Το υπόγειο δίκτυο μυκήτων της Γης είναι τόσο τεράστιο ώστε αν εκτεινόταν σε ευθεία γραμμή στο διάστημα θα κάλυπτε περίπου το 10% του πλάτους του γαλαξία μας σύμφωνα με νέα μελέτη.
Αυτές οι υπόγειες δομές γνωστές ως αρβουσκουλικοί μυκορριζικοί μύκητες είναι μικροσκοπικοί, υποχρεωτικά συμβιωτικοί οργανισμοί που ζουν στο έδαφος και συνδέονται με τις ρίζες του 80% περίπου των φυτών. Οι μύκητες αυτοί συνεργάζονται με τα περισσότερα χερσαία φυτά του πλανήτη παρέχοντάς τους άζωτο και φώσφορο με αντάλλαγμα τον άνθρακα που παράγουν. Ο πρώτος παγκόσμιος χάρτης αυτού του δικτύου αποκάλυψε τώρα πού βρίσκονται οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις των πολύπλοκων διακλαδώσεών τους.
Σε ορισμένα λιβάδια, ιδιαίτερα σε υψίπεδα ή σε πλημμυρισμένες περιοχές τα πρώτα 15 εκατοστά του εδάφους είναι εξαιρετικά πλούσια σε μύκητες φιλοξενώντας περίπου το 40% της παγκόσμιας μυκητιακής βιομάζας. Το εύρημα αυτό υπογραμμίζει ότι τα αδιατάρακτα φυσικά λιβάδια αποτελούν σημαντικές και αξιόπιστες δεξαμενές αποθήκευσης άνθρακα.
«Αυτό είναι το πιο πυκνό μυκητιακό δάσος στη Γη και βρίσκεται κάτω από τα φυσικά λιβάδια. Αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την κατανομή της ζωής στον πλανήτη» δήλωσε ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Τζάστιν Στιούαρτ, εξελικτικός βιολόγος στον οργανισμό Society for the Protection of Underground Networks.
Ο ίδιος εξέφρασε την ελπίδα ότι τα νέα δεδομένα θα ενισχύσουν τις προσπάθειες προστασίας αυτών των οικοσυστημάτων καθώς τα φυσικά λιβάδια εξαφανίζονται με ταχείς ρυθμούς. Όπως σημείωσε είναι πολύ πιο εύκολο να μετατραπεί ένα λιβάδι σε γεωργική έκταση απ’ ό,τι να αποψιλωθεί ένα δάσος.
Ο χάρτης έδειξε επίσης ότι ορισμένες γεωργικές πρακτικές καταστρέφουν σε μεγάλο βαθμό αυτό το υπόγειο δίκτυο, καθώς τα ανώτερα στρώματα του εδάφους στις καλλιεργούμενες εκτάσεις εμφανίζουν κατά μέσο όρο περίπου 50% μικρότερη πυκνότητα μυκητιακών νηματίων.

Πως λειτουργούν
Οι αρβουσκουλικοί μυκορριζικοί μύκητες αποτελούνται από μικροσκοπικά διακλαδιζόμενα νήματα τα οποία σχηματίζουν ένα σύστημα μεταφοράς θρεπτικών στοιχείων και άνθρακα ανάμεσα στους μύκητες και τα φυτά. Μέσω αυτής της διαδικασίας απορροφούν τεράστιες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα. Εκτιμάται ότι δεσμεύουν περίπου 3,9 δισεκατομμύρια τόνους ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα ετησίως ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 11% των παγκόσμιων εκπομπών από ορυκτά καύσιμα το 2021.
Παρά τη σημασία τους μέχρι σήμερα δεν υπήρχε σαφής εικόνα για την παγκόσμια κατανομή τους.
Για τη δημιουργία του πρώτου παγκόσμιου χάρτη οι ερευνητές συγκέντρωσαν δεδομένα από 16.669 δείγματα εδάφους που προέρχονταν από 322 προηγούμενες μελέτες. Τα δείγματα κάλυπταν όλες τις ηπείρους και εννέα διαφορετικά βιοκλίματα.
Στη συνέχεια χρησιμοποίησαν τεχνητή νοημοσύνη για να προβλέψουν την πυκνότητα των μυκητιακών δικτύων σε κάθε τετραγωνικό χιλιόμετρο του επιφανειακού εδάφους, λαμβάνοντας υπόψη το κλίμα, τη χημική σύσταση του εδάφους, τη βλάστηση και τα διαθέσιμα δεδομένα για τα μυκητιακά νήματα.
Τα ευρήματα
Η ανάλυση έδειξε ότι η μέση πυκνότητα των υφών στο επιφανειακό έδαφος ανέρχεται σε περίπου 4,4 μέτρα ανά κυβικό εκατοστό. Αν όλα αυτά τα νήματα τοποθετούνταν σε μία ευθεία γραμμή, το συνολικό τους μήκος θα έφθανε τα 110 τετράκις εκατομμύρια χιλιόμετρα σχεδόν ένα δισεκατομμύριο φορές η απόσταση Γης-Ήλιου και περίπου το 10% του πλάτους του Γαλαξία.
Τα φυσικά λιβάδια παρουσίασαν τη μεγαλύτερη πυκνότητα, περίπου 6,6 μέτρα ανά κυβικό εκατοστό, ενώ οι καλλιεργούμενες δενδρώδεις εκτάσεις τη χαμηλότερη, περίπου 3,8 μέτρα ανά κυβικό εκατοστό.
Οι ερευνητές δεν κατάφεραν να προσδιορίσουν ποιες συγκεκριμένες γεωργικές πρακτικές προκαλούν τη μεγαλύτερη ζημιά, ωστόσο εκτιμούν ότι η χρήση μυκητοκτόνων και λιπασμάτων πλούσιων σε φώσφορο και άζωτο πιθανώς συμβάλλει στη μείωση της πυκνότητας των μυκήτων.
Ορισμένες περιοχές, όπως τα τροπικά δάση και οι έρημοι, παραμένουν ανεπαρκώς μελετημένες και απαιτούν περισσότερα δείγματα για τη βελτίωση της ακρίβειας του χάρτη. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια θα έχουν συλλεχθεί αρκετά νέα δεδομένα ώστε να δημιουργηθεί μια ακόμη πιο ολοκληρωμένη εικόνα.
Ειδικοί που δεν συμμετείχαν στην έρευνα χαρακτήρισαν τη μελέτη ορόσημο για την κατανόηση της βιοποικιλότητας, της γεωργίας και της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.
Παράλληλα, ο νέος χάρτης ανοίγει τον δρόμο για τη μελέτη του ρόλου αυτών των τεράστιων υπόγειων δικτύων στην ανθεκτικότητα των φυτών απέναντι στην ξηρασία και τις ασθένειες. Οι επιστήμονες τονίζουν ότι, εκτός από την ποσότητα των ζωντανών μυκητιακών νηματίων είναι εξίσου σημαντικό να κατανοήσουμε πόσο γρήγορα αναπτύσσονται, πεθαίνουν και συμβάλλουν στη μακροχρόνια αποθήκευση άνθρακα στο έδαφος.