Ένα κρανίο ηλικίας 2.000 ετών που βρέθηκε στη βορειοδυτική Σκωτία φέρει ενδείξεις σκόπιμης αφαίρεσης του εγκεφάλου μετά τον θάνατο, αποκαλύπτοντας άγνωστες μέχρι σήμερα ταφικές πρακτικές των κατοίκων της Βρετανίας κατά την Εποχή του Σιδήρου.
Αρχαιολόγοι που μελέτησαν ανθρώπινα λείψανα από τη θέση Λοχ Μποράλι (Loch Borralie) στο Σάδερλαντ της βορειοδυτικής Σκωτίας εντόπισαν στοιχεία που υποδηλώνουν ότι ορισμένοι νεκροί υποβάλλονταν σε περίπλοκες μεταθανάτιες επεμβάσεις. Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Antiquity, επικεντρώθηκε σε δύο άτομα που είχαν ταφεί σε χαμηλό λιθόκτιστο τύμβο: μια ενήλικη γυναίκα και ένα νεαρό αγόρι.
Η μελέτη των οστών και του αρχαίου DNA αποκάλυψε ότι η γυναίκα είχε υποστεί εκτεταμένη μεταθανάτια επεξεργασία. Στο εσωτερικό του κρανίου της διατηρούνταν χαρακτηριστικές χαράξεις, ενώ τα μακρά οστά των άκρων παρουσίαζαν ίχνη λείανσης και τροποποίησης. Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι ο εγκέφαλός της αφαιρέθηκε σκόπιμα μετά τον θάνατο και ότι ορισμένα οστά διαμορφώθηκαν σε αιχμηρά αντικείμενα.
«Τα κίνητρα πίσω από αυτή την εκτεταμένη μεταθανάτια επεξεργασία είναι εξαιρετικά δύσκολο να ερμηνευθούν», δήλωσε η επικεφαλής της έρευνας, η αρχαιολόγος Laura Castells Navarro. Όπως σημειώνει, ο τρόπος με τον οποίο τα λείψανα επανασυναρμολογήθηκαν και τοποθετήθηκαν στον τύμβο υποδηλώνει ότι η γυναίκα πιθανότατα απολάμβανε ιδιαίτερου σεβασμού από την κοινότητά της.

Antiquity (2026)
Η γενετική ανάλυση αποκάλυψε επίσης ότι τα δύο άτομα ήταν στενά συγγενικά συνδεδεμένα, πιθανότατα δεύτερα ξαδέλφια από τη μητρική γραμμή. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι μεγάλωσαν περίπου 80 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του τόπου ταφής τους, ενώ παρουσίαζαν γενετικές συγγένειες με πληθυσμούς από τις Orkney και άλλες περιοχές της βόρειας Σκωτίας.
Τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι οι παράκτιες και νησιωτικές κοινότητες της προϊστορικής Σκωτίας διατηρούσαν εκτεταμένα δίκτυα μετακίνησης και πολιτισμικών ανταλλαγών. Παράλληλα, υποδηλώνουν ότι πολύπλοκες τελετουργικές πρακτικές γύρω από τον θάνατο μεταφέρονταν και διατηρούνταν σε μεγάλες αποστάσεις.
Παρότι οι ακριβείς λόγοι πίσω από την αφαίρεση του εγκεφάλου παραμένουν άγνωστοι, οι ερευνητές θεωρούν ότι η πρακτική δεν συνδεόταν με βία ή τιμωρία, αλλά πιθανότατα με ιδιαίτερες αντιλήψεις για τη μνήμη, την προγονική λατρεία ή τη σχέση των ζωντανών με τους νεκρούς. Όπως σημειώνει η ομάδα της μελέτης, η φροντίδα που επιδείχθηκε κατά τη μεταχείριση των λειψάνων μαρτυρά μια συνεχιζόμενη και βαθιά σχέση της κοινότητας με τους νεκρούς της.