Ποιος ωφελήθηκε από τη Διακήρυξη των Αθηνών; Εκτός από τους ιστορικούς του μέλλοντος, οι οποίοι θα κληθούν να απαντήσουν αν η πολιτική των «ήρεμων νερών» ήταν επικερδής ή ζημίωσε την Ελλάδα έναντι της Τουρκίας, το ερώτημα έχει εμφανώς σύγχρονες διαστάσεις.

Η επιλογή της Αγκυρας να προαναγγείλει την κατάθεση του σχεδίου νόμου, διά του οποίου επισημοποιούνται και στο εσωτερικό οι πάγιες τουρκικές αναθεωρητικές θέσεις για τις θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, πυροδότησε μια ιδιότυπη αντίστροφη μέτρηση: αν πράγματι το εν λόγω κείμενο έρθει επισήμως στη δημοσιότητα – εντός του φθινοπώρου – και εν συνεχεία τεθεί προς ψήφιση στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση, τότε τα «ήρεμα νερά» μάλλον θα αποτελέσουν παρελθόν. Η δε Διακήρυξη των Αθηνών θα μείνει κενό γράμμα.

«Πολλά θα εξαρτηθούν από το τι ακριβώς θα περιέχεται στον νόμο, ουδείς όμως μπορεί να πει ότι η επικείμενη πρωτοβουλία δεν είναι μια εξαιρετικά σοβαρή εξέλιξη, η οποία θα κλονίσει ξανά τις διμερείς σχέσεις» λέει στο «Βήμα» αρμόδια κυβερνητική πηγή, χωρίς διάθεση για υπεκφυγές. Η επιστροφή στην ένταση μοιάζει με αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Συσσωρευμένη πίεση

Η τελευταία συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας, κ.κ. Γιώργου Γεραπετρίτη και Χακάν Φιντάν (Σόφια, 10 Ιουνίου), είχε κάτι το πρωτόγνωρο: από τότε που καθιερώθηκε ο μεταξύ τους λειτουργικός δίαυλος επικοινωνίας – δηλαδή στα μέσα του 2023 με την επανεκλογή Μητσοτάκη και Ερντογάν εκατέρωθεν στην ηγεσία – ήταν η πλέον ψυχρή. Η καχυποψία στις δύο πλευρές του Αιγαίου είναι πλέον έκδηλη και αυτό αποτυπώνεται τόσο στη ρητορική όσο και επί του πεδίου. Οι ανταλλαγές ανακοινώσεων ανάμεσα στις δύο πρωτεύουσες πληθαίνουν, μαζί και οι παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου.

Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, στην Αγκυρα έχουν δεύτερες σκέψεις ως προς αυτή την πολιτική. Πιστεύουν – σε μεγάλο βαθμό – ότι εξαπατήθηκαν. Ερωτώμενος, πάντως, σε πρόσφατη συνέντευξή του (ΑΝΤ1) αν ο Ερντογάν χρησιμοποίησε τη Διακήρυξη όσο τον βόλευε, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιβεβαίωσε την αίσθηση που επικρατεί στη γείτονα: «Μήπως ισχύει το ανάποδο;».

Την ίδια ώρα, στην Τουρκία όλο και περισσότεροι αναλυτές με αντίκρισμα στην κοινή γνώμη, όπως ο διευθυντής της εφημερίδας «Μιλιέτ» Οζάι Σεντίρ, στρέφουν τα βέλη τους κατά της Αθήνας, ταυτίζοντας την ελληνική κυβέρνηση με το Ισραήλ: «Ο νεο-οθωμανισμός είναι ένα ισραηλινό αφήγημα, το οποίο ακολουθείται από την Ελλάδα». Πάντως, δεν είναι λίγοι αυτοί – τόσο στο Μέγαρο Μαξίμου όσο και στο υπουργείο Εξωτερικών – οι οποίοι ανησυχούν για το πώς θα μπορούσε να διοχετευθεί η περιγραφόμενη υπερένταση που επικρατεί στην τουρκική πολιτική ηγεσία.

Οι προβλέψεις του νομοσχεδίου

Πολλά θα εξαρτηθούν από το περιεχόμενο της πρωτοβουλίας. Οπως επισημαίνουν στελέχη με γνώση του σκεπτικού της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Εξωτερικών, αν πρόκειται για επαναδιατύπωση, σε εσωτερικό νόμο, των θέσεων ως προς το εύρος της τουρκικής υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης στην Ανατολική Μεσόγειο (όπως, για παράδειγμα, έχουν αναπτυχθεί στα Ηνωμένα Εθνη αλλά και στον χάρτη ο οποίος κατατέθηκε πρόσφατα στην UNESCO), «η κατάσταση θα παραμείνει ελεγχόμενη».

Αν, όμως, υπάρχουν προβλέψεις στη βάση των οποίων ο εκάστοτε τούρκος πρόεδρος δύναται να κηρύσσει χρήσεις σε θαλάσσιες περιοχές, όπως, για παράδειγμα, αλιευτικές ζώνες, τότε ελλοχεύει ο άμεσος κίνδυνος μεταφοράς της έντασης από τη ρητορική στο πεδίο. Είναι, ακριβώς, η εφαρμογή του νόμου αυτή που προβληματίζει την Αθήνα, ειδικά από τη στιγμή που στην εξίσωση θα εμπλέκεται το στράτευμα ως εγγυητής της νομοθεσίας. Παλαιός υπουργός της Νέας Δημοκρατίας, ο οποίος κατακρίνει ανά τακτά χρονικά διαστήματα την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης έναντι της Τουρκίας, εκτιμά ότι το νομοσχέδιο «απειλεί ευθέως την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας. Αποτελεί την κορωνίδα της επιθετικής στάσης που ακολουθεί η Αγκυρα έναντι ημών: “Δεν θα ξεμυτίσετε από τα 6 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο”».

Ετερο σημείο που προκαλεί ανησυχία στην ελληνική πρωτεύουσα είναι οι εσωτερικές εξελίξεις. Η Ελλάδα τελεί ήδη σε μια άτυπη, αλλά μακρά προεκλογική περίοδο, ενώ στην Τουρκία αναδιατάσσεται βιαίως η κεμαλική αντιπολίτευση, με τον Ερντογάν να καραδοκεί ώστε στον κατάλληλο χρόνο είτε να αναθεωρήσει το Σύνταγμα είτε να βρει άλλη μέθοδο προκειμένου να ανανεώσει τη θητεία του στην Προεδρία της Δημοκρατίας. Οπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, σε περίπτωση πολιτικών ανατροπών ή ακόμα περισσότερο σε περιόδους εκατέρωθεν αστάθειας, τίθενται εν αμφιβόλω τόσο οι δίαυλοι επικοινωνίας όσο και οι δυνατότητες αποκλιμάκωσης πιθανών εντάσεων.

Η διεθνής συνθήκη

Η συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν δίνει σε όλους τους περιφερειακούς παίκτες την ευκαιρία να εκτιμήσουν, εν μέσω σχετικής ηρεμίας, το νέο γεωπολιτικό τοπίο. Καθώς η Τουρκία δεν μπόρεσε να κεφαλαιοποιήσει την παρουσία και την ισχύ της στη Μέση Ανατολή, βλέποντας παραλλήλως το Ισραήλ να καθίσταται κυρίαρχη δύναμη στην ευρύτερη περιοχή, πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι ο Ερντογάν θα επιδιώξει να επεκτείνει το βεληνεκές της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο. Και εκεί τα εμπόδια είναι το Τελ Αβίβ και η Αθήνα.

«Η Τουρκία θεωρεί τη Μέση Ανατολή αποκλειστικά δικό της προνομιακό πεδίο. Αρα, τόσο η στενή συνεργασία της Ελλάδας με το Ισραήλ όσο και η διεύρυνση του διπλωματικού αποτυπώματος στις χώρες του Κόλπου σχεδόν εξοργίζουν την Αγκυρα» υπογραμμίζει έλληνας διπλωμάτης με θητεία σε σειρά αραβικών κρατών. Σύμφωνα, δε, με πληροφορίες, κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους στη Σόφια ο κ. Γεραπετρίτης έγινε αποδέκτης της ενόχλησης του κ. Φιντάν, ειδικά όσον αφορά τις ελληνο-ισραηλινές σχέσεις.

Από την άλλη πλευρά, ουδείς από τους ισχυρούς παίκτες, με προεξάρχουσες τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα ήθελε να δει μια νέα εστία έντασης να ξεπηδά, ειδικά στο κομβικό σταυροδρόμι της Δύσης με την Ανατολή. Αυτό, άλλωστε, αναμένεται να διακηρυχθεί στην επερχόμενη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, στις 7 και 8 Ιουλίου στην Αγκυρα, εκεί όπου η Τουρκία θα διεκδικεί δυναμικά κεντρική θέση στο υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκό σύστημα ασφαλείας, γεγονός που την καθιστά εκ των πραγμάτων πιο προσεκτική στις διμερείς σχέσεις της με την Ελλάδα. Η Αθήνα άλλωστε, προετοιμάζοντας τις απαντήσεις της στο τουρκικό νομοσχέδιο, βρίσκεται σε ανοικτή επικοινωνία με τους ευρωπαίους εταίρους, ενώ υπό αυτές τις συνθήκες ανοικτό παραμένει το ενδεχόμενο συνάντησης – έστω ολιγόλεπτης – μεταξύ των κ.κ. Μητσοτάκη και Ερντογάν στο περιθώριο των εργασιών της Συνόδου. Μια τέτοια κίνηση θα παρέτεινε τα «ήρεμα νερά», δεν θα άλλαζε όμως τη σκληρή πραγματικότητα των ελληνοτουρκικών.