναι να έχει περάσει δώδεκα χρόνια μέσα στο σχολείο, να έχει διδαχθεί χιλιάδες σελίδες, να έχει δώσει εκατοντάδες διαγωνίσματα και στο τέλος να έχει μάθει κυρίως πώς να αναζητά τη «σωστή απάντηση» που θα του εξασφαλίσει τον βαθμό.

Αυτό δεν είναι μαθητικό μαργαριτάρι.

Είναι το μεγάλο «μαργαριτάρι» της εκπαιδευτικής μας πολιτικής.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο