Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Αγάπησαν πράγματι οι όμηροι τους ληστές; Η αληθινή ιστορία του «Συνδρόμου της Στοκχόλμης»

Τα δακρυγόνα εισχωρούν από τις τρύπες που έχει ανοίξει η αστυνομία στην οροφή. Μέσα στο θησαυροφυλάκιο της τράπεζας, τέσσερις άνθρωποι βρίσκονται ήδη 131 ώρες παγιδευμένοι ανάμεσα σε δύο εγκληματίες και μια επιχείρηση διάσωσης που φοβούνται ότι μπορεί να τους σκοτώσει.

Το ημερολόγιο γράφει 28 Αυγούστου 1973. Ο ένοπλος που ξεκίνησε τη ληστεία παραδίδεται, οι όμηροι βγαίνουν ζωντανοί και η Σουηδία ανασαίνει.

 

Εκείνο, όμως, που προκαλεί αμηχανία δεν είναι μόνο η συμπεριφορά των δραστών. Τα θύματα δείχνουν να εμπιστεύονται περισσότερο τους άνδρες που τα κράτησαν αιχμάλωτα από την αστυνομία που ήρθε να τα απελευθερώσει.

Η εξήγηση δίνεται σχεδόν αμέσως: «Σύνδρομο της Στοκχόλμης».

Ο όρος θα ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο, θα περάσει στα εγχειρίδια διαπραγματευτών, στον κινηματογράφο, στη λογοτεχνία και στην καθημερινή γλώσσα. Θα χρησιμοποιηθεί για ομήρους, κακοποιημένες γυναίκες, μέλη αιρέσεων, ακόμη και εργαζομένους που παραμένουν πιστοί σε χειριστικούς εργοδότες.

Υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα: η ψυχιατρική δεν τον αναγνώρισε ποτέ ως επίσημη διάγνωση.

«Το πάρτι αρχίζει»

Το πρωί της 23ης Αυγούστου 1973, ο Γιαν-Έρικ Όλσον μπαίνει στο υποκατάστημα της Sveriges Kreditbank στην πλατεία Νόρμαλμστοργκ, στην καρδιά της Στοκχόλμης.

Είναι καταδικασμένος εγκληματίας, έχει λάβει άδεια από τη φυλακή και δεν έχει επιστρέψει. Φορά περούκα και σκούρα γυαλιά, κρατά ένα υποπολυβόλο και, σύμφωνα με τις αφηγήσεις της εποχής, πυροβολεί προς την οροφή φωνάζοντας στα αγγλικά: «Το πάρτι αρχίζει».

Η αστυνομία φτάνει σχεδόν αμέσως. Ο Όλσον ανοίγει πυρ και τραυματίζει έναν αστυνομικό. Η ληστεία έχει ήδη αποτύχει, αλλά μετατρέπεται σε κάτι πολύ μεγαλύτερο: παίρνει ως ομήρους τέσσερις υπαλλήλους της τράπεζας –τρεις γυναίκες και έναν άνδρα– και οχυρώνεται στο κεντρικό θησαυροφυλάκιο.

Οι απαιτήσεις του είναι συγκεκριμένες: τρία εκατομμύρια σουηδικές κορόνες, όπλα, αλεξίσφαιρα γιλέκα, ένα αυτοκίνητο διαφυγής και την απελευθέρωση του Κλαρκ Όλοφσον, ενός διαβόητου κακοποιού και παλιού συγκρατούμενού του.

Οι αρχές παίρνουν μια απόφαση που σήμερα μοιάζει αδιανόητη. Βγάζουν τον Όλοφσον από τη φυλακή και τον μεταφέρουν μέσα στην τράπεζα, με την ελπίδα ότι θα λειτουργήσει ως μεσολαβητής και θα ηρεμήσει τον ένοπλο.

Από εκείνη τη στιγμή, έξι άνθρωποι κλείνονται στο θησαυροφυλάκιο.

Και ολόκληρη η Σουηδία παρακολουθεί.

Wikimedia Commons

Ένα έθνος μπροστά στις τηλεοράσεις

Η ομηρεία του Νόρμαλμστοργκ είναι από τα πρώτα εγκλήματα στη Σουηδία που μεταδίδονται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο από την τηλεόραση. Δημοσιογράφοι, φωτογράφοι και περίεργοι κατακλύζουν την πλατεία, ενώ οι εξελίξεις διακόπτουν συνεχώς το κανονικό πρόγραμμα.

Μέσα στο θησαυροφυλάκιο, όμως, δεν υπάρχει τηλεοπτικό θέαμα. Υπάρχει φόβος.

Ο Όλσον έχει απειλήσει ότι θα σκοτώσει τους ομήρους. Κρατά το όπλο, ελέγχει την έξοδο και γνωρίζει ότι η αστυνομία μπορεί να επιτεθεί ανά πάσα στιγμή. Ταυτόχρονα, οι άνθρωποι που βρίσκονται μαζί του αρχίζουν να διακρίνουν ανάμεσα στους δύο κινδύνους που τους περιβάλλουν.

Ο πρώτος είναι ο ένοπλος που τους κρατά αιχμαλώτους.

Ο δεύτερος είναι μια αστυνομική επιχείρηση για την οποία δεν έχουν καμία πληροφόρηση και κανέναν έλεγχο.

Η 23χρονη Κρίστιν Ένμαρκ αναδεικνύεται σε άτυπη εκπρόσωπο των ομήρων. Μιλά με δημοσιογράφους και τηλεφωνεί ακόμη και στον πρωθυπουργό της Σουηδίας, Ούλοφ Πάλμε. Του ζητά να επιτρέψει στους δύο άνδρες να φύγουν από την τράπεζα παίρνοντας μαζί τους ομήρους. Υποστηρίζει ότι εμπιστεύεται τον Όλοφσον και φοβάται περισσότερο μια ένοπλη επέμβαση της αστυνομίας.

Στα αυτιά όσων βρίσκονται έξω από την τράπεζα, τα λόγια της ακούγονται παράλογα. Για την ίδια, όμως, αποτελούν μια ψυχρή εκτίμηση του κινδύνου: οι άνθρωποι μέσα στο θησαυροφυλάκιο έχουν επιβιώσει αρκετές ημέρες. Μια εισβολή μπορεί να τινάξει αυτή την εύθραυστη ισορροπία στον αέρα.

Οι μικρές χειρονομίες των δραστών –μια κουβέρτα, λίγα λόγια καθησυχασμού, η άδεια για ένα τηλεφώνημα– αποκτούν δυσανάλογη σημασία μέσα σε ένα περιβάλλον τρόμου. Δεν αναιρούν τις απειλές ούτε μετατρέπουν τον θύτη σε προστάτη. Βοηθούν, όμως, τους ομήρους να πιστέψουν ότι μπορούν να προβλέψουν τη συμπεριφορά του και, επομένως, να επηρεάσουν τις πιθανότητες επιβίωσής τους.

Οι τρύπες στην οροφή

Η αστυνομία αρνείται να επιτρέψει στους δράστες να φύγουν παίρνοντας μαζί τους ομήρους. Αντί για έξοδο, αποφασίζει να ανοίξει τρύπες στην οροφή του θησαυροφυλακίου.

Ο Όλσον αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει και πυροβολεί προς τα ανοίγματα, τραυματίζοντας έναν αστυνομικό. Η ένταση κορυφώνεται. Οι όμηροι βρίσκονται πλέον κυριολεκτικά στη μέση: ο ένοπλος τούς απειλεί, αλλά ταυτόχρονα η επιχείρηση των αρχών μπορεί να προκαλέσει την αντίδραση που όλοι φοβούνται.

Στις 28 Αυγούστου, η αστυνομία διοχετεύει δακρυγόνα στο θησαυροφυλάκιο. Έπειτα από περίπου μία ώρα, ο Όλσον και ο Όλοφσον παραδίδονται.

Κανένας από τους τέσσερις ομήρους δεν έχει σκοτωθεί.

Κατά την έξοδο, όμως, οι αιχμάλωτοι ανησυχούν ότι η αστυνομία μπορεί να πυροβολήσει τους δύο άνδρες. Ζητούν διαβεβαιώσεις ότι δεν θα τους βλάψει και διστάζουν να τους αφήσουν μόνους στο θησαυροφυλάκιο.

Αυτό είναι αρκετό για να γεννηθεί ένας μύθος.

Η γέννηση ενός «συνδρόμου»

Η σουηδική κοινή γνώμη δυσκολεύεται να καταλάβει γιατί οι όμηροι δεν εμφανίζονται ευγνώμονες προς την αστυνομία και οργισμένοι με τους δράστες.

Ο ψυχίατρος και εγκληματολόγος Νιλς Μπέγιεροτ, ο οποίος συμβουλεύει τις αρχές κατά τη διάρκεια της ομηρείας, περιγράφει τη συμπεριφορά τους με τον όρο «Σύνδρομο του Νόρμαλμστοργκ». Στο εξωτερικό, η ονομασία μετατρέπεται σε «Σύνδρομο της Στοκχόλμης».

Η βασική ιδέα είναι απλή και γι’ αυτό εξαιρετικά ελκυστική: ένα άτομο που βρίσκεται απομονωμένο, ανήμπορο να δραπετεύσει και εξαρτημένο από τον απαγωγέα του για να παραμείνει ζωντανό, μπορεί να εκλάβει ακόμη και την απουσία βίας ως καλοσύνη. Σταδιακά αναπτύσσει θετικά συναισθήματα για τον θύτη και αρνητικά για εκείνους που επιχειρούν να το σώσουν.

Η εξήγηση μοιάζει να βάζει τάξη σε μια ακατανόητη συμπεριφορά. Σύντομα, όμως, αρχίζει να παρουσιάζεται σαν επιστημονικά αποδεδειγμένη διάγνωση, παρότι ο Μπέγιεροτ δεν έχει εξετάσει προσωπικά τους ομήρους.

Έναν χρόνο αργότερα, η απαγωγή της Πατρίσια Χερστ στις ΗΠΑ και η μεταγενέστερη συμμετοχή της σε ένοπλη ληστεία μαζί με τους απαγωγείς της κάνουν τον όρο παγκοσμίως γνωστό.

Το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης» έχει πλέον ξεφύγει από την τράπεζα.

Wikimedia Commons

Η διάγνωση που δεν έγινε ποτέ διάγνωση

Παρά την τεράστια απήχησή του, το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης» δεν περιλαμβάνεται στο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας. Δεν περιλαμβάνεται ούτε στη Διεθνή Ταξινόμηση Νοσημάτων του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

Δεν υπάρχουν κοινώς αποδεκτά διαγνωστικά κριτήρια ούτε επαρκή στοιχεία για να αντιμετωπιστεί ως διακριτή ψυχιατρική διαταραχή.

Το 2008, επιστήμονες που πραγματοποίησαν συστηματική ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας εντόπισαν μόλις 12 σχετικές μελέτες οι οποίες πληρούσαν τα κριτήριά τους. Οι περισσότερες βασίζονταν σε μεμονωμένα περιστατικά, ενώ διαπιστώθηκε μεγάλη ασάφεια ακόμη και ως προς τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται ο όρος.

Η εικόνα που προκύπτει απέχει πολύ από έναν καλά τεκμηριωμένο, οικουμενικό ψυχολογικό μηχανισμό. Δεν αντιδρούν όλοι οι όμηροι με τον ίδιο τρόπο και η συνεργασία με έναν δράστη δεν αποδεικνύει συναισθηματική προσκόλληση.

Μπορεί να αποτελεί απλώς την πιο λογική επιλογή μέσα σε μια παράλογη κατάσταση.

Αγάπη ή στρατηγική επιβίωσης;

Νεότερες προσεγγίσεις προτείνουν έναν διαφορετικό όρο: «κατευνασμός».

Όταν η φυγή και η αντίσταση είναι αδύνατες, το θύμα μπορεί να επιχειρήσει να μειώσει την επιθετικότητα του δράστη. Μιλά ήρεμα, συνεργάζεται, προσπαθεί να δημιουργήσει μια στοιχειώδη ανθρώπινη σύνδεση και αποφεύγει οτιδήποτε θα μπορούσε να προκαλέσει βία.

Από έξω, αυτή η συμπεριφορά μπορεί να μοιάζει με συμπάθεια. Από μέσα, μπορεί να είναι ένας τρόπος να παραμείνει κάποιος ζωντανός.

Η διαφορά είναι κρίσιμη. Το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης» τοποθετεί το μυστήριο στο μυαλό του θύματος: γιατί δέθηκε με τον άνθρωπο που το απειλούσε; Η έννοια του κατευνασμού μεταφέρει την προσοχή στην πραγματική ανισορροπία ισχύος: τι αναγκάστηκε να κάνει για να περιορίσει τον κίνδυνο;

Δεν είναι έρωτας. Δεν είναι συγχώρεση. Και ασφαλώς δεν είναι συναίνεση.

Wikimedia Commons

Οι μύθοι που επιβίωσαν

Με τα χρόνια, γύρω από τη ληστεία προστέθηκαν ιστορίες ακόμη πιο εντυπωσιακές από τα πραγματικά γεγονότα. Γράφτηκε ότι μία από τις γυναίκες αρραβωνιάστηκε έναν από τους δράστες και ότι οι όμηροι συγκέντρωσαν χρήματα για τη νομική τους υπεράσπιση.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν επιβεβαιώνονται.

Καμία όμηρος δεν αρραβωνιάστηκε ούτε παντρεύτηκε κάποιον από τους δύο άνδρες. Ο Όλσον αρραβωνιάστηκε αργότερα μια γυναίκα η οποία του είχε γράψει ενώ βρισκόταν στη φυλακή, αλλά δεν είχε καμία σχέση με την ομηρεία. Ούτε τεκμηριώνεται ότι οι τέσσερις υπάλληλοι δημιούργησαν ταμείο για τα δικαστικά έξοδα των δραστών.

Η πραγματικότητα ήταν λιγότερο ρομαντική και πολύ πιο ανθρώπινη.

Η Κρίστιν Ένμαρκ πέρασε δεκαετίες προσπαθώντας να εξηγήσει ότι δεν είχε χάσει την ικανότητα κρίσης της. Δεν ερωτεύτηκε τον απαγωγέα της. Δεν ξέχασε ότι κρατούσε όπλο. Προσπάθησε να διαχειριστεί δύο απειλές ταυτόχρονα και να βγει ζωντανή από το θησαυροφυλάκιο.

Αργότερα περιέγραψε τον όρο ως έναν τρόπο ενοχοποίησης του θύματος: έκανε, όπως είπε, ό,τι μπορούσε για να επιβιώσει.

Αυτό που βγήκε από το θησαυροφυλάκιο

Το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης» επιβίωσε επειδή προσφέρει μια απλή απάντηση σε μια εξαιρετικά άβολη ερώτηση. Μας επιτρέπει να πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε πώς πρέπει να συμπεριφέρεται ένα «κανονικό» θύμα: να αντιστέκεται, να μισεί τον θύτη του και να εμπιστεύεται αδιαπραγμάτευτα τις αρχές.

Η πραγματική ζωή, όμως, δεν υπακούει σε αυτό το σενάριο. Υπό την απειλή του θανάτου, η συμμόρφωση μπορεί να είναι ευφυΐα, η οικειότητα μπορεί να είναι άμυνα και η δυσπιστία απέναντι στους διασώστες μπορεί να προκύπτει από έναν απολύτως συγκεκριμένο κίνδυνο.

Στις 28 Αυγούστου 1973, τέσσερις άνθρωποι βγήκαν ζωντανοί από το θησαυροφυλάκιο της Kreditbank.

Μαζί τους βγήκε και μια ιδέα που αποδείχθηκε πολύ δυσκολότερο να περιοριστεί: ότι η προσπάθεια ενός θύματος να προσαρμοστεί στον φόβο μπορεί να παρερμηνευθεί ως αγάπη για εκείνον που το απειλεί.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο