Οι ονομαστικές αυξήσεις στους μισθούς των εργαζομένων και των ελεύθερων επαγγελματιών του ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα ισοδυναμούν χρόνο με τον χρόνο με ολοένα και λιγότερα… ψίχουλα, παρά τις κυβερνητικές φανφάρες περί μιας στιβαρής οικονομίας και βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου. Σε συνδυασμό με το νέο κύμα ακρίβειας και αισχροκέρδειας που άρχισε από τον περασμένο Φεβρουάριο, με αφορμή τις πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, ο μέσος εργαζόμενος διαπιστώνει ότι τα χρήματα που μπαίνουν στην τσέπη του έχουν όλο και μικρότερη… ημερομηνία λήξης, καθώς έχουν όλο και μικρότερη αξία. Ταυτόχρονα, οι υποσχέσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη περί μέσου μισθού στα 1.500 ευρώ μεικτά το 2027 μοιάζουν εντελώς ανούσιες, αν υπολογίσει κάποιος τι αγόραζε με αυτά τα λεφτά το 2023 και τι αγοράζει σήμερα.
Τα στοιχεία που δεν επιδέχονται αμφισβήτησης προέρχονται από τον ΕΦΚΑ και αφορούν τον Δεκέμβριο του 2025, όπου φαίνεται ότι στις κοινές επιχειρήσεις το μέσο ημερομίσθιο για πλήρη απασχόληση αυξήθηκε κατά 0,44% (από 59,98 ευρώ σε 59,24 ευρώ) και ο μέσος μισθός αυξήθηκε κατά μόλις 0,90%, από 1.385,50 ευρώ σε 1.397,97 ευρώ μεικτά μέσα σε έναν χρόνο, δηλαδή από τον Δεκέμβριο του 2024. Συνεπώς, οι καθαρές αποδοχές στο τέλος του προηγούμενου έτους μετά βίας ξεπερνούσαν τα 1.111 ευρώ, ποσό το οποίο λόγω του πληθωρισμού έχει πλέον ελάχιστη αξία.
Επιπλέον, μόλις πρόσφατα ο ΟΟΣΑ ανακοίνωσε ότι το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών μειώθηκε κατά 3,6% σε τριμηνιαία βάση το διάστημα Ιανουαρίου – Μαρτίου 2026. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη υποχώρηση μεταξύ των 21 χωρών για τις οποίες ήταν διαθέσιμα στοιχεία, ενώ στη δεύτερη χειρότερη θέση βρίσκεται η Αυστρία, όπου καταγράφηκε πτώση 2,8%. Συνολικά από τις 21 χώρες που εξέτασαν οι ερευνητές του οργανισμού, στις οκτώ καταγράφεται μείωση -κάτι που προφανώς θα χρησιμοποιήσει επικοινωνιακά η κυβέρνηση-, ωστόσο για πολλοστή φορά στη χώρα μας παρατηρείται η μεγαλύτερη επιδείνωση.
Η φτωχοποίηση των Ελλήνων εργαζομένων επιβεβαιώθηκε πρόσφατα και από τη Eurostat. Η σύγκριση του Δεκεμβρίου 2025 με τον Δεκέμβριο του 2024 δείχνει ότι η αγοραστική δύναμη στην Ελλάδα υποχώρησε περαιτέρω, αφού παρά τη μικρή άνοδο του ονομαστικού ΑΕΠ η σωρευτική ακρίβεια και ο επίμονος πληθωρισμός εξανέμισαν τα όποια οφέλη για τα νοικοκυριά.
Ειδικότερα, τον Δεκέμβριο του 2025 η αγοραστική δύναμη της χώρας (κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους PPS) υποχώρησε στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, από 70% που βρισκόταν το 2024. Η εξέλιξη αυτή καθήλωσε τη χώρα στην προτελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, μαζί με τη Βουλγαρία.
Μοναδικό αντιστάθμισμα σε αυτή τη ζοφερή κατάσταση είναι η μείωση της ανεργίας και η αύξηση της απασχόλησης. Παρά την τεράστια απόκλιση των στοιχείων μεταξύ ΕΛ.ΣΤΑΤ. και ΔΥΠΑ (τέως ΟΑΕΔ), η τάση δεν αμφισβητείται και επιβεβαιώνεται από τον ΕΦΚΑ.
Ο αριθμός των ασφαλισμένων στις κοινές επιχειρήσεις αυξήθηκε κατά 1,70% (από 2.521.003 ασφαλισμένους τον Δεκέμβριο του 2024 σε 2.563.773 ασφαλισμένους τον Δεκέμβριο του 2025), στα οικοδομοτεχνικά έργα αυξήθηκε κατά 10,89% (από 64.216 σε 71.210 ασφαλισμένους) και στο σύνολο των επιχειρήσεων αυξήθηκε κατά 1,92% (από 2.585.219 σε 2.634.983 ασφαλισμένους). Επιπλέον, ο αριθμός των ασφαλισμένων με πλήρη απασχόληση στις κοινές επιχειρήσεις μεταβλήθηκε από 2.034.135 τον Δεκέμβριο του 2024 σε 2.036.982 ασφαλισμένους τον Δεκέμβριο του 2025, ενώ με μερική απασχόληση από 652.428 σε 597.699 ασφαλισμένους.
Ωστόσο, φαίνεται πως η αύξηση αυτή έχει και μια «κρυφή» οπτική: την ώρα που το ποσοστό των ασφαλισμένων γυναικών επί του συνόλου των ασφαλισμένων μειώθηκε από 47,27% σε 46,86%, ο αριθμός των αλλοδαπών ασφαλισμένων αυξήθηκε κατά 7,03% (από 278.731 σε 298.316 ασφαλισμένους).
Επανέφεραν τις συλλογικές συμβάσεις αλλά… όχι και τους ελέγχους
Με τεράστια καθυστέρηση, οκτώ χρόνια μετά την έξοδο της χώρας από τα Μνημόνια, η κυβέρνηση προχώρησε στη μερική επαναφορά του θεσμού των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Αν και δεν θεσπίστηκε το καθεστώς που ίσχυε έως το 2012, η Εθνική Κοινωνική Συμφωνία μεταξύ της ΓΣΕΕ, των εργοδοτικών οργανώσεων και του υπουργείου Εργασίας άνοιξε τον δρόμο για την υπογραφή κλαδικών συμβάσεων αλλά και τη σχεδόν αυτόματη επέκτασή τους, ώστε να εφαρμόζονται για όλες τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους που υπάγονται σε αυτές.
Στην πρώτη γραμμή αυτών των εξελίξεων βρίσκεται ο κλάδος του επισιτισμού και των καταστημάτων εστίασης, και ο κλάδος των ζαχαρωδών, καθώς οι συλλογικές τους συμβάσεις επεκτάθηκαν πρόσφατα από το υπουργείο Εργασίας και κηρύχθηκαν υποχρεωτικές για το σύνολο των επιχειρήσεων, ρυθμίζοντας τους όρους εργασίας και τις ονομαστικές αυξήσεις για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους. Παράλληλα, στον τομέα της βιομηχανίας και των κατασκευών υπεγράφη η νέα Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τα έτη 2025-2026 μεταξύ της ΓΣΕΒΕΕ, της ΠΟΒΑΣ και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου, καθορίζοντας τις αμοιβές στην παραγωγή αλουμινίου και σιδήρου.
Σημαντική κινητικότητα καταγράφεται επίσης στις πρακτορειακές επιχειρήσεις, όπου από τις αρχές του 2026 τέθηκε σε ισχύ νέα κλαδική σύμβαση που αφορά τους υπαλλήλους ναυτιλιακών και πρακτορειακών γραφείων, που είναι μέλη της Διεθνούς Ναυτικής Ενωσης. Τέλος, στον στρατηγικό τομέα των αστικών συγκοινωνιών ανακοινώθηκε η δρομολόγηση νέων συλλογικών συμβάσεων εργασίας για τους εργαζομένους στην ΟΣΥ, στη ΣΤΑ.ΣΥ. και στον ΟΑΣΑ, με στόχο την απευθείας οικονομική τους στήριξη παράλληλα με τον εκσυγχρονισμό των μέσων μαζικής μεταφοράς.
Ωστόσο, είναι πολλά και δικαιολογημένα τα παράπονα από πλευράς εργαζομένων και σωματείων ότι σε αρκετές περιπτώσεις αυτές οι συμβάσεις εφαρμόζονται μόνο στα χαρτιά. Λόγω των ελλιπών ελέγχων από την Ανεξάρτητη Αρχή Επιθεώρησης Εργασίας αλλά και την αντίληψη των εργαζομένων ότι τυχόν καταγγελίες δεν θα έχουν τύχη, κακόβουλοι εργοδότες – επιχειρήσεις τις καταστρατηγούν, φαινόμενο που δεν έχει εξαλειφθεί ούτε από την εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας.