Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Απλή εξέταση αίματος ανιχνεύει τα ίχνη της Αλτσχάιμερ χρόνια πριν την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων

Μια μεγάλη διεθνής μελέτη δείχνει ότι πολύ υψηλά επίπεδα της πρωτεΐνης p-tau217 ενδέχεται να εντοπίζουν γνωστικά υγιείς ενήλικες που αντιμετωπίζουν σημαντικά μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν γνωστική έκπτωση χρόνια αργότερα.

Ένα άτομο μπορεί να φαίνεται γνωστικά υγιές ενώ παράλληλα να παρουσιάζει βιολογικές αλλαγές που συνδέονται με αυξημένη πιθανότητα μελλοντικής γνωστικής έκπτωσης. Μια διεθνής μελέτη με επικεφαλής ερευνητές του Ινστιτούτου Νευροεπιστήμης Mass General Brigham εκτίμησε τώρα πόσο ισχυρά συνδέεται ένας συγκεκριμένος αιματολογικός δείκτης, η φωσφορυλιωμένη tau 217 (p-tau217) με αυτόν τον κίνδυνο σε βάθος χρόνου.

 

Η εξέταση αίματος για την p-tau217 έλαβε πρόσφατα ομοσπονδιακή έγκριση στις ΗΠΑ όμως η ικανότητά της να προβλέπει τη γνωστική έκπτωση σε ανθρώπους χωρίς συμπτώματα παρέμενε αβέβαιη. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι γνωστικά υγιείς ενήλικες με πολύ υψηλά επίπεδα του δείκτη είχαν 38% απόλυτο κίνδυνο να εμφανίσουν γνωστική έκπτωση μέσα σε πέντε χρόνια.

Ο εκτιμώμενος κίνδυνος ήταν ακόμη υψηλότερος κατά την επόμενη δεκαετία. Τα ευρήματα παρουσιάστηκαν στο Διεθνές Συνέδριο της Ένωσης Αλτσχάιμερ και δημοσιεύθηκαν στην επιθεώρηση «JAMA».

«Δεν διαθέτουμε ακόμη θεραπείες που να τροποποιούν την πορεία της νόσου για ανθρώπους που μαθαίνουν ότι διατρέχουν υψηλό κίνδυνο να εμφανίσουν γνωστική έκπτωση λόγω της νόσου Αλτσχάιμερ. Γι’ αυτό και σήμερα δεν συνιστούμε τις διαθέσιμες εξετάσεις αίματος σε ασυμπτωματικά άτομα. Η ιατρική μας συμβουλή σήμερα θα παρέμενε η ίδια ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα της εξέτασης: να ασκείστε τακτικά, να ακολουθείτε υγιεινή διατροφή και να δίνετε προτεραιότητα στον ύπνο και στη συνολική ευεξία. Ωστόσο το τοπίο της προληπτικής φροντίδας θα μπορούσε να αλλάξει γρήγορα εάν οι τρέχουσες δοκιμές θεραπειών που τροποποιούν την πορεία της νόσου αποδειχθούν αποτελεσματικές. Στο μέλλον αυτές οι εξετάσεις θα μπορούσαν να βοηθήσουν στον εντοπισμό εκείνων που θα ωφελούνταν περισσότερο από αυτές τις θεραπείες. Μακροπρόθεσμος στόχος μας είναι να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου οι εξετάσεις αυτές θα έχουν παρόμοιο ρόλο με τη μέτρηση της χοληστερόλης στην πρόβλεψη του κινδύνου για έμφραγμα» αναφέρει η Ρέισα Σπέρλινγκ νευρολόγος στο Ινστιτούτο Νευροεπιστήμης Mass General Brigham, επικεφαλής της μελέτης.

Τα ευρήματα

Οι ερευνητές συνδύασαν δεδομένα από έξι μελέτες παρατήρησης και κλινικές δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν στη Βόρεια Αμερική, την Ιαπωνία και την Αυστραλία. Συνολικά, οι μελέτες περιλάμβαναν 2,684 ηλικιωμένους ενήλικες οι οποίοι δεν παρουσίαζαν γνωστική έκπτωση όταν εντάχθηκαν στην έρευνα.

Κατά την έναρξη, οι συμμετέχοντες έδωσαν δείγματα αίματος για τη μέτρηση της p-tau217 και υποβλήθηκαν σε απεικόνιση PET ώστε να καταγραφούν οι αρχικές μετρήσεις. Στη συνέχεια οι γνωστικές τους ικανότητες αξιολογούνταν σε ετήσιες επανεξετάσεις. Η ένταξη στην παλαιότερη μελέτη ξεκίνησε το 2004 ενώ η πιο πρόσφατη παρακολούθηση που συμπεριλήφθηκε στην ανάλυση πραγματοποιήθηκε το 2025.

Παρακολουθώντας τις αλλαγές στις γνωστικές επιδόσεις, οι ερευνητές υπολόγισαν πώς μεταβαλλόταν η πιθανότητα εμφάνισης γνωστικής έκπτωσης με την πάροδο του χρόνου. Περίπου 478 συμμετέχοντες εμφάνισαν τελικά γνωστική έκπτωση ενώ τα υψηλότερα επίπεδα p-tau217 στην αρχή των μελετών συνδέονταν σημαντικά με αυτή την εξέλιξη.

Μεταξύ των ανθρώπων με πολύ υψηλές συγκεντρώσεις p-tau217 ο εκτιμώμενος κίνδυνος έφτανε το 38% μέσα σε πέντε χρόνια και το 78% μέσα σε δέκα χρόνια. Ωστόσο πολύ λιγότεροι συμμετέχοντες είχαν παρακολουθηθεί για μία δεκαετία ή περισσότερο γεγονός που καθιστά τις εκτιμήσεις για τη μεταγενέστερη περίοδο λιγότερο βέβαιες σε σχέση με τα αποτελέσματα της πενταετίας.

«Αυτό αποτελεί ένα κρίσιμο βήμα για την καλύτερη κατανόηση του τι μπορεί να μας πει η p-tau217 σχετικά με τον κίνδυνο ενός ανθρώπου να εμφανίσει γνωστική έκπτωση. Αυτό που πραγματικά ξεχωρίζει αυτή την εργασία είναι ότι εκτιμά το επίπεδο κινδύνου γνωστικής έκπτωσης για κάθε άτομο. Εναρμονίσαμε δεδομένα από έξι διαφορετικές ομάδες συμμετεχόντων, δημιουργώντας ένα μεγάλο και ποικιλόμορφο σύνολο δεδομένων, και παρ’ όλα αυτά βρήκαμε σταθερά αποτελέσματα που δείχνουν πώς η p-tau217 παρέχει πληροφορίες για τον κίνδυνο με την πάροδο του χρόνου» λέει η Ρέιτσελ Μπάκλει γνωστική νευροεπιστήμονας στο Ινστιτούτο Νευροεπιστήμης Mass General Brigham  και κύρια συγγραφέας της μελέτης.

Η ένδειξη και οι δείκτες κινδύνου

Η σχέση μεταξύ της p-tau217 και της μεταγενέστερης γνωστικής έκπτωσης παρέμεινε σημαντική ακόμη και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη άλλους καθιερωμένους δείκτες κινδύνου. Σε αυτούς περιλαμβάνονταν οι πλάκες β-αμυλοειδούς οι οποίες ήταν ορατές στις εξετάσεις PET καθώς και γενετικοί παράγοντες κινδύνου όπως το APOE4.

Αυτό υποδηλώνει ότι ο αιματολογικός δείκτης μπορεί να παρέχει πρόσθετες προγνωστικές πληροφορίες αντί απλώς να αντικατοπτρίζει κινδύνους που ήδη ανιχνεύονται μέσω απεικονιστικών ή γενετικών εξετάσεων. Ενδεχομένως, στο μέλλον, να βοηθήσει τους γιατρούς να εκτιμούν με μεγαλύτερη ακρίβεια την πιθανότητα γνωστικής έκπτωσης ενός συγκεκριμένου ατόμου.

Ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί περιορισμοί. Οι ομάδες των συμμετεχόντων επηρεάζονταν από μεροληψία επιλογής και ενδέχεται να μην αντιπροσωπεύουν τον γενικό πληθυσμό. Επιπλέον η ανάλυση επικεντρώθηκε κυρίως στον κίνδυνο κατά τη διάρκεια αρκετών ετών και όχι σε ολόκληρη τη διάρκεια ζωής ενός ανθρώπου. Θα χρειαστούν μεγαλύτερες μελέτες, με πιο αντιπροσωπευτικούς πληθυσμούς και μεγαλύτερες περιόδους παρακολούθησης, ώστε να επιβεβαιωθούν και να βελτιωθούν οι συγκεκριμένες εκτιμήσεις.

Προς το παρόν, οι ερευνητές δεν συνιστούν τη συστηματική εξέταση p-tau217 σε γνωστικά υγιείς ανθρώπους. Η πιο σαφής σημερινή χρησιμότητά της είναι ο εντοπισμός ατόμων που αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο και ενδέχεται να είναι κατάλληλα για συμμετοχή σε κλινικές δοκιμές πρόληψης της νόσου Αλτσχάιμερ.

«Σήμερα, η p-tau217 μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό ανθρώπων που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο μελλοντικής άνοιας λόγω Αλτσχάιμερ, ώστε να συμμετάσχουν σε δοκιμές πρόληψης. Καθώς αυτές οι δοκιμές προχωρούν, οι εξατομικευμένες εκτιμήσεις, συμπεριλαμβανομένης της προγνωστικής αξίας του βιοδείκτη, θα μπορούσαν να καθοδηγήσουν αποφάσεις για πιο έγκαιρη θεραπεία και παρακολούθηση» λέει η Σπερλινγκ.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο