Η Πολιτεία έχει κάθε δικαίωμα να απαιτεί από τους πολίτες να τηρούν τον νόμο. Η οδική ασφάλεια δεν είναι ζήτημα διαπραγμάτευσης. Η χρήση κράνους και ζώνης ασφαλείας, η τήρηση των ορίων ταχύτητας και η αποφυγή της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ σώζουν ανθρώπινες ζωές. Η Τροχαία οφείλει να εφαρμόζει τον νόμο και καλά κάνει όταν το πράττει.
Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν αφορά την Τροχαία.
Αφορά την ίδια την Πολιτεία.
Είναι διατεθειμένη να αξιολογεί και τον εαυτό της με την ίδια αυστηρότητα που αξιολογεί τον πολίτη;
Γιατί ένα κράτος δικαίου δεν μπορεί να λειτουργεί μονόπλευρα. Η λογοδοσία δεν μπορεί να αφορά μόνο τον πολίτη. Πρέπει να αφορά και την ίδια την Πολιτεία.
Ο πολίτης πληρώνει φόρους, τέλη κυκλοφορίας, ασφάλεια, ΚΤΕΟ και, όταν παραβεί τον νόμο, αναλαμβάνει τις συνέπειες των πράξεών του. Αν υποτροπιάσει, οι κυρώσεις γίνονται ακόμη αυστηρότερες. Έτσι πρέπει να λειτουργεί μια ευνομούμενη Πολιτεία.
Τι συμβαίνει όμως όταν αποτυγχάνει η ίδια η Πολιτεία;
Σκεφτείτε έναν νέο άνθρωπο που πηγαίνει κάθε πρωί στη δουλειά του ή έναν γονέα που μεταφέρει τα παιδιά του στο σχολείο. Η Πολιτεία απαιτεί, και σωστά, να οδηγεί υπεύθυνα. Δεν έχει όμως και η ίδια την υποχρέωση να του παραδίδει έναν δρόμο με καθαρές διαγραμμίσεις, ευδιάκριτες πινακίδες, ασφαλές οδόστρωμα και σωστή κυκλοφοριακή οργάνωση;
Όταν μία πινακίδα STOP καλύπτεται από κλαδιά, όταν η διαγράμμιση έχει σχεδόν εξαφανιστεί, όταν υπάρχουν λακκούβες ή καθιζήσεις για μήνες, όταν έργα εκτελούνται χωρίς επαρκή σήμανση ή όταν ένας σηματοδότης δημιουργεί ατελείωτο «σταμάτα – ξεκίνα», αυξάνοντας την κυκλοφοριακή συμφόρηση, την κατανάλωση καυσίμων και την ατμοσφαιρική ρύπανση, ποιος λογοδοτεί;
Σχεδόν ποτέ κανείς.
Και όμως, αυτές οι παραλείψεις επηρεάζουν άμεσα την οδική ασφάλεια. Ο κίνδυνος δεν δημιουργείται μόνο από τον οδηγό. Δημιουργείται πολλές φορές και από παραλείψεις της ίδιας της Πολιτείας.
Δεν υποστηρίζω ότι ο οδηγός δεν πρέπει να τιμωρείται όταν παρανομεί. Υποστηρίζω όμως ότι η Πολιτεία οφείλει να αναλαμβάνει την ίδια ευθύνη όταν οι δικές της παραλείψεις συμβάλλουν στη δημιουργία κινδύνων.
Είτε η ευθύνη ανήκει σε Υπουργείο, είτε σε Περιφέρεια, είτε σε Δήμο, για τον πολίτη υπάρχει μία μόνο Πολιτεία. Ο πολίτης δεν ενδιαφέρεται ποιος φορέας έχει την αρμοδιότητα. Δικαιολογημένα απαιτεί το ίδιο αποτέλεσμα: ασφαλείς δρόμους, σωστή σήμανση και υποδομές που προστατεύουν τη ζωή του.
Η Πολιτεία απαιτεί απόλυτη συμμόρφωση από τον πολίτη. Οφείλει όμως να εξασφαλίζει ασφαλείς δρόμους, ευδιάκριτες διαγραμμίσεις, σωστή σήμανση και συνεχή συντήρηση των υποδομών. Η εμπιστοσύνη δεν οικοδομείται μόνο με κυρώσεις. Οικοδομείται όταν οι κανόνες ισχύουν για όλους.
Οι πολίτες έχουν επίσης δικαίωμα να γνωρίζουν πού καταλήγουν τα χρήματα που εισπράττονται από τα πρόστιμα του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Πόσα από αυτά επενδύονται πραγματικά στη βελτίωση της οδικής ασφάλειας; Πόσα επικίνδυνα σημεία αποκαταστάθηκαν; Πόσα χιλιόμετρα διαγράμμισης ανανεώθηκαν; Πόσες πινακίδες αντικαταστάθηκαν; Πόσοι δρόμοι συντηρήθηκαν;
Η διαφάνεια δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση εμπιστοσύνης.
Η συζήτηση, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει να υπάρχουν έλεγχοι ή πρόστιμα. Φυσικά και πρέπει.
Η πραγματική συζήτηση είναι αν η ίδια η Πολιτεία είναι διατεθειμένη να εφαρμόσει στον εαυτό της τα ίδια υψηλά πρότυπα ευθύνης που απαιτεί από τους πολίτες.
Ένα κράτος που ζητά πειθαρχία πρέπει πρώτο να δίνει το παράδειγμα. Να διορθώνει τα λάθη του. Να συντηρεί τις υποδομές του. Να λογοδοτεί για τις παραλείψεις του και να αξιολογείται με την ίδια αυστηρότητα που αξιολογεί τους πολίτες.
Γιατί η πραγματική ισχύς μιας Πολιτείας δεν μετριέται από το ύψος των προστίμων που επιβάλλει.
Μετριέται από την εμπιστοσύνη που εμπνέει στους πολίτες της.
Δημήτριος Γ. Παλούμπης
Πολιτικός Επιστήμονας
Πολιτευτής Αχαΐας – Ελληνική Λύση
Πρώην Πρόεδρος Συλλόγου Εμπόρων Ιστορικού Κέντρου Πάτρας