Η Molly Moon Neitzel ίδρυσε το 2008 μια επιχείρηση παγωτού με πολλά καταστήματα στη μητροπολιτική περιοχή του Σιάτλ, με στόχο να προσφέρει σημαντικές παροχές στους εργαζομένους.
Πριν από τρία χρόνια, άρχισε να προσφέρει στους εργαζόμενους της εταιρείας Molly Moon’s Homemade Ice Cream επίδομα για τη φροντίδα των παιδιών τους, έως 1.000 δολάρια τον μήνα ανά παιδί.
Μιλώντας στο Business Insider η ιδρύτρια και διευθύνουσα σύμβουλος της Molly Moon’s Homemade Ice Cream ανέφερε ότι ξεκίνησε την εταιρεία για να δει αν θα μπορούσε να δημιουργήσει μια κερδοσκοπική επιχείρηση που θα έκανε καλύτερο τον κόσμο.
«Το business plan μου προέβλεπε μισθούς που εξασφαλίζουν αξιοπρεπή διαβίωση και δωρεάν ιατροφαρμακευτική κάλυψη για όσους εργάζονται τουλάχιστον 18 ώρες την εβδομάδα. Χρησιμοποιούμε βιολογικά υλικά και όλα τα προϊόντα μας μπορούν να υποστούν κομποστοποίηση. Είναι η επιχείρηση των ονείρων μου», είπε χαρακτηριστικά.
Περιγράφοντας την πορεία την επιχείρησή της, ανέφερε ότι σημείωσε μεγάλη επιτυχία από την πρώτη στιγμή. «Όλα όσα ήθελα μέσα στον πρώτο χρόνο, έγιναν ουσιαστικά κατά τους τρεις πρώτους μήνες των πωλήσεων», είπε προσθέτοντας ότι σήμερα το παγωτό της εταιρείας είναι το δεύτερο πιο ακριβό στο Σιάτλ. «Όμως τα υλικά προέρχονται από την περιοχή και όλοι στην πόλη γνωρίζουν ότι έτσι αμείβουμε τους ανθρώπους μας», πρόσθεσε.
Οι παροχές στους εργαζόμενους
Τα τελευταία χρόνια η εταιρεία προσφέρει μια σημαντική παροχή στους εργαζόμενους: την κάλυψη μέρους του κόστους για την φύλαξη και φροντίδα των παιδιών.
Στη Molly Moon’s, περίπου το 70% των εργαζόμενων είναι γυναίκες ή nonbinary άτομα. «Πολλές από εμάς κάνουμε παιδιά και προσπαθούμε να τα προλάβουμε όλα», δήλωσε η Molly Moon Neitzel εξηγώντας πώς κατέληξε στο επίδομα για τη φροντίδα των παιδιών.
Όπως είπε, μία από τις εργαζόμενες στην εταιρεία της πήγαινε το παιδί της στον ίδιο παιδικό σταθμό όπου πήγαινε και η κόρη της.
«Ήξερα πόσα χρήματα της έδινα. Δεν μπορούσα να συμβιβαστώ με την ιδέα ότι είναι αποδεκτό να ξοδεύει κανείς τόσο μεγάλο ποσοστό του μισθού του για τη φύλαξη του παιδιού», υποστήριξε σημειώνοντας ότι οι εργαζόμενοι δεν είχαν θέσει το θέμα στην ίδια καθώς θεωρείτο δεδομένο ότι δεν επρόκειτο να λάβουν τέτοιου είδους βοήθεια από μια εταιρεία παγωτού.
«Ο κόσμος δεν απευθύνεται στον διευθύνοντα σύμβουλο για να κάνει απλές συζητήσεις σχετικά με τα έξοδα φροντίδας των παιδιών του», είπε χαρακτηριστικά. «Είναι δική μου ευθύνη να είμαι επικεφαλής, να εντοπίζω τα προβλήματα και να τα επιλύω», πρόσθεσε.
Όπως αποκάλυψε, αυτό που άρχισε να την απασχολεί ήταν η σκέψη του πώς επηρεάζει η κατάσταση τους πολύ ταλαντούχους νεότερους εργαζόμενους που είναι γονείς, καθώς θεωρούσε ότι πρέπει οπωσδήποτε να βρεθούν σε διοικητικές θέσεις. «Φαίνονταν να μένουν πίσω», όπως δήλωσε. «Γιατί δεν ζητούν προαγωγή;» αναρωτήθηκε, δεδομένου ότι πρόκειται για εξαιρετικά ταλαντούχους ανθρώπους που διαθέτουν όλα τα κατάλληλα προσόντα.
Και βρήκε την απάντηση. Είχαν μικρά παιδιά.
Στη συνέχεια άρχισε να εξετάζει τι χρειαζόταν για να βοηθήσει η εταιρεία τους εργαζόμενους να εξασφαλίσουν για τα παιδιά τους ποιοτική, ασφαλή και σταθερή φύλαξη πλήρους απασχόλησης.
«Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι πρέπει να δίνουμε τουλάχιστον 1.000 δολάρια τον μήνα για κάθε παιδί, ώστε να τους ενθαρρύνουμε να εργάζονται με πλήρες ωράριο και να ακολουθούν πορεία προς τις θέσεις διοίκησης», είπε. «Λόγω του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων μας, το πρόγραμμα έπρεπε επίσης να είναι ευέλικτο και να μην εξαρτάται από κάποιον συγκεκριμένο παιδικό σταθμό ή συνεργασία».
Έτσι, δημιουργήθηκε ένα μοντέλο που προβλέπει επιστροφή χρημάτων για τις δαπάνες που αφορούν στην φροντίδα και φύλαξε των παιδιών των εργαζόμενων.
Οι εργαζόμενοι καλούνται να υποβάλλουν τις αποδείξεις για τις σχετικές δαπάνες και η εταιρεία επιστρέφει έως και 12.000 δολάρια ετησίως, μέχρι το παιδί να ξεκινήσει το νηπιαγωγείο. Στη συνέχεια, προσφέρονται 4.200 δολάρια ετησίως για δραστηριότητες μετά το σχολείο και καλοκαιρινές κατασκηνώσεις, για παιδιά ηλικίας έως 12 ετών.
Πώς κάνει απόσβεση
Κατά την Molly Moon Neitzel, αυτή η απόφαση αύξησε σημαντικά το κόστος για την εταιρεία καθώς όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι λάμβαναν το επίδομα ενώ παράλληλα αναζητούσαν εργασία στην εταιρεία αρκετοί που θα το δικαιούνταν επίσης.
Οι δαπάνες αυτές έχουν τριπλασιαστεί τα τελευταία τρία χρόνια. Ωστόσο, όπως αποκάλυψε, κάνει απόσβεση και με το παραπάνω.
«Ο οικονομικός μου διευθυντής κι εγώ συνεργαστήκαμε με μια οργάνωση που ονομάζεται Moms First, η οποία δημιούργησε ένα εργαλείο υπολογισμού της απόδοσης της επένδυσης, το οποίο χρησιμοποιήσαμε για να αναλύσουμε τον αντίκτυπο που είχαν οι πρωτοβουλίες μας για τη φροντίδα των παιδιών στην επιχείρηση», ανέφερε σημειώνοντας ότι ένα από τα πιο πολύτιμα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν ήταν ότι οι εργαζόμενοι που δεν έχουν παιδιά —ή δεν σχεδίαζαν να αποκτήσουν— εκτιμούσαν ιδιαίτερα το επίδομα.
«Αυτό ενισχύει την επιθυμία τους να εργάζονται εδώ, καθώς πιστεύουν στην εταιρεία και στην επένδυση που γίνεται για τα παιδιά μας», σχολίασε προσθέτοντας ότι πολλοί θέλουν επίσης να εργαστούν στην εταιρεία της, σε περίπτωση που αποφασίσουν να γίνουν γονείς κάποια στιγμή. «Αυτό ήταν ένα πλεονέκτημα που δεν περιμέναμε», όπως τόνισε.
Μάλιστα, όπως ανέφερε, υπήρχαν περιπτώσεις εργαζόμενων που δεν σχεδίαζαν να κάνουν δεύτερο παιδί και τελικά προχώρησαν λόγω του επιδόματος.
Απόδοση επένδυσης στο 128%
Από οικονομικής άποψης, συνέχισε, τα μεγαλύτερα οφέλη προκύπτουν από το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι δεν απουσιάζουν λόγω ασθένειας, δεν καθυστερούν και παρουσιάζουν αυξημένη παραγωγικότητα, καθώς δεν έχουν το άγχος της φροντίδας των παιδιών.
«Ο δείκτης κινητικότητας του προσωπικού είναι πολύ υψηλός στον κλάδο μας, αλλά εμείς δεν αντιμετωπίζουμε αυτό το φαινόμενο. Ένας υπάλληλος εργάζεται μαζί μου για πάνω από 12 χρόνια», συμπλήρωσε αναφέροντας επίσης ότι το επίδομα βοηθάει επίσης στις προσλήψεις.
«Προσλαμβάνουμε περίπου 100 εποχικούς εργαζόμενους κάθε καλοκαίρι και περίπου 600 νέοι υποβάλλουν αίτηση για αυτές τις θέσεις. Περίπου το 20% αυτού του εποχικού προσωπικού εξελίσσεται σε εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης (όλο τον χρόνο)», ανέφερε σημειώνοντας ότι αν έμαθε κάτι στα 18 χρόνια της επιχειρηματικής της δραστηριότητας είναι ότι τα στελέχη που εξελίχθηκαν μέσα στην ίδια την εταιρεία είναι, κατά κανόνα, δέκα φορές καλύτερα από εκείνα που προσλαμβάνονται απ’ έξω.
«Όλα αυτά τα οφέλη συνέβαλαν σε μια απόδοση επένδυσης της τάξης του 128%», τόνισε. «Αυτή η παροχή προς τους εργαζομένους δεν αποτελεί μόνο ένα ισχυρό εργαλείο προσέλκυσης και διατήρησης προσωπικού, αλλά συμβάλλει και στην επαγγελματική εξέλιξή τους. Επιπλέον, δεν χρειάζεται ποτέ να αναζητούμε στελέχη εκτός της εταιρείας, ενώ οι γονείς-εργαζόμενοι δεν δηλώνουν τόσο συχνά ασθένεια», κατέληξε.