Δύο ασθενείς μπορεί να έχουν λοίμωξη από το ίδιο βακτήριο και να λάβουν το ίδιο αντιβιοτικό. Στον έναν η θεραπεία μπορεί να εξαλείψει τη λοίμωξη, ενώ στον άλλο να αποτύχει. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Η απάντηση, όπως δείχνει νέα έρευνα, μπορεί να βρίσκεται όχι μόνο στο ίδιο το βακτήριο και στην αντοχή του στα αντιβιοτικά, αλλά και σε έναν παράγοντα που συχνά παραβλέπεται: Το σημείο του σώματος στο οποίο βρίσκεται η λοίμωξη.
Ερευνητές από το University of Liverpool μελέτησαν έναν γνωστό συνδυασμό αντιβιοτικών, την αμοξικιλλίνη με κλαβουλανικό οξύ, και ανακάλυψαν ότι η αποτελεσματικότητά του απέναντι στο Escherichia coli (E. coli) μπορεί να αλλάζει εντυπωσιακά ανάλογα με τις συγκεντρώσεις που φτάνει το φάρμακο σε διαφορετικά σημεία του οργανισμού.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Nature Communications, προσφέρει παράλληλα νέα στοιχεία για έναν από τους μεγαλύτερους γρίφους της σύγχρονης Ιατρικής: Πώς αναπτύσσεται η μικροβιακή αντοχή και πώς θα μπορούσαμε να προστατεύσουμε τα αντιβιοτικά που ήδη διαθέτουμε.
Η αντοχή μπορεί να υπάρχει πριν αρχίσει η θεραπεία
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι μέσα σε έναν πληθυσμό βακτηρίων μπορεί ήδη να υπάρχουν, πριν ακόμη χορηγηθεί το αντιβιοτικό, μικρές υποομάδες με μηχανισμούς που τους επιτρέπουν να επιβιώνουν από τη θεραπεία.
Όταν οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου είναι αντίστοιχες με εκείνες που επιτυγχάνονται στο αίμα, αυτά τα ανθεκτικότερα βακτήρια μπορούν να επιβιώσουν και στη συνέχεια να πολλαπλασιαστούν γρήγορα. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η αποτυχία της θεραπείας.
Στο ουροποιητικό σύστημα, όμως, οι ερευνητές παρατήρησαν κάτι πολύ διαφορετικό. Χρησιμοποιώντας ένα προηγμένο εργαστηριακό μοντέλο, αναπαρήγαγαν τις συγκεντρώσεις του αντιβιοτικού που συναντώνται τόσο στο αίμα όσο και στα ούρα. Στα ούρα, όπου οι συγκεντρώσεις της αμοξικιλλίνης και του κλαβουλανικού οξέος γίνονται πολύ υψηλότερες, εξαλείφθηκαν όλα τα βακτήρια, ακόμη και οι ανθεκτικές υποομάδες. Με απλά λόγια, το ίδιο φάρμακο και το ίδιο βακτήριο μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική έκβαση, ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο «συναντιούνται» μέσα στον οργανισμό.
Το απρόσμενο εύρημα για το κλαβουλανικό οξύ
Η έρευνα αποκάλυψε και κάτι που οι επιστήμονες δεν περίμεναν. Το κλαβουλανικό οξύ χρησιμοποιείται μαζί με την αμοξικιλλίνη κυρίως ως «βοηθός»: Aναστέλλει ορισμένους αμυντικούς μηχανισμούς των βακτηρίων, επιτρέποντας στην αμοξικιλλίνη να δράσει αποτελεσματικότερα. Σύμφωνα όμως με τα νέα ευρήματα, όταν το κλαβουλανικό οξύ φτάνει στις υψηλές συγκεντρώσεις που παρατηρούνται στα ούρα, φαίνεται ότι αποκτά και δική του αντιβακτηριακή δράση. Αυτή η πρόσθετη επίδραση ενδέχεται να αποτελεί έναν ακόμη λόγο για τον οποίο ο συγκεκριμένος συνδυασμός μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικός σε λοιμώξεις του ουροποιητικού από E. coli.
Δεν αρκεί να γνωρίζουμε ποιο είναι το βακτήριο
«Διαπιστώσαμε ότι η αντοχή στα αντιβιοτικά δεν είναι απλώς κάτι που τα βακτήρια είτε έχουν είτε δεν έχουν», εξηγεί ο επικεφαλής της μελέτης, Dr Vineet Dubey, από το Τμήμα Φαρμακολογίας και Θεραπευτικής του University of Liverpool.
Όπως επισημαίνει, μικρές ανθεκτικές υποομάδες βακτηρίων μπορεί να υπάρχουν ήδη πριν από την έναρξη της θεραπείας. Το αν τελικά θα επιβιώσουν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το περιβάλλον στο οποίο θα βρεθούν και, κυρίως, από τη συγκέντρωση που μπορεί να επιτύχει το αντιβιοτικό στο συγκεκριμένο σημείο του σώματος.
Το εύρημα αναδεικνύει μια σημαντική αρχή για τη θεραπεία των λοιμώξεων: η επιλογή του αντιβιοτικού δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στο ποιο μικρόβιο έχει εντοπιστεί. Σημασία έχει και το πού βρίσκεται η λοίμωξη.
Μπορούμε να κάνουμε τα παλιά αντιβιοτικά να «ζήσουν» περισσότερο;
Η μικροβιακή αντοχή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες παγκόσμιες απειλές για τη δημόσια υγεία και συνδέεται με εκατομμύρια θανάτους κάθε χρόνο.
Η συνήθης συζήτηση επικεντρώνεται στην ανάγκη ανάπτυξης νέων αντιβιοτικών. Οι ερευνητές, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι υπάρχει και μια δεύτερη στρατηγική: να μάθουμε να χρησιμοποιούμε πιο έξυπνα αυτά που ήδη έχουμε.
Η καλύτερη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ένα αντιβιοτικό κατανέμεται στον οργανισμό, των συγκεντρώσεων που επιτυγχάνει σε κάθε ιστό και του τρόπου με τον οποίο τα βακτήρια αντιδρούν σε αυτά τα διαφορετικά περιβάλλοντα θα μπορούσε να βοηθήσει τους γιατρούς να επιλέγουν πιο στοχευμένα τις θεραπείες.
Και αυτό μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμο σε μια εποχή κατά την οποία κάθε αποτελεσματικό αντιβιοτικό που χάνεται εξαιτίας της μικροβιακής αντοχής γίνεται ολοένα δυσκολότερο να αντικατασταθεί.